Χτυπάει το ξυπνητήρι, 10:10, να κάνω μια ευχή, σκέφτεται. Στριφογυρίζει στα μαλακά της σκεπάσματα, κάνει ψύχρα και δεν θέλει να τα αφήσει. Της λείπει το διπλό κρεβάτι που είχε κάποτε.
Η προοπτική να ξαπλώσει άνετα άλλο ένα σώμα μαζί με το δικό της.
Θα το αποκτήσω ξανά, σκέφτεται. Δεν ξέρει πότε, αλλά θα γίνει. Πρέπει να γίνει. Για την προοπτική, ρε γαμώτο!
Σηκώνεται, πιάνει τα μαλλιά της κοτσίδα, ανοίγει τα πατζούρια, της επιτίθεται ο ήλιος. Κλείνει τα μάτια της, χαμογελάει και τον ρουφάει μέσα από το τζάμι.
Επιτέλους.
Γυρίζει την πλάτη της στον ήλιο και παίρνει το τετράδιο που έχει πάντα δίπλα στο κρεβάτι της. Γράφει στα όρθια:
“Σήμερα ξύπνησα ξεκούραστη.
Στο κεφάλι μου έχει σταματήσει, πια, ο πόλεμος –
– εμφύλιος συνήθως,
και, συνήθως, καμία πλευρά δεν έχει στρατηγικό πλεονέκτημα.
Σήμερα, στο κεφάλι μου κάνει ειρήνη.
Σήμερα, ξύπνησα και πεινούσα.
Πεινάω.
Φαντάζομαι φαγητά.
Μέχρι τώρα έτρωγα για επιβίωση. Τώρα, πεινάω για ζωή.
Σήμερα, ξύπνησα και ήθελα να πιώ καφέ.
Επειδή μου αρέσει. Όχι επειδή μου χρειάζεται.
Ζεστό καφέ.
Τον φτιάχνω και τον αφήνω στο παράθυρο να κρυώσει.
Καθώς κρυώνει ο καφές, φαντάζομαι όλη μου την μέρα.
Δεν έχει μέσα καμία σκιά.
Ψέμματα.
Έχει.
Πολλές.
Πάρα πολλές.
Δεν έχει, όμως, καμία σκιά που να φοβάμαι.
Είπαμε, σταμάτησε ο πόλεμος.
Συνθηκολογήσαμε.
Κάναμε ειρήνη.
Όλες οι πλευρές.
[Το κοίταγμα στο βάθος, αυτή η τόσο επώδυνη, αλλά και τόσο γόνιμη διαδικασία…]
Πίνω τον καφέ μου και συνεχίζω να σκέφτομαι την μέρα μου
– τι θα κάνω μόλις πιώ τον καφέ, τι θα φάω το μεσημέρι, τώρα βάζω και αλάτι στο φαγητό μου, τι ώρα θα φύγω από το σπίτι –
και μετά έφτασα στην νύχτα μου –
– τρόμαξα.
Όχι για πολύ.
Γιατί άναψα το φως.
Δεν φοβάμαι πια το φως.
Και γι’ αυτό, δεν φοβάμαι πια την νύχτα.
Δεν την φοβάμαι πια.
Όταν φοβάμαι, απλώς ανάβω το φως.
Επιτέλους.
Καλημέρα!”
–
Το απόσπασμα στις αγκύλες είναι από το κείμενο του Σ. Στρούμπου “Πρώτες σημειώσεις και σκέψεις για το “Εμείς” του Γεβγκιένι Ζαμιάτιν”: https://www.simeiomiden.gr/wp-content/uploads/prwtes-shmeivseis.pdf