Αφιέρωμα στο Κουρδιστό Πορτοκάλι – Μαίρη Τζέιν

κουρδιστο πορτοκάλι

«Ήμουν εγώ, ο Άλεξ, και τα τρία μου ρεμάλια, δηλαδή ο Πιτ, ο Τζόρτζι και ο Ντιμ, και καθόμασταν στο γαλακτοπωλείο της Κόροβα προσπαθώντας να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε το βράδυ. Το γαλακτοπωλείο της Κόροβας πουλούσε γάλα-πλάς, γάλα συν vellocet ή synthemesc ή drencrom, το οποίο ήταν αυτό που πίναμε. Αυτό θα σε ακόνιζε και θα σε έκανε έτοιμο για λίγη από την παλιά υπερβία» Έτσι ξεκινάει το κινηματογραφικό αριστούργημα του Στάνλεϋ Κιούμπρικ,  «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» (1971), το οποίο παραμένει μια από τις πιο αμφιλεγόμενες και προκλητικές ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Άντονι Μπέρτζες, η ταινία εμβαθύνει σε θέματα ελεύθερης βούλησης, βίας και κρατικού ελέγχου. Με το εντυπωσιακό οπτικό στυλ, το βίαιο περιεχόμενο και το φιλοσοφικό βάθος, το Κουρδιστό Πορτοκάλι έχει αφήσει ανεξίτηλο σημάδι στον κινηματογράφο και τη λαϊκή κουλτούρα. Μιλάμε για ένα έργο όπου μόνο η ιδιοφυία του Κιούμπρικ θα μπορούσε να του δώσει αυτό το αποτέλεσμα, με τη μοναδική αισθητική. Αυτό που κάνει -σκηνοθετικά- είναι να μεταμορφώνει τον δυστοπικό κόσμο του Burgess σε έναν σουρεαλιστικό, σχεδόν οπερετικό εφιάλτη, συνδυάζοντας τη βάναυση βία με το σκοτεινό χιούμορ και μια εξαιρετικά στυλιζαρισμένη οπτική παλέτα. Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται η αξέχαστη ερμηνεία του Malcolm McDowell ως Alex DeLarge, του σαδιστή πρωταγωνιστή. Ο Alex διέπεται από μία δυαδικότητα – τον συνδυασμό της επιλογής της βίας, διατηρώντας παρόλα αυτά έναν -ειρωνικά- εκλεπτυσμένο χαρακτήρα.  Ένα από τα βασικά θέματα της ταινίας είναι το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης. Ο Άλεξ υποβάλλεται στην τεχνική Ludovico, μια πειραματική μορφή θεραπείας αποστροφής που τον κάνει να αισθάνεται ακραία ναυτία και μόνο στη σκέψη της βίας. Ενώ αυτό τον «θεραπεύει» από την εγκληματική του συμπεριφορά, του αφαιρεί επίσης την ικανότητα να κάνει ηθικές επιλογές.  Η εικόνα όμως δεν θα ήταν εξίσου καθηλωτική χωρίς τις μουσικές επιλογές της παραγωγής. Ενισχύοντας την πολωτική προσωπικότητα του Άλεξ, η χρήση της Ενάτης Συμφωνίας του Μπετόβεν -ιδιαίτερα σε σκηνές βίας- δημιουργεί μια αντίθεση μεταξύ ομορφιάς και βιαιότητας. Το «Singin’ in the Rain» του Gene Kelly χρησιμοποιείται επίσης ως γνωστόν σε μια από τις βίαιες σκηνές της ταινίας, βάζοντας τον Άλεξ να τραγουδάει αυτό το κομμάτι καθώς ξυλοκοπεί τα θύματά του. Έτσι, αναδεικνύεται περαιτέρω η ικανότητα του Kubrick να αντιπαραθέτει το οικείο με το γκροτέσκο. Κατά την κυκλοφορία του, το «Κουρδιστό πορτοκάλι» προκάλεσε εκτεταμένες αντιδράσεις λόγω των γραφικών απεικονίσεων βίας και του αντίκτυπού του στο κοινό. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο ίδιος ο Κιούμπρικ απέσυρε την ταινία από την κυκλοφορία για δεκαετίες μετά την εμφάνιση αναφορών για εγκλήματα που αναπαράγονταν στην ταινία. Παρόλα αυτά, η ταινία έχει έκτοτε επαναξιολογηθεί ως κινηματογραφικό αριστούργημα και παραμένει αντικείμενο ακαδημαϊκής και φιλοσοφικής συζήτησης.

C.R.A.Z.Y. (2005): Χρώματα, μουσική και αυτοαποδοχή – μαίρη Τζέιν

Σήμερα θα σας μιλήσω για μια από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες. Δεν πρόκειται για κάποιο blockbuster, ούτε για κάποια χολυγουντιανή υπερ-παραγωγή. Είναι το C.R.A.Z.Y. (2005) του Jean-Marc Vallée. Το C.R.A.Z.Y. είναι κάτι περισσότερο από μια απλή ιστορία ενηλικίωσης- είναι μια συγκλονιστική εξερεύνηση της ταυτότητας, της οικογένειας και της αυτοαποδοχής, όλα αυτά με φόντο το Κεμπέκ της δεκαετίας του 1960-70. Η ταινία πλέκει αριστοτεχνικά τη μουσική, την κινηματογράφηση και τα πολιτιστικά θέματα για να περιγράψει τους αγώνες του Ζακ, ενός νεαρού άνδρα που περιηγείται στη σεξουαλικότητά του σε ένα συντηρητικό καθολικό σπίτι.  Fun fact: κάθε γράμμα του τίτλου ανταποκρίνεται στο αρχικό του ονόματος κάθε ενός από τα πέντε παιδιά της οικογένειας (όλα αγόρια). Οπότε εμείς, επικεντρωνόμαστε στο προτελευταίο γράμμα, τον Ζακ, δηλαδή τον δεύτερο μικρότερο γιό. Ο Ζακ είναι διαφορετικός και το ξέρει. Από νεαρή ηλικία βιώνει μια βαθιά αίσθηση αποξένωσης, η οποία επιδεινώνεται από τις άκαμπτες απόψεις του πατέρα του για τον ανδρισμό. Η εσωτερική μάχη του Ζακ είναι μια μάχη αυτοαποκήρυξης και λαχτάρας για αποδοχή, ιδιαίτερα από τον πατέρα που θαυμάζει βαθιά. Η ταινία αποτυπώνει με λεπτότητα τους σιωπηλούς του αγώνες, από τη γοητεία που ασκεί η ροκ εν ρολ περσόνα του μεγαλύτερου αδελφού του μέχρι τη δυσφορία του με τις δικές του επιθυμίες. Ο Vallée απεικονίζει το ταξίδι του Ζακ με αποχρώσεις, χωρίς ποτέ να περιορίζει την εμπειρία του σε απλές ταμπέλες, αλλά αντίθετα δείχνει την οδυνηρή και όμορφη πολυπλοκότητα της αυτογνωσίας. Στον πυρήνα του, το C.R.A.Z.Y. αφορά την εξελισσόμενη σχέση μεταξύ του Zac και του πατέρα του, ο οποίος τον αγαπάει μεν, αλλά δεν μπορεί να συμβιβάσει τις δικές του προσδοκίες με αυτό που γίνεται ο γιος του. Αυτή η δυναμική αναδεικνύεται μέσα από οικείες, συχνά επώδυνες στιγμές – ένα χαστούκι στο τραπέζι, μια αμήχανη σιωπή στο αυτοκίνητο, ένα παρατεταμένο βλέμμα κατά τη διάρκεια ενός τραγουδιού της Patsy Cline. Η ταινία δείχνει με όμορφο τρόπο πώς η αγάπη μπορεί να είναι τόσο άνευ όρων όσο και να περιορίζεται από τις διαφορές των γενεών. Αλλά η μαγεία αυτής της ταινίας υπόκειται στη μουσική επένδυση. Η μουσική στο C.R.A.Z.Y. είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό soundtrack- είναι ένα εργαλείο αφήγησης που αντικατοπτρίζει τα συναισθήματα και την ανάπτυξη του Zac. Από το «Emmène-moi» του Charles Aznavour μέχρι το «Sympathy for the Devil» των Rolling Stones, κάθε τραγούδι χρησιμεύει ως συναισθηματικός δείκτης στη ζωή του Zακ. Καμία στιγμή δεν το αποδεικνύει αυτό περισσότερο από την εμβληματική ακολουθία του «Space Oddity». Μια από τις πιο εντυπωσιακές οπτικά στιγμές στο C.R.A.Z.Y. είναι η ονειρική ερμηνεία του Zac στο «Space Oddity» του David Bowie. Σε αυτή τη σκηνή, ο Zακ λούζεται σε πλούσια κόκκινα και μπλε χρώματα, συμβολίζοντας τη δυαδικότητά του: πάθος και αυτοσυγκράτηση, αρρενωπότητα και αδερφότητα. Καθώς τραγουδά το κομμάτι, μοιάζει άβαρος, αιωρούμενος ανάμεσα στις προσδοκίες που του έχουν τεθεί και τις δικές του επιθυμίες. Οι στίχοι του τραγουδιού, «Ground Control to Major Tom», αντικατοπτρίζουν την αυξανόμενη απομάκρυνσή του από την οικογένειά του, ιδιαίτερα από τον πατέρα του. Αυτή η στιγμή συμπυκνώνει τη λαχτάρα του Zακ για απόδραση και αυτοέκφραση, καθιστώντας την μια από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας. https://www.youtube.com/watch?v=DaduN0vKrjU&ab_channel=JorgeLuiz Η ταινία διαδραματίζεται με φόντο την Ήσυχη Επανάσταση του Κεμπέκ και αντικατοπτρίζει τη μετάβαση της επαρχίας από τον θρησκευτικό συντηρητισμό στον εκσυγχρονισμό. Ο καθολικισμός δεσπόζει στην ανατροφή του Zακ, αντιπροσωπεύοντας τόσο την άνεση όσο και την καταπίεση.  Το C.R.A.Z.Y. είναι μια ταινία για την αγάπη, την ταυτότητα και τη δύναμη της μουσικής να γεφυρώνει τα χάσματα μεταξύ αυτού που είμαστε και αυτού που θέλουμε να είμαστε. Τα θέματά της παραμένουν οικουμενικά, αποδεικνύοντας ότι η αναζήτηση της αυτοαποδοχής είναι διαχρονική. Ο Jean-Marc Vallée δημιούργησε μια ταινία που είναι τόσο συναισθηματικά συναρπαστική όσο και οπτικά εκπληκτική, εξασφαλίζοντας τη θέση της στην κινηματογραφική ιστορία. Προσωπικά, την προτείνω σε όλους, ακόμη και σε εκείνους που δεν συμπαθούν τις κοινωνικές και ήσυχες ταινίες https://www.youtube.com/watch?v=w1gSfxLtKSY&ab_channel=SamuelGoldwynFilms

Κριτικός Κινηματογράφου – Αναστασία Αντωνακάκη

Η Γ. σπουδάζει, για να γίνει κριτικός κινηματογράφου.  Ή μάλλον, Κριτικός Κινηματογράφου. Με κεφαλαία.  Για περισσότερο κύρος. Μπαίνοντας στην σχολή, συναντάει τους συμφοιτητές της. Είναι όλοι σκυθρωποί – η κατανόηση της τέχνης. Τους έχει κάνει ρυτίδες.  Οι συμφοιτητές της ξέρουν ατέρμονα τερμζ. Ξέρουν όλη την ορολογία απέξω κι ανακατωτά. Παίζουν ξερή με τους όρους, αντί για τράπουλα – ολλανδική λήψη, βερτικάλ, πλονζέ και κοντρ, εστιακή απόσταση, βάθος πεδίου, ορίζοντας, ευρυγώνιος, ζενερίκ, ηχοτοπίο, μουβιόλα, εταλονάζ, αμόρσα, αμερικέν, βεριτέ, αξελερέ, τράβελινγκ, φόκους πούλερ, φισάι, ασέμπλι, πατίνα, μπεστ μποι, προοπτική, εστάμπλισινγκ σοτ, ρεπεράζ, ντεκουπάζ, ντουμπλάζ, αμπραγιάζ, ντεκαπάζ, νατουραλισμός, νεορεαλισμός, νεολογισμός, μαγικός ρεαλισμός, νέο κύμα Γαλλίας, Τσεχίας, Πολωνίας, Ισλανδίας, Ζουαζιλάνδης, Μαγιόρκας και Μαδαγασκάρης, DIT, CGI, VFX, αμπεμπαμπλόμ τουκειθεμπλομ, σκουληκομυρμηγκότρυπα, έκατσε η κουτσή κατσίκα τι κοιτάς, σήμερα πήραμε το τραμ, ο παπάς ο παχύς έφαγε παχιά φακή. Απ’ όλα αυτά, δεν έχουν πιάσει ποτέ τίποτα στα χέρια τους. Μόνο χαζεύουν τα μηχανήματα, στις προθήκες των μουσείων. Και αποφαίνονται. Τι κάνει το καθένα, πώς λειτουργούσε τότε, πώς λειτουργεί τώρα, τι αίσθηση δίνει, γιατί το χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης. Έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιήσει; Έχει νόημα; Είναι ενδιαφέρον; Έχει κάτι να πει; Είναι καινοτομία; Προχωράει την φιλμική γλώσσα; Πάντα αποφαίνονται. Αυτή είναι η δουλειά τους, άλλωστε. Ο κάθε Κριτικός, έχει το δικό του στυλ απόφανσης.  Όλοι τους, όμως, έχουν ένα κοινό – – τα ξέρουν όλα. Κι ένα ακόμη – – έχουν πάντα δίκιο. Αυτό είναι και το βασικό πράγμα που μαθαίνει η Γ. στην σχολή. Πρέπει να κάνεις πάντα ότι τα ξέρεις όλα.  Αυτή είναι η δουλειά σου, άλλωστε. Για να γίνεις Κριτικός, με κεφαλαία, για περισσότερο κύρος, πρέπει να κάνεις πάντοτε ότι τα ξέρεις όλα. Το πιο σημαντικό μάθημα εδώ, της είπε ο καθηγητής της, είναι η συμπεριφορά. Πρέπει, εσύ πρώτη, να σε αναγνωρίζεις ως αυθεντία. Είσαι αυθεντία. Αυτή είναι η δουλειά σου. Δεν έχει σημασία που η δουλειά σου είναι το έργο κάποιου άλλου. Όχι. Αυτό, δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει το δικό σου έργο, που είναι να τα ξέρεις όλα. Για το έργο κάποιου άλλου. Η Γ. ψέλλισε, μπορείς ίσως να δοκιμάσεις να κάνεις το δικό σου έργο – ο καθηγητής της την έκοψε, οι συμφοιτητές της την κοίταξαν έκπληκτοι, τι είπες; Όχι, όχι. Εδώ δεν επιτρέπονται τέτοιες διατυπώσεις. Εσύ, προσηλωμένη στο σκοπό σου. Η δουλειά σου είναι η πιο σημαντική. Και γι’ αυτό, θα συμπεριφέρεσαι ανάλογα. Συγκεντρώσου. Μάτια στον προορισμό. Τι θα έκαναν όλοι αυτοί χωρίς εμάς; Τι θα έκανε η αγορά χωρίς εσένα; Τι θα έκαναν οι άνθρωποι χωρίς την γνώμη σου;

Κολλημένοι στην λούπα των remakes – Μαίρη Τζέιν

Εικόνα εξωφύλλου άρθρου: σκηνή από remake ταινίας, σύγχρονη εκδοχή κλασικής ταινίας με νέους ηθοποιούς και ειδικά εφέ

Τα τελευταία χρόνια, έχουμε όλοι αντιληφθεί ότι το Χόλιγουντ έχει στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό στη νοσταλγία του κοινού, δημιουργώντας ριμέικ και σίκουελ με πρωτοφανή ρυθμό. Από τον Βασιλιά των Λιονταριών (2019) έως το Νοσφεράτου (2024), τα στούντιο φαίνεται να επενδύουν περισσότερο στην αναβίωση παλαιών “διαμαντιών” παρά στη δημιουργία νέων. Πρόκειται όμως για έλλειψη δημιουργικότητας ή απλώς για μια φυσική εξέλιξη του κινηματογράφου;   Τα ριμέικ (ελληνιστί: επανεκδόσεις) δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Στην πραγματικότητα, ο κινηματογράφος ανακυκλώνει ιστορίες εδώ και δεκαετίες. Ο “Νοσφεράτου” (1922), μια από τις πρώτες ταινίες με βρικόλακες, έγινε γερμανικό remake στο “Nosferatu the Vampyre” (1979) και ξανά στην επερχόμενη εκδοχή του Robert Eggers το 2024. Παρομοίως, το “A Star Is Born” έχει μπει στο στούντιο τέσσερις φορές (1937, 1954, 1976 και 2018), με κάθε εκδοχή να αντικατοπτρίζει το πολιτιστικό τοπίο της εποχής της.   Ωστόσο, οι σημερινές επανεκδόσεις συχνά επικεντρώνονται λιγότερο στην καλλιτεχνική επανερμηνεία και περισσότερο στην κεφαλαιοποίηση των υφιστάμενων πνευματικών ιδιοτήτων. Ο “Ο Βασιλιάς των Λιονταριών” (2019) αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα – αναπαρήγαγε σχεδόν πλάνο προς πλάνο το κλασικό έργο του 1994, αλλά αντικατέστησε το εκφραστικό χειροποίητο animation με υπερρεαλιστικό CGI. Παρά το οπτικό του θέαμα, οι κριτικοί σημείωσαν ότι του έλειπε η “ψυχή” του πρωτότυπου.   Γιατί το Χόλιγουντ συνεχίζει να το κάνει αυτό; Η απάντηση είναι απλή: χρήματα. Τα στούντιο βλέπουν τα remakes ως μια ασφαλή επένδυση. Το κοινό είναι ήδη εξοικειωμένο με τους χαρακτήρες και τις ιστορίες, μειώνοντας το οικονομικό ρίσκο της προώθησης μιας νέας ιδέας. Η νοσταλγία παίζει επίσης σημαντικό ρόλο – οι θεατές που μεγάλωσαν με ταινίες όπως “Η Πεντάμορφη και το Τέρας” ή το “Ghostbusters” πιθανότατα θα σπεύσουν στις κινηματογραφικές αίθουσες, ακόμη και από περιέργεια και μόνο.   Η πρόοδος της τεχνολογίας τροφοδοτεί περαιτέρω την κουλτούρα των ριμέικ. Ταινίες όπως “Το βιβλίο της ζούγκλας” (2016) και “Avatar: Ο δρόμος του νερού” (2022) αποδεικνύουν πώς το CGI μπορεί να δημιουργήσει κόσμους αδιανόητους για κάτι δεκαετίες πριν. Αλλά δικαιολογεί η καλύτερη τεχνολογία ένα ριμέικ αν η ιστορία παραμένει αμετάβλητη;   Και -μεταξύ μας- είναι πάντα κακό το ριμέικ; Δεν το νομίζω. Ορισμένες επανεκδόσεις¨(ή ακόμη και sequel ή reboot) δίνουν νέα πνοή σε παλιές ιστορίες. Το “Dune” (2021) του Denis Villeneuve βελτίωσε τη διασκευή του 1984, κάνοντας το πολύπλοκο έπος επιστημονικής φαντασίας προσιτό στο σύγχρονο κοινό. Ωστόσο, δεν πετυχαίνουν όλες οι επανεκδόσεις και δεν είναι και όλες αποδεκτές από το κοινό. Αλλά αυτό αποτελεί μία υποκειμενική άποψη.  Ο κύκλος της νοσταλγίας του Χόλιγουντ μπορεί να είναι κερδοφόρος, αλλά χωρίς πρωτότυπες ιδέες, η μαγεία του κινηματογράφου κινδυνεύει να ξεθωριάσει.Το ερώτημα παραμένει: πόσος καιρός θα περάσει μέχρι το κοινό να απαιτήσει κάτι νέο;

Τι και αν κάποιες ταινίες τελείωναν διαφορετικά; – μαίρη Τζέιν

Λίγα πράγματα στον κινηματογράφο είναι τόσο (δια)σπαστικά όσο ένα αμφιλεγόμενο -ή απλά κακό- τέλος. Μια ταινία μπορεί να κρατήσει τους θεατές προσηλωμένους για ώρες, μόνο και μόνο για να τους πολώσει στις τελευταίες στιγμές της. Ενώ τα τολμηρά και συγκλονιστικά φινάλε συχνά γίνονται θρύλος, κάποια έχουν αφήσει το κοινό να αναρωτιέται: τι θα γινόταν αν τελείωνε διαφορετικά; Ας εξετάσουμε πέντε τέτοιες ταινίες με τελειώματα που προκάλεσαν συζητήσεις (είτε για τους λάθος λόγους, είτε επειδή δεν δόθηκε ποτέ κάποιος σαφές κλείσιμο) και ας φανταστούμε εκ νέου πώς θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει. Προσοχή: ακολουθούν spoilers. Η Ομίχλη (2007) Σε μια εναλλακτική εκδοχή του έργου του Stephen King, ο David Drayton και η ομάδα του, παγιδευμένοι στο αυτοκίνητό τους, θα μπορούσαν να είχαν πάρει μια απελπισμένη αλλά συνειδητή απόφαση να βρουν καταφύγιο. Αντί να υποκύψουν στην απελπισία, θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιήσει τα εναπομείναντα καύσιμα για να επιστρέψουν προς το σούπερ μάρκετ ή να αναζητήσουν ψηλότερο έδαφος, ρισκάροντας το άγνωστο στη διαδικασία. Στην πορεία, θα μπορούσαν να είχαν συναντήσει ομάδες επιζώντων -συμπεριλαμβανομένων οικογενειών και παιδιών- που ενώθηκαν και μοιράστηκαν ιστορίες για άλλες περιοχές όπου μπορεί να υπήρχε ασφάλεια. Η κλιμάκωση θα μπορούσε να κορυφωθεί με την άφιξη της ομάδας σε ένα αυτοσχέδιο καταφύγιο την ώρα που η ομίχλη αρχίζει να διαλύεται, αποκαλύπτοντας τις στρατιωτικές δυνάμεις που πλησιάζουν και πολεμούν τα πλάσματα. Αυτή η εκδοχή θα τόνιζε την επιμονή και την ικανότητα της ανθρωπότητας να αντέχει ακόμη και τις πιο ζοφερές καταστάσεις με την επιμονή του. Τιτανικός (1997) Ο Τιτανικός του Τζέιμς Κάμερον παραμένει ένα πολιτιστικό σημείο αναφοράς, αλλά το τέλος του θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει διαφορετική πορεία. Θα μπορούσαμε να γράψουμε ολόκληρη σκηνή, αλλά εδώ τα πράγματα είναι πολύ απλά και το κοινό έχει ήδη μιλήσει: ο Τζακ χωρούσε στη σανιδα σωτηρίας της Ρόουζ. Θα μπορούσε το κορίτσι να είχε κάνει λίγο πιο πέρα. Τέλος. Ψυχώ (1960) Το Ψυχώ του Άλφρεντ Χίτσκοκ συγκλόνισε το κοινό με τις ανατριχιαστικές αποκαλύψεις του, αλλά οι τελευταίες στιγμές του -με επίκεντρο τον εσωτερικό μονόλογο του Νόρμαν Μπέιτς ως “Μητέρα”- άφησαν μερικούς θεατές αναστατωμένους και επιθυμώντας περισσότερη λύση. Ένα επαναπροσδιορισμένο τέλος θα μπορούσε να επικεντρωθεί στη Λάιλα Κρέιν που αποκαλύπτει περισσότερα για το ταραγμένο παρελθόν του Νόρμαν, προσφέροντας αναλαμπές της καθόδου του στην τρέλα. Ίσως η ταινία θα μπορούσε να τελειώσει με τη Λάιλα να έρχεται αντιμέτωπη με τον Νόρμαν, οδηγώντας σε μια τεταμένη αντιπαράθεση που καταλήγει στο να ξεφύγει οριακά από τα νύχια του. Η κορυφαία σκηνή θα μπορούσε στη συνέχεια να κοπεί σε μια ανανήψασα Λίλα, η οποία αναλογίζεται τη φρίκη που έζησε, καθώς οι αρχές αρχίζουν να διαλύουν τα σκοτεινά μυστικά του Bates Motel. Αυτή η εκδοχή θα διατηρούσε τη στοιχειωτική ατμόσφαιρα της ταινίας, ενώ θα έδινε στο κοινό μια σαφέστερη αίσθηση του κλεισίματος. (Επίσης, προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μεταφράστηκε απευθείας ο τίτλος σε “Ψυχώ”. Τι σημαίνει καν αυτό;) Inception (2010) Το Inception του Κρίστοφερ Νόλαν είναι διάσημο για το διφορούμενο τελευταίο πλάνο του, όπου η σβούρα που στροβιλίζεται αφήνει τους θεατές να αναρωτιούνται αν ο Κομπ εξακολουθεί να ονειρεύεται. Ένα εναλλακτικό τέλος θα μπορούσε να δει την κορυφή να αρχίζει να ταλαντεύεται και να πέφτει, επιβεβαιώνοντας ότι η επανένωση του Κομπ με τα παιδιά του είναι όντως πραγματικότητα. Η κάμερα θα μπορούσε στη συνέχεια να μεταφερθεί σε ένα παράθυρο, δείχνοντας τα τοτέμ άλλων μελών της ομάδας για να επιβεβαιώσει την κοινή τους επιτυχία στην ολοκλήρωση της αποστολής. Μια άλλη εκδοχή θα μπορούσε να αγκαλιάσει περισσότερο την ασάφεια και να εμμείνει πολύ πολύ κοντά στο αρχικό τέλος, δείχνοντας την κορυφή να περιστρέφεται ατελείωτα, αλλά μετατοπίζοντας την εστίαση στην ειρηνική έκφραση του Κομπ καθώς αγκαλιάζει τα παιδιά του, υποδηλώνοντας ότι η ευτυχία του δεν εξαρτάται πλέον από το αν βρίσκεται σε όνειρο ή στην πραγματικότητα. Η Λάμψη (1980) Η Λάμψη του Στάνλεϊ Κιούμπρικ αφήνει τους θεατές με στοιχειωμένες εικόνες: Ο Τζακ Τόρανς παγωμένος στο χιόνι και μια φωτογραφία που υποδηλώνει τη μυστηριώδη σύνδεσή του με το παρελθόν του Overlook Hotel. Ένα επανασχεδιασμένο τέλος θα μπορούσε να επεκτείνει αυτή την υπερφυσική σύνδεση. Ίσως ο Τζακ, αντί να παγώσει, να μπει μια τελευταία φορά στο ξενοδοχείο, όπου θα έρθει αντιμέτωπος με φανταστικές εμφανίσεις των προηγούμενων επιστατών. Οι εμφανίσεις θα μπορούσαν να τον αναγκάσουν να κάνει μια ανατριχιαστική επιλογή: να θυσιαστεί για να σώσει την οικογένειά του ή να γίνει ένα με την κακόβουλη δύναμη του ξενοδοχείου. Η ταινία θα μπορούσε να κλείσει με τη Wendy και τον Danny να δραπετεύουν, μόνο και μόνο για να βρουν αποδείξεις της θυσίας του Jack – ή ίσως ενδείξεις ότι η επιρροή του Overlook δεν έχει εξαλειφθεί εντελώς. Αυτό το τέλος θα πρόσθετε βάθος στην πορεία του Τζακ, διατηρώντας παράλληλα τον απόκοσμο και διφορούμενο τόνο της ταινίας. Η επαναπροσδιορισμός του τέλους δεν είναι απλώς μια άσκηση σκέψης – αναδεικνύει τη δύναμη των επιλογών της αφήγησης. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα τέλος που είναι “κακό” είναι κάτι… κακό. Εξερευνώντας τι θα μπορούσε να είχε γίνει, επεκτείνοντας τις εκφάνσεις της εκάστοτε ιστορίας, αποκτούμε νέες γνώσεις σχετικά με τις δημιουργικές αποφάσεις που διαμορφώνουν τις ιστορίες που αγαπάμε.

Κάτι Καινούριο, Κάτι Παλιό, Κάτι Δανεικό και Κάτι Γαλάζιο – Christmas Edition – Αναστασία Αντωνακάκη

Χριστούγεννα στην Οθόνη Κάτι Καινούργιο The Holdovers ή τα Παιδιά του Χειμώνα. Γιατί, το απλό είναι μεγαλειώδες. Ειδικά τα Χριστούγεννα. Γιατί, το πιο σημαντικό είναι να είσαι κανονικός. Και αν βρίσκεις και παρέα – εκείνη την παρέα, που μπορείτε να είστε κανονικοί μαζί – αυτό είναι το καλύτερο δώρο. Και, αυτήν την παρέα, συνήθως την βρίσκεις εκεί που το περιμένεις λιγότερο.  Αλλά, υποθέτω, αυτό ακριβώς σημαίνει Χριστούγεννα: να συμβαίνουν τα πράγματα που θέλεις, την στιγμή που δεν τα περιμένεις. Κάτι Παλιό Όλα τα Thanksgiving, χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα επεισόδια από τα Φιλαράκια. Πού αλλού θα βρει κανείς γλυκά με μαρμελάδα και κρέας, πόθο για τον Ζακ Κουστώ, κρυφά μεθύσια σε φοιτητικές εστίες, Μπραντ Πιτ, δυσλειτουργικές οικογένειες, ασχημόπαπα που μεγαλώνοντας γίνονται κύκνοι, μαθήματα σαγήνης, κομμένα δάχτυλα που αντικαθίστανται με καρότα; Αλλά και στόχους για την νέα χρονιά, που συνδυάζονται απαραιτήτως με ένα μαύρο στενό δερμάτινο παντελόνι, χορογραφίες ξεθαμμένες από την εφηβεία, που επιτέλους ήρθε η ώρα να πάρουν την παγκόσμια αναγνώριση που τους αξίζει σε τηλεοπτικό σόου, χριστουγεννιάτικα τραγούδια κομμένα και ραμμένα στα μέτρα των φίλων σου, τον Άη Βασίλη και τον Σούπερμαν και ένα αρμαντίλο να αφηγούνται μια ιστορία για τα Χριστούγεννα σε ένα παιδί; Κάτι Δανεικό Μια βιντεοκασέτα με Τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Μίκυ (βασισμένο στα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Ντίκενς), στην πρώτη μεταγλώττιση στα ελληνικά, αυτήν του 1993. Μα, πώς αλλιώς μπορεί ένα παιδί να μάθει την λέξη “αγυρτεία”, αν όχι από κινούμενα σχέδια;  Μπορεί ο Σκρουτζ να λέει συνέχεια αυτήν την λέξη, αλλά, τελικά, μέχρι κι αυτός λυγίζει από τα πνεύματα των Χριστουγέννων. Φυσικά, η ταινία τελειώνει με τον Σκρουτζ να βοηθάει τους φτωχούς και να μοιράζει δώρα στα παιδιά. Στην ίδια κασέτα, υπάρχει και το Εργαστήριο του Άη Βασίλη. Αυτό το εργαστήριο έχει όλα όσα περιμένεις να δεις, ως παιδί – τουλάχιστον τότε. Και νάνους και ταράνδους και έλκηθρα και τον Άη Βασίλη να λέει “Χο-Χο-Χο” και έξω χιονίζει. Και έχει και πολλά, πολλά παιχνίδια που είναι όλα ζωντανά – όπως συμβαίνει στ’ αλήθεια, δηλαδή. Στην ίδια κασέτα, στο τέλος, υπάρχει και Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο του Πλούτο. Οι Τσιπ και Ντέηλ του κάνουν την ζωή δύσκολη. Ο Πλούτο είναι ο αντιήρωας της καρδιάς κάθε παιδιού, που παλεύει να σώσει τα Χριστούγεννα και τα στολίδια τους από την καταστροφική μανία των δύο – κατά τα φαινόμενα μόνο συμπαθητικών – σκίουρων.  Κάτι Γαλάζιο Το επεισόδιο 3 από την σειρά “Δεκάλογος” του Kieslowski. Μνήσθητι την ημέραν του Σαββάτου αγιάζειν αυτήν, ή αλλιώς, η τέταρτη εντολή.  Είναι παραμονή Χριστουγέννων και ο Janusz, οδηγός ταξί, ντύνεται Άγιος Βασίλης, σύμφωνα με το πολωνικό έθιμο, για να μοιράσει δώρα στα παιδιά του. Πηγαίνει στην εκκλησία μαζί με την γυναίκα του – που μοιάζει χαρούμενη. Τη γιορτινή οικογενειακή ατμόσφαιρα έρχεται να διακόψει μία άλλη γυναίκα, η Ewa. Τηλεφωνεί στον Janusz και του ζητάει να τη βοηθήσει να βρει τον άντρα της που αγνοείται.  Αυτός, σε ανάμνηση της ερωτικής σχέσης που είχε κάποτε μαζί της, δέχεται. Δικαιολογείται στην γυναίκα του και φεύγει με την πρώην αγαπημένη του προς τα νοσοκομεία και τα νεκροτομεία της πόλης.  Τελικά, περιπλανιέται όλη την νύχτα μαζί της. Η Ewa του αποκαλύπτει ότι, ευτυχώς που έμεινε μαζί της όλη την νύχτα. Γιατί αυτό, γι’ αυτήν, ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Όντως.  Το πρωί, o Janusz επιστρέφει στο σπίτι του. Ξημερώνει Χριστούγεννα και όλοι βρίσκονται εκεί που πρέπει.  Μάλλον.

Πώς το είδος του «υψηλού τρόμου» στον κινηματογράφο αναδιαμορφώνει το είδος – Μαίρη Τζέιν

Την τελευταία δεκαετία, το διαχρονικό είδος του τρόμου στον κινηματογράφο, έχει υποστεί μια δραματική μεταμόρφωση. Η άνοδος του «elevated horror» (προηγμένος / υψηλός τρόμος) επαναπροσδιόρισε τι περιμένει το κοινό από αυτές τις ταινίες, μετατοπίζοντας την εστίαση από το jump scares και το gore στο ψυχολογικό βάθος, το κοινωνικό σχόλιο και την οπτική καλλιτεχνία.   Παραδοσιακά, ο τρόμος βασιζόταν σε μοτίβα όπως στοιχειωμένα σπίτια, εκδικητικά πνεύματα και μασκοφόρους δολοφόνους. Ενώ αυτά τα στοιχεία παραμένουν, ο προηγμένος  τρόμος ακολουθεί μια πιο εκλεπτυσμένη προσέγγιση, συχνά αναμειγνύοντας τον τρόμο με άλλα είδη. Ταινίες όπως το “Get Out” (“Τρέξε!”) (2017), το “Hereditary” (“Η Διαδοχή”) (2018) και το “The Witch” (“Η Μάγισσα”) (2015) αποτελούν παράδειγμα αυτής της τάσης. Αντί να βασίζονται στον συμβατικό τρόμο, αυτές οι ταινίες εξερευνούν βαθιά ανησυχητικά θέματα όπως ο συστημικός ρατσισμός, τα οικογενειακά τραύματα και η κοινωνική καταπίεση.   Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του προηγμένου τρόμου είναι η χρήση της μεταφοράς. Στο “Get Out”, ο τρόμος του να είσαι παγιδευμένος σε ένα φιλελεύθερο νοικοκυριό λευκών γίνεται αλληγορία για την ύπουλη φύση του ρατσισμού. Παρομοίως, το “Hereditary” μετατρέπει τη θλίψη και την οικογενειακή δυσλειτουργία σε στοιχειωτικό, σχεδόν κοσμικό τρόμο. Αυτές οι ταινίες έχουν απήχηση επειδή αγγίζουν καθολικούς φόβους που εκτείνονται πέρα από την οθόνη, κάνοντας τον τρόμο να μοιάζει πιο προσωπικός και βαθύς.   Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα του υψηλού τρόμου είναι η δέσμευσή του στην αισθητική ποιότητα. Σκηνοθέτες όπως ο Ari Aster (“Hereditary”, “Midsommar”) και ο Robert Eggers (“The Witch”, “The Lighthouse”) δημιουργούν οπτικά εντυπωσιακά έργα που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από μεγάλες παραγωγές άλλων ειδών. Μακρά, παρατεταμένα πλάνα, συμβολικές εικόνες και επιβλητικός ηχητικός σχεδιασμός είναι λίγα από τα στοιχεία που συντρέχουν, ώστε να βυθίσουν τους θεατές σε έναν κόσμο όπου ο τρόμος παραμένει σε κάθε καρέ. Αυτή η προσοχή στη λεπτομέρεια αναβαθμίζει το είδος, κάνοντάς το πιο ελκυστικό στο κοινό που διαφορετικά θα μπορούσε να απορρίψει τον τρόμο ως χαμηλού επιπέδου.   τρόμος, με την ικανότητά του να αντιμετωπίζει θέματα ταμπού, έχει γίνει το ιδανικό μέσο για τη διερεύνηση των ανησυχιών της σύγχρονης ζωής. Θέματα όπως η κλιματική αλλαγή, η ψυχική υγεία και η κοινωνική ανισότητα βρίσκουν όλο και περισσότερο χώρο στο είδος, διευρύνοντας περαιτέρω την απήχησή του.   Καθώς ο προηγμένος τρόμος συνεχίζει να κερδίζει έδαφος, είναι σαφές ότι το είδος δεν περιορίζεται πλέον στα παραδοσιακά του όρια. Συνδυάζοντας την καλλιτεχνικότητα, την κοινωνική συνάφεια και το ψυχολογικό βάθος, αυτές οι ταινίες αποδεικνύουν ότι ο τρόμος μπορεί να τρομάξει, να διαφωτίσει και να συντονίσει ταυτόχρονα.

Η Μαγεία των Αντιηρώων σε Λογοτεχνία και Κινηματογράφο – Όταν οι “Κακοί” Κλέβουν την Παράσταση – Μαίρη Τζέιν

Οι αντιήρωες γοητεύουν το κοινό στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο εδώ και γενιές, κλέβοντας συχνά τις εντυπώσεις από τους παραδοσιακούς ήρωες. Χαρακτηρίζονται από τις ηθικά διφορούμενες πράξεις τους και τις πολύπλοκες προσωπικότητές τους και προκαλούν γοητεία και ίντριγκα. Τι κάνει αυτούς τους αντιήρωες τόσο ελκυστικούς; Μια από τις πιο συναρπαστικές πτυχές των αντιηρώων είναι το πόσο πιο εύκολο είναι να ταυτιστεί κανείς μαζί τους. Πολλοί αντιήρωες ενσαρκώνουν χαρακτηριστικά που αντικατοπτρίζουν περισσότερο την ανθρώπινη εμπειρία από ό,τι το αρχετυπικό «καλό παιδί». Οι άνθρωποι είναι πλάσματα με πάθη και ελαττώματα, επομένως αυτή η έλειψη εξιδανίκευσης των “κακών” είναι αυτό που τους κάνει -εν τέλει- πιο ανθρώπινους.  Επιπλέον, οι αντιήρωες διαθέτουν συχνά ένα βάθος που δεν διαθέτουν οι παραδοσιακοί πρωταγωνιστές. Χαρακτήρες όπως ο Τζόκερ του Heath Ledger στο «The Dark Knight» είναι πολύπλευροι, καθοδηγούμενοι από πολύπλοκα κίνητρα που τους καθιστούν απρόβλεπτους και συναρπαστικούς. Η αλλοπρόσαλλη φύση του Τζόκερ λειτουργεί ως αντίβαρο στην ηθική ακαμψία του Μπάτμαν, θέτοντας ερωτήματα για την ίδια την ηθική. Μέσα από την πολυπλοκότητά τους, οι αντιήρωες προκαλούν τις αντιλήψεις του κοινού, αναγκάζοντάς το να επανεξετάσει το νόημα της δικαιοσύνης, της πίστης και της προσωπικής θυσίας. Αυτό το βάθος προσκαλεί πλούσιες συζητήσεις σχετικά με την ηθική και την δεοντολογία, καθιστώντας τους κάτι περισσότερο από απλούς κακοποιούς – είναι φιλοσοφικά αινίγματα που συντονίζονται με το κοινό σε πολλαπλά επίπεδα. Η αφηγηματική σημασία των αντιηρώων παίζει επίσης καθοριστικό ρόλο στην ελκυστικότητά τους. Ανατρέποντας τις παραδοσιακές αφηγηματικές συμβάσεις, δημιουργούν δυναμική ένταση στην πλοκή. Αυτή η ένταση συχνά οδηγεί την ιστορία προς τα εμπρός, καθώς το κοινό δεν είναι σίγουρο για το πόσο μακριά θα φτάσουν αυτοί οι χαρακτήρες στην επιδίωξη των στόχων τους. Η αναμονή της επόμενης κίνησής τους, είτε πρόκειται για προδοσία είτε για μια απροσδόκητη πράξη καλοσύνης, κρατά τους θεατές αφοσιωμένους και επενδυμένους. Για παράδειγμα, στο «Dexter», ο ομώνυμος χαρακτήρας λειτουργεί ως εκδικητής κατά συρροή δολοφόνος, κινούμενος σε έναν κόσμο όπου είναι ταυτόχρονα θηρευτής και προστάτης. Αυτή η δυαδικότητα όχι μόνο προωθεί την ιστορία, αλλά θέτει και ηθικά διλήμματα σχετικά με τη δικαιοσύνη και την εκδίκηση. Τέλος, οι αντιήρωες συχνά πυροδοτούν συζητήσεις σχετικά με τους κοινωνικούς κανόνες και τη φύση της ανθρωπότητας. Χαρακτήρες όπως η Σκάρλετ Ο’ Χάρα από το «Όσα παίρνει ο άνεμος» προκαλούν τις κοινωνικές προσδοκίες μέσω της φιλοδοξίας και της αδίστακτης συμπεριφοράς τους. Δείχνοντας πώς η παραδοσιακή ηθική μπορεί να λυγίσει ή να σπάσει, αυτοί οι αντιήρωες ωθούν το κοινό να αμφισβητήσει την τυφλή προσκόλληση στους κοινωνικούς κανόνες και να εξερευνήσει τις αποχρώσεις του γκρίζου που υπάρχουν μέσα στις ηθικές επιλογές. Εν κατακλείδι, ο μαγνητισμός των αντιηρώων στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο πηγάζει από τη σχετικότητά τους, το βάθος των χαρακτήρων τους, τις ανατρεπτικές αφηγήσεις και τα πλούσια ηθικά ερωτήματα που προκαλούν. Αυτή η σύνθετη αλληλεπίδραση των στοιχείων όχι μόνο γοητεύει το κοινό αλλά και εμπλουτίζει τις ιστορίες στις οποίες κατοικούν, καθιστώντας τους αντιήρωες πραγματικά αξέχαστες μορφές στο πάνθεον της αφήγησης.

Το μπλε του Blue Velvet – Μαίρη τζέιν

Η ταινία του David Lynch «Blue Velvet» του 1986 είναι γνωστή για τη σουρεαλιστική της αφήγηση, που συνδυάζει στοιχεία μυστηρίου, τρόμου και προαστιακής αισθητικής. Κεντρικό ρόλο στη θεματολογία και την οπτική αφήγηση παίζει το μπλε χρώμα, το οποίο αναδεικνύεται ως ένα πολύπλευρο σύμβολο που αντιπροσωπεύει τόσο την αθωότητα όσο και τις σκοτεινές πραγματικότητες της ανθρώπινης εμπειρίας. Μέσα από αυτή τη βαθιά εξερεύνηση του μπλε, ο Lynch αντιπαραβάλλει αριστοτεχνικά την αντιληπτή ηρεμία του αμερικανικού προαστιακού τοπίου με το γκροτέσκο που κρύβεται κάτω από την επιφάνειά του. Στα θεμέλιά του, το μπλε χρώμα προκαλεί μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης, που συχνά συνδέεται με συναισθήματα οικειότητας και σταθερότητας. Στο «Blue Velvet», αυτό απεικονίζεται μέσω των εναρκτήριων σκηνών, οι οποίες είναι καλυμμένες με μια ονειρική πινελιά μπλε αποχρώσεων που απεικονίζουν τη φαινομενικά τέλεια πόλη Lumberton. Οι εικόνες του γαλάζιου ουρανού και των ζωηρών λουλουδιών παρουσιάζουν μια πρόσοψη ειδυλλιακής προαστιακής ζωής, ενσαρκώνοντας μια νοσταλγική άποψη της αμερικανικής αθωότητας. Ωστόσο, καθώς η αφήγηση εξελίσσεται, ο Lynch αποκαλύπτει ότι αυτή η ηρεμία είναι επιφανειακή. Το μπλε χρώμα λειτουργεί έτσι ως οπτικό σύνθημα, σηματοδοτώντας την επικείμενη αντιπαράθεση μεταξύ της αθωότητας και των σκοτεινών ρευμάτων της πραγματικότητας. Μια από τις σημαντικότερες αναπαραστάσεις του μπλε στην ταινία είναι το ομώνυμο μπλε βελούδινο ύφασμα. Αυτό το υλικό, συνώνυμο της πολυτέλειας και της κομψότητας, καλεί τους θεατές να αναλογιστούν τη διπλή του σημασία. Συμβολίζει όχι μόνο μια αισθητική επιλογή αλλά και την πολυπλοκότητα της επιθυμίας και τη γοητεία της ομορφιάς που μπορεί να κρύβει σκοτεινές αλήθειες. Το βελούδινο ύφασμα συνδέεται κυρίως με τον χαρακτήρα της Dorothy Vallens, η ζωή της οποίας είναι συνυφασμένη τόσο με τον αισθησιασμό όσο και με τη θυματοποίηση. Οι ερμηνείες της, οι οποίες είναι ποτισμένες στο μπλε χρώμα, αναδεικνύουν την τραγική φύση της επιθυμίας που συνδέεται με τον πόνο και την αναζήτηση της ταυτότητας εν μέσω τραύματος. Καθώς η Ντόροθι τραγουδάει αισθησιακά μέσα στο μπλε φόρεμά της, γίνεται φανερό ότι ο Lynch απεικονίζει τη σαγηνευτική αλλά και επικίνδυνη φύση αυτής της γοητείας, διαφωτίζοντας τις εγγενείς αντιφάσεις στην αναζήτηση της ευτυχίας. Επιπλέον, η χρήση του μπλε επεκτείνεται στην ψυχολογική σφαίρα των χαρακτήρων. Ο Jeffrey Beaumont, τον οποίο ενσαρκώνει ο Kyle MacLachlan, ξεκινά ένα ταξίδι ανακάλυψης που ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και ηδονοβλεψίας. Το μπλε χρώμα σηματοδοτεί την επιθυμία του Jeffrey να εμβαθύνει στη διπλή ύπαρξη της φαινομενικά τέλειας ανατροφής του στα προάστια, ενώ ταυτόχρονα εξερευνά την πολυπλοκότητα των σχέσεων των ενηλίκων.  Ο Lynch χρησιμοποιεί με δεξιοτεχνία τα αντιθετικά μοτίβα του φωτός και του σκότους, της αθωότητας και της διαφθοράς, σε όλη τη διάρκεια του «Blue Velvet». Η έντονη αντίθεση του μπλε με τις πιο σκούρες αποχρώσεις σηματοδοτεί την ένταση μέσα στην αφήγηση και τις εσωτερικές μάχες των χαρακτήρων. Σε στιγμές αυξημένου συναισθήματος, όπως αντιπαραθέσεις ή επιφάνειες, το μπλε χρώμα συχνά εντείνεται, προτρέποντας τους θεατές να αναγνωρίσουν την ταραχή των χαρακτήρων. Αυτό κορυφώνεται με την κατανόηση ότι η αθωότητα, που συμβολίζεται από το ζωηρό μπλε, δεν είναι μόνο πολύτιμη αλλά και ευάλωτη στην εισβολή της κακίας. Εν κατακλείδι, το μπλε χρώμα στο «Blue Velvet» περικλείει μια ισχυρή διχοτόμηση αθωότητας και διαφθοράς, ομορφιάς και τρόμου. Η χρήση αυτού του χρώματος από τον Lynch αντανακλά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και τις πολύπλευρες εμπειρίες της επιθυμίας, του τραύματος και της ταυτότητας. Μέσα από πλούσιους οπτικούς συμβολισμούς, το «Blue Velvet» ξεπερνά την απλή αφήγηση για να προσκαλέσει σε βαθύ στοχασμό των πραγματικοτήτων που διέπουν την αναζήτηση του αμερικανικού ονείρου, αποκαλύπτοντας ότι κάτω από την επιφάνεια, πρέπει κανείς να παλέψει με τις σκιές για να κατανοήσει πραγματικά τον εαυτό του. Μέσα από αυτόν τον φακό, το μπλε χρώμα αναδεικνύεται όχι μόνο ως μια οπτική επιλογή, αλλά ως ένα ουσιαστικό θεματικό στοιχείο που εδραιώνει το «Blue Velvet» ως μια διαρκή εξερεύνηση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Body Horror – αναστασία Αντωνακάκη

Υπάρχει, λέει, ένα είδος στο σινεμά, που λέγεται Body Horror. Τρόμος του σώματος. Τρόμος για το σώμα. Σωματικός τρόμος. Η Ψ. δεν ξέρει ακριβώς πώς να το μεταφράσει, γιατί δεν βλέπει τέτοια.  Ίσως γιατί τα ζει και, και να τα ζει, και να τα βλέπει, κάπως της είναι πολύ. Με το σώμα της, η Ψ. έχει σχέση τρόμου. Την μια μέρα το βλέπει όμορφο. Tην άλλη, τερατώδες. Ώρες-ώρες, του αξίζει να αγαπηθεί, πιστεύει – αλλά τις περισσότερες ώρες, πιστεύει το αντίθετο. Ειδικά τις μέρες που περιμένει το αίμα να την τιμωρήσει που δεν έγινε ακόμη μητέρα. Οι μέρες αυτές είναι πραγματικός τρόμος. Όχι ότι υπάρχει και ψεύτικος τρόμος, κάθε τρόμος αληθινός είναι. Αλλά ο τρόμος αυτών των ημερών, για την Ψ., είναι λίγο πιο πραγματικός. Τις μέρες αυτές, η Ψ. δεν μπορεί να κοιμηθεί, να ανασάνει, να σκεφτεί. To μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αναρωτιέται δύο πράγματα. Πρώτον, σε τι έφταιξε. Και δεύτερον, είναι έτσι ο τρόμος σε κάθε διάσταση; Θέλω να πω, μήπως υπάρχει κάποιο μέρος που ο τρόμος δεν είναι τρόμος αλλά δέος, ομορφιά και θαυμασμός;  Η Ψ., όπως και τα περισσότερα κορίτσια της εποχής της, μεγάλωσε με το πρότυπο του θανάτου και της νευρικής ανορεξίας κι όταν ήταν μικρότερη, ευχόταν να είχε κι αυτή ένα πρόβλημα υγείας που θα της έκοβε την όρεξη – μαχαίρι. Μάλλον το φαγητό, για τις γυναίκες, ήταν κάτι σαν το σεξ – αν το απολαμβάνουν, πρέπει να έχουν ενοχές γι’ αυτό. Και γι’ αυτό. Όταν ήταν μικρή, η πρώτη ταινία που είδε ποτέ ήταν ο Μάγος του Οζ. Το έγχρωμο, το τεκνικόλορ. Έλεγε “τεκνικόλορ” με την παιδική της φωνή, που δεν πρόφερε καλά το ρο, δεν ήξερε ακόμη να διαβάζει, δεν διάβαζε τους υπότιτλους, αλλά ήξερε πού αλλάζει η σέπια και γίνεται χρώμα, εκεί, εκεί μετά τον τυφώνα, μετά που πετάνε οι άνθρωποι έξω απ’ το παράθυρό της, τότε εκεί γίνεται με χρώμα. Ήξερε την χροιά της φωνής όλων των ηρώων, τον Τότο το σκυλί, την θεία Εμ, τους εργάτες στο κτήμα, τα μαντσκινζ, τον δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια, την μάγισσα, τα γοβάκια, ήξερε την θημωνιά, αν και δεν μπορούσε ακόμη να πει “θημωνιά”, αλλά την ήξερε, ήταν εκεί που ακουμπούσε η Ντόροθι και τραγουδούσε. Όταν μεγάλωσε, διάβασε για το Σκιάχτρο, που του έμειναν για πάντα οι ρυτίδες από την μάσκα που φορούσε για τα γυρίσματα. Διάβασε για τον Τενεκεδένιο, που άλλαξε ο ηθοποιός γιατί ξύπνησε ένα πρωί και δεν μπορούσε πια να ανασάνει – τα χημικά που χρησιμοποιούσαν για το βάψιμο – και άλλαξε ο ηθοποιός γιατί δεν γινόταν να σταματήσουν τα γυρίσματα, τόσα λεφτά για το τεκνικόλορ κι ο άλλος ήθελε να πάει στο νοσοκομείο, φαίνεται μάλλον δεν ήταν αρκετά παθιασμένος με την δουλειά του. Για την μάγισσα, που η πράσινη μπογιά ήταν κι αυτή χημική, αν ξεχνιόταν και την έγλειφε μπορεί και να μην ζούσε τώρα – να μην ξεχνιόσουν, εδώ δεν υπάρχει περιθώριο λάθους. Μηδενική ανοχή στα ατυχήματα. Όχι ατυχήματα, όχι λάθη σε στούντιο και σετ.  Και γι’ αυτήν την σκηνή με την φωτιά, σ’ εκείνη τη σκηνή η φωτιά είναι αληθινή, και η πόρτα από πίσω σκαλώνει και η μάγισσα δεν προλαβαίνει να φύγει και καίγεται, καίγεται στ’ αλήθεια, οι σάρκες της καίγονται, μέχρι σήμερα έχει τα εγκαύματα και τα γυρίσματα πρέπει να συνεχιστούν, δεν υπάρχει χρόνος, το τεκνικόλορ είναι καινοτομία και το’ χουμε συνδυάσει με το ασπρόμαυρο, καινοτομία και τεχνολογία οι πυλώνες της σύγχρονης οικονομίας και της σύγχρονης τέχνης, δεν μπορούμε τώρα να πάμε ξανά προς τα πίσω κι έτσι η μάγισσα δεν μίλησε ποτέ. Για την Τζούντι Γκάρλαντ, που το Χόλιγουντ της έδινε χάπια για να της κοπεί η όρεξη και να είναι το κορίτσι που πρέπει για να παίξει την Ντόροθι. Ή μάλλον, όχι για να παίξει – για να είναι. Της έδιναν χάπια για να αντέχει όρθια και μετά της έδιναν χάπια για να κοιμηθεί. Η μαμά της ήταν εκεί και την προστάτευε, επέβλεπε την ώρα που παίρνει το κάθε χάπι – μην και τα πάρει όλα μαζί, και δεν κάνουν σωστά την δουλειά τους. Όταν μεγάλωσε και διάβασε όλα αυτά, η Ψ. κατάλαβε ότι το παιδικό παραμύθι του ενός κοριτσιού ήταν ο εφηβικός εφιάλτης ενός άλλου. Το body horror της. Και κάπως έτσι, η Ψ. άρχισε να γράφει τα δικά της παραμύθια. Και τα κορίτσια δεν είχαν πια εφιάλτες.