Συνοικία το όνειρο – Mary D

Η δεκαετία του ΄60 βρίσκει την Ελλάδα στο μεταίχμιο μιας αλλαγής. Σημαντικά γεγονότα σηματοδότησαν την εποχή ενώ ταυτόχρονα νέες ιδέες έκαναν την εμφάνισή τους. Πρόκειται για μια περίοδο όπου  πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις έρχονται στο προσκήνιο. Η δολοφονία του Λαμπράκη το 1963, τα Ιουλιανά το 1965 και το πραξικόπημα του 1967 συγκαταλέγονται στα πολιτικά δρώμενα τις εποχής τα οποία  προκάλεσαν αναταραχές και ανατροπές. Απ’ την άλλη υπάρχει ένα κλίμα ανάπτυξης επηρεασμένο από δυτικά πρότυπα όπως αυτό του ελεύθερου εμπορίου, της βιομηχανίας και της κατανάλωσης. Η συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας στις πόλεις αυξάνει την αστυφιλία ενώ παράλληλα ευνοείται και η μετανάστευση. Πρωταρχικό ρόλο έχει η νεολαία που υιοθετεί νέες τάσεις ως προς τη μουσική κουλτούρα, τη μόδα και ταυτόχρονα αποκτά πολιτική αντίληψη και κινητοποιείται. Οι νέοι τολμούν να αμφισβητούν, να ονειρεύονται και να έχουν ελευθερία έκφρασης. Η λογική του συμβιβασμού και του κατεστημένου αναιρείται. Υπάρχει σεξουαλική απελευθέρωση και ισότητα των φύλων. Επίσης είναι μια περίοδος όπου υπάρχει άνθιση στην λογοτεχνία, στον κινηματογράφο και στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι (Αργέντη, n.d.). Ο κινηματογράφος σημειώνει σημαντική αύξηση εγχώριας παραγωγής ταινιών και γίνεται δημοφιλής. Ακολουθεί τα πρότυπα μιας βιομηχανίας και γίνεται εμπορικό προιόν.  Τα είδη που κυριαρχούν είναι η κωμωδία, το μελόδραμα, τα μιούζικαλ και οι ταινίες ορεινής περιπέτειας λεγόμενες ως «φουστανέλλες». Επίσης το «star system» καθιστά κάποιους ηθοποιούς πρώτους στις προτιμήσεις του κοινού οι οποίοι αναπαριστούν γνώριμους και τυποποιημένους  ρόλους σε κάθε ταινία. (Μυλωνάκη, 2014) Την ίδια περίοδο ξεκινάει το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με σκοπό την παρουσίαση και την βράβευση των Ελληνικών ταινιών. Ο κύκλος θα κλείσει στην αρχή της Μεταπολίτευσης με την έλευση της τηλεόρασης και με την έναρξη του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου όπου προβάλλονται νέες αξίες (ΔΕΡΜΕΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, 1999). Εκτός όμως από τον εμπορικό κινηματογράφο υπήρξαν εκείνη την εποχή και άλλες απόπειρες που ανήκαν στο είδος την κοινωνικής δραματικής ταινίας και τοποθετούνται στο ρεύμα του Νεορεαλισμού. (ΣΚΟΠΕΤΕΑΣ, 2015) Η κρίση των πολιτικών εξελίξεων οδήγησε στον αναστοχασμό της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του παρελθόντος. Ο κινηματογράφος ως ένας νέος τρόπος έκφρασης ήταν ο χώρος της αποκάλυψης και της δημοσιοποίησης όπου θα εισχωρούσε σε αυτά τα θέματα με ακρίβεια και διαφάνεια. Νέοι σκηνοθέτες τόλμησαν να απεικονίσουν τις τρομακτικές ασάφειες οι οποίες είχαν διαλύσει την κοινωνία που πάλευε να ξεπεράσει τον εμφύλιο πόλεμο και την καταπίεση της προηγούμενης δεκαετίας. Τέτοιου είδους ταινίες ήθελαν να μεταδώσουν τα τραύματα που υπήρχαν από τα πρόσφατα γεγονότα αλλά και τα συνεχή κύματα μετανάστευσης. Η ταινία του Αλέκου Αλεξανδράκη < Η συνοικία το Όνειρο> είναι μία από αυτές που θίγει θέματα κοινωνικά, αποτυπώνοντας τις αντιθέσεις που κυριαρχούσαν. Με έντονο ρεαλισμό και με μια θλιβερή ατμόσφαιρα αποτυπώνει την φτώχεια και την αθλιότητα των ανθρώπων. Τα πλάνα του, εκθέτουν και αποδοκιμάζουν την ανώτερη οικονομικά τάξη σε αντίθεση με την εργατική τάξη. Είναι μια ταινία ιδεολογική που αποτυπώνει τους καταπιεσμένους και περιθωριοποιημένους με μια διαφορετική οπτική, ενάντια στο ρεύμα της εποχής. (Karalis, 2012) Σε μια φτωχογειτονιά της μεταπολεμικής Αθήνας είναι τα γυρίσματα του έργου τα οποία παρουσιάζουν μικροαπατεώνες, πλανόδιους πωλητές, φτωχοκόριτσα που προσπαθούν να ξεφύγουν από την φτώχεια και την ανέχεια. Όλοι θέλουν να ζήσουν ένα καλύτερο αύριο και με διάφορους τρόπους επιδιώκουν να ρισκάρουν για να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα. Παρόλο όμως που δεν τα καταφέρνουν δεν απογοητεύονται  και συνεχίζουν την ζωή τους με αξιοπρέπεια. Με μια γραμμική αφήγηση μας παρουσιάζονται οι καταστάσεις που ζουν οι άνθρωποι της συνοικίας. Είναι εμφανής η νεορεαλιστική επιρροή που υιοθετεί ο σκηνοθέτης καθώς απεικονίζει την καθημερινότητα όπως είναι, χωρίς να δώσει κάποιο επιπλέον στίγμα μελοδραματισμού και συναισθηματισμού. Οι εικόνες της παραγκούπολης σε συνδυασμό με την ασπρόμαυρη φωτογραφία αποδίδουν το βαρύ κλίμα της μιζέριας που επικρατούσε. Άνθρωποι που δεν είχαν ούτε τα απαραίτητα και αυτό απεικονίζεται στα σπίτια τους που ήταν αυτοσχέδιες καλύβες, στα ρούχα τους με τα μπαλώματα, τα τρύπια παπούτσια τους και στα ταλαιπωρημένα πρόσωπά τους, προσπαθούσαν να επιβιώσουν σκαρώνοντας ληστείες ενώ τα  κορίτσια επιδίωκαν να γίνουν σταρ του κινηματογράφου για να ξεφύγουν από την φτώχεια. Τολμούσαν να ονειρεύονται και αυτό τους οδηγούσε σε πράξεις που ενώ δεν ήταν του χαρακτήρα τους, ήταν η μόνη λύση για να μεταπηδήσουν σε έναν καλύτερο τρόπο ζωής. Όταν όμως έφταναν στο τέλος και μπορούσαν να επιλέξουν, η ανθρωπιά τους, τους εμπόδιζε να προχωρήσουν και γύριζαν πίσω στην συνοικία τους και ήλπιζαν ότι θα αλλάξουν τα πράγματα και θα έρθουν οι καλύτερες μέρες. Μια ταινία με  συμβολισμούς όπως οι χαρταετοί στην αρχή και στο τέλος που πετούν στον ουρανό οι οποίοι προσδίδουν μια ελπίδα αισιοδοξίας και με αντιθέσεις καθώς ο σκηνοθέτης έξω από την παραγκούπολη μας δείχνει έναν άλλο κόσμο που ζεί σε βίλες και έχει καμπριολέ αυτοκίνητα. Αδιαμφισβήτητα η ταινία του Αλεξανδράκη ήθελε να δείξει την ελληνική πραγματικότητα της εποχής που πέρασε, όχι ωραιοποιημένη αλλά όπως πραγματικά ήταν. Ο πόλεμος είχε τελειώσει αλλά οι μνήμες υπήρχαν στο μυαλό των ανθρώπων όσο και αν η νέα εποχή που ξεκινούσε, προσπαθούσε να τις αποκρύψει. Οι ταξικές διαφορές άρχισαν να εξαλείφονται και η μεσαία τάξη που ξεπηδούσε μαζί με όλες τις νεοφερμένες  συνήθειες ήταν έτοιμη να παίξει τον πρώτο ρόλο. Σ’ αυτήν άνηκε και η απόπειρα του σκηνοθέτη, ο οποίος ένιωσε την ανάγκη σαν ισότιμο μέλος της κοινωνίας να μιλήσει για το παρελθόν και να αναβιώσει τις πληγές της Ελλάδας που κάποιες ήταν ακόμα ανοιχτές.

Απάχηδες των Αθηνών – Mary D

Οι «Απάχηδες των Αθηνών», η ταινία του Δ. Γαζιάδη που γυρίστηκε το 1930 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες του πρώιμου ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που συνοδευόταν από ηχογραφημένη μουσική και τραγούδια ακολουθώντας τα βήματα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Όμως δεν είναι μόνο αυτό το γεγονός που την κάνει να ξεχωρίζει και να την χαρακτηρίζει αριστούργημα της εποχής. Ο σκηνοθέτης σε μια δύσκολη οικονομικά εποχή δεν αρκείται στα γυρίσματα μέσα στο στούντιο αλλά καταφεύγει και σε εξωτερικά  καταφέρνοντας να αποτυπώσει το κλίμα της εποχής, της Αθήνας του μεσοπολέμου που μαρτυρούν τις καταστάσεις που επικρατούσαν τότε και αποτελούν ντοκουμέντα.  Καθώς η ταινία διαδραματίζεται στις φτωχογειτονιές της παλιάς Αθήνας βλέπουμε να προβάλλονται όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την αθλιότητα της πόλης. Η διεύθυνση φωτογραφίας της ταινίας συνδράμει σε αυτό αφού στο μεγαλύτερο μέρος της παρατηρούμε έντονες σκιές από τα μισογκρεμισμένα σπίτια που αποτυπώνονται στα στενά δρομάκια της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος της συνοικίας είναι σκοτεινό αφού το φως δείχνει ότι δεν περνάει μέσα σ΄ αυτή και οι άνθρωποι σαν τα ποντίκια περιφέρονται στα στενά δρομάκια. Μόνο από τα σημεία διαφυγής του δρόμου φαίνεται ότι προέρχεται το φως θέλοντας να περάσει στον θεατή ότι φεύγοντας από εκεί θα υπάρχει καλύτερη ζωή.  Όμως και στο εσωτερικό των σπιτιών τα πράγματα δεν είναι καλύτερα αφού και εκεί διακρίνεται η εξαθλίωση των ανθρώπων. Παρατηρούμε ένα μαύρο χρώμα να απλώνεται παντού κάνοντας το κλίμα πιο βαρύ. Τοίχοι φθαρμένοι, τζάμια σπασμένα χωρίς να αχτίδες φωτός να περνούν από αυτά, ρούχα κουρελιασμένα, έπιπλα μισοσπασμένα, άνθρωποι ατημέλητοι, σκληροί με μόνη τους έννοια την επιβίωση.  Σε αντίθεση με αυτά που βλέπουμε στις συνοικίες της Αθήνας υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα η οποία βρίσκεται σε μικρό βαθμό, όμως δεν παύει να ισχύει από τότε. Η πλούσια οικογένεια που ζει στην εξοχή εύπορα χωρίς προβλήματα καθώς όλα στην ζωή τους κυλούν ομαλά. Εδώ τα εξωτερικά γυρίσματα έχουν ένα διάχυτο φως τονίζοντας όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την πολυτελή ζωή. Υπάρχουν φυτά περιποιημένα που ζωντανεύουν το σκηνικό, ωραίοι χώροι καθαροί, γεύματα πλουσιοπάροχα, άνθρωποι καλοντυμένοι με καλλιτεχνικές ανησυχίες, εκλεπτυσμένοι, χαρούμενοι χωρίς ίχνος μιζέριας και μουντάδας. Χωρίς  λοιπόν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατάσταση που επικρατεί σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης διακρίνουμε την αλαζονεία και την υπεροψία που βγάζουν μέσα από τα κάδρα του σκηνοθέτη.  Αδιαμφισβήτητα μέσα από αυτήν την ταξική διαφορά γίνεται πιο αντιληπτό το μήνυμα της ταινίας η οποία αποτυπώνει με ένα ρεαλισμό τα δύο κοινωνικά άκρα που επικρατούσαν εκείνη την εποχή καθώς και τις συνθήκες που βίωνε η κάθε τάξη.   Ωστόσο δεν λείπουν και τα πλάνα των ιστορικών χώρων της Αθήνας που αναδεικνύουν την κουλτούρα της. Από την αρχή ο σκηνοθέτης μας εδραιώνει στο κέντρο της πόλης δείχνοντας την Ακρόπολη και όσα την περιβάλλουν. Με ένα μακρινό πλάνο και με το διάχυτο φως του μεσημεριανού ήλιου που την φωτίζει την κάνει πιο επιβλητική. Τα χρώματα είναι λίγο πιο θερμά σε αποχρώσεις του πορτοκαλίκαι ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπες ασπρόμαυρες αποχρώσεις που επικρατούν στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Η εικόνα αυτή του ιστορικού κέντρου δεν σε παραπέμπει στα ερείπια κάτω από αυτό, καθώς επίσης και οι δρόμοι τριγύρω που βλέπουμε στη μέση του έργου, δεν δίνουν στον θεατή την εντύπωση της εξαθλίωσης της Αθήνας. Παρόλα αυτά κάτω από τα αρχαία μνημεία και πίσω από τους κεντρικούς δρόμους που τα πρώτα αυτοκίνητα είχαν κάνει την εμφάνιση τους υπήρχαν άνθρωποι που πάλευαν για την επιβίωση.  Συνοψίζοντας βλέπουμε ότι η ταινία επιλέγει να μας παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές της ζωής στην πόλη της Αθήνας του 1930 μέσα από την πλοκή της ιστορίας. Παρουσιάζει τις φτωχογειτονιές μέσα από μια σκοτεινή φωτογραφία, δείχνει τα μεγαλοπρεπή ανάκτορα και μας ξεναγεί στο κέντρο της πόλης όπου φαίνεται να υπάρχει το ξεκίνημα μιας αστικής ζωής. Βιβλιογραφία  Θάνος Μαντζάνας, 2020. “HUFFPOST”.Οι Απάχηδες των Αθηνών  Available at: https://www.huffingtonpost.gr/entry/oi-apachedes-ton-athenon_gr[Accessed 14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2020].

Ο Κυνοδόντας – Mary D

«Ο Κυνόδοντας» η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου προβλήθηκε το 2010 στην  Ελλάδα και απέσπασε αρκετά βραβεία και καλές κριτικές τόσο στην Ελλάδα όσο και  στο εξωτερικό. Στην ταινία παρουσιάζεται ο εγκλεισμός μιας πενταμελούς οικογένειας. Μελετώντας την,  παρατηρούμε ότι η οικογένεια ζει σε ένα απομονωμένο, πολυτελές σπίτι με τα τρία  παιδιά που είναι μεγαλύτερα σε ηλικία εκπαιδεύοντάς τα και διαστρεβλώνοντας την  σημασία κάποιων λέξεων για να μην μάθουν την πραγματική τους αξία π.χ. το  τηλέφωνο είναι η αλατιέρα και η εκδρομή είναι ένα δομικό υλικό. Τους  παραπληροφορούν για πολλά πράγματα φτάνοντας σε ακρότητες όπως ότι για να  φύγουν από το σπίτι πρέπει να πέσει ο κυνόδοντάς τους. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον  τα παιδιά αντιδρούν  και ξεσπούν μερικές φορές με βία. Η μόνη  ξένη επιρροή είναι μια υπάλληλος του πατέρα όπου έρχεται στο σπίτι για να κατευνάσει  τις σεξουαλικές επιθυμίες του γιου. Ωστόσο προκαλεί αναστάτωση και την θέση της  παίρνει η αδερφή του νεαρού η οποία στο τέλος αποφασίζει ότι έφτασε η στιγμή να  σπάσει τον κυνόδοντά της για να βγεί από το σπίτι και αφού το επιχειρεί κλείνετε στο  πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα για να την μεταφέρει έξω. Τονίζοντας το μοντέλο μιας πατριαρχικής οικογένειας ο Λάνθιμος τοποθετεί σε  ένα καλοδιατηρημένο σπίτι πέντε χαρακτήρες χωρίς να δείχνει το χρόνο ή το χώρο που  λαμβάνει δράση. Ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση με ένα αργό μοντάζ και ενώνει τα  πλάνα χωρίς να υπάρχουν σκηνοθετικά τρικ. Οι περισσότερες σκηνές είναι μέσα στο  σπίτι και στον κήπο όπου η κάμερα είναι στατική, ενώ με μεσαία πλάνα που κόβει τα  κεφάλια των χαρακτήρων προσπαθεί να αποδώσει το αίσθημα της έλλειψης της  προσωπικής ανάγκης και επιλογής. Η πρόθεση του σκηνοθέτη να σοκάρει αλλά και να  περάσει μηνύματα είναι αυτή που τον οδηγεί σε βίαιες σκηνές. Παρόλα αυτά με ένα  διάχυτο φως σε όλα τα κάδρα του παρουσιάζει τις στιγμές της οικογένειας εστιάζοντας  στα γεγονότα και όχι τόσο στη σκηνογραφία αφού δεν υπάρχει κάτι που να  διαφοροποιεί το σπίτι από ένα συνηθισμένο. Επίσης χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους  διαλόγους και με νωχελικές και ρομποτικές ερμηνείες που πολλές φορές έχουν και κενά  αποστασιοποιεί τον θεατή και βοηθάει να αποδοθεί το αρρωστημένο κλίμα ακόμα  περισσότερο. Εν κατακλείδι, διαπιστώνουμε ότι ο Λάνθιμος κατασκευάζοντας μια  μεταμοντερνιστική ταινία θέλησε να δείξει ένα ιδιαίτερα ακραίο οικογενειακό δεσμό  για να προκαλέσει το ενδιαφέρον και να δείξει τα όρια του ανθρώπου.

JOKER – Mary D

Η ταινία γυρισμένη το 2019 εξελίσσεται στην πόλη του Γκόθαμ Σίτυ, γνωστή από τα κόμικς με τις περιπέτειες του Batman ενός σούπερ ήρωα που προσπαθούσε να εξολοθρεύσει το έγκλημα που υπήρχε σε αυτήν, με μόνιμο εχθρό του τον Joker έναν  παρανοϊκό κλόουν. Ο σκηνοθέτης Τόντ Φίλιπς επιλέγει να εστιάσει στον Joker παρουσιάζοντας την ζωή του από άλλη οπτική ανατρέποντας το μύθο. Ο πιο διάσημος κακός και σκοτεινός χαρακτήρας στην ιστορία των κόμικς μεταμορφώνεται σε έναν καθημερινό άνθρωπο ο οποίος πλήττεται από την κοινωνική αδικία λόγω της ιδιαιτερότητας του. Η ταινία προκάλεσε πολλά σχόλια όταν προβλήθηκε στους κινηματογράφους για τα πολιτικά μηνύματα που μετέφερε και τηνβία η οποία ήταν υπερβολική ειδικά για τους νέους. Ωστόσο η επιτυχία ήταν μεγάλη και κατάφερε να είναι υποψήφια για 11 Όσκαρ από τα οποία απέσπασε τα 2 το ένα για την καλύτερη μουσική και το άλλο Ά ανδρικού ρόλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι μια από τις λίγες ταινίες του Todd Philips με δραματικό περιεχόμενο καθώς στο παρελθόν κυρίως έχει ασχοληθεί με κωμωδίες. Έχοντας λοιπόν ένα πρόσωπο γνωστό του οποίου δεν γνωρίζουμε την ιστορία του, πλάθει από την αρχή την προσωπικότητα του και μας την παρουσιάζει με το δικό του τρόπο χωρίς να μας συγκινήσει ή να μας ταυτίσει μαζί του. Αρχικά παρατηρούμε ότι όλη η ιστορία είναι στο Γκόθαμ Σίτυ την σκοτεινή πόλη των κόμικς όπου κυριαρχεί το κακό, από τα πρώτα κιόλας πλάνα το άκουσμα ενός ραδιοφωνικού σταθμού μας εισάγει σε έναν κόσμο βρώμικο που κυριαρχεί η δυσωδία και τα ποντίκια. Η σκοτεινή φωτογραφία και οι κλόουν που υπάρχουν στο πλάνο με τα έντονα και κόκκινα χρώματα μας προκαλούν αρνητικά συναισθήματα. Αν και η φιγούρα του κλόουν παραπέμπει σε κάτι αστείο και χαρούμενο εδώ παρουσιάζεται διαφορετικά τρομάζοντας τον θεατή. Το πολύ κοντινό στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή καθώς αναφέρονται τα ποντίκια που κυριεύουν την πόλη και βλέποντάς τον να κάνει γκριμάτσες δίνουν την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένα ακόμα στοιχείοπου παρατηρείται στα πρώτα πλάνα είναι ότι αρκετά συχνά το σκηνικό θολώνει γύρω από τον πρωταγωνιστή εστιάζοντας σε αυτόν και αποκόβοντάς τον από το σύνολo. Μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά της ταινίας με ένα ασυνεχές ελλειπτικό μοντάζ έχουμε δει την δουλειά του, το πρόβλημα υγείας του και την πόλη που μένει. Έχοντας δημιουργηθεί ένα μυστήριο γύρω του περιμένουμε να να δούμε τον προσωπικό του χώρο και πως προκλήθηκε το θέμα του. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας παρατηρούμε ότι σε κάθε σκηνή παρουσιάζεται μια αντίθεση, από την μια έχει τη θέλησή να ενταχθεί στο κοινωνικό περιβάλλον, να μπορέσει να προσφέρει στους ανθρώπους γύρω του, όμως πάντα κάτι πάει λάθος και τον επαναφέρει στην κατάρρευση και του υπενθυμίζει ότι δεν είναι καλά. Όλα είναι εναντίον του χωρίς να του δίνεται η επιλογή να καλυτερεύσει την ζωή του. Δεν μας γίνεται αμέσως γνωστό τι προκάλεσε την ψυχολογική του πάθηση αλλά φαίνεται πως βιώνει την κοινωνική ανισότητα από την επίδειξη ρατσιστικής συμπεριφοράς σε βάρος του όπως επίσης και την στέρηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων του την εργασία και την υγεία. Συνεπώς είναι αναπόφευκτη η πορεία του προς το έγκλημα και την καταστροφή. Σε ότι έχει πιστέψει αναιρείται οπότε φτιάχνει έναν άλλο χαρακτήρα τον Joker όπως αποκαλέστηκε και τον κάνει πραγματικό δολοφόνο. Μπορεί οι προηγούμενοι φόνοι να ήταν ένα τυχαίο γεγονός όμως από ένα σημείο και μετά επέλεξε να γίνει τιμωρός αυτών που τον απογοήτευσαν. Μεταμορφώνεται μόνιμα σε κλόουν, υιοθετεί τον χαρακτήρα του κακού που έχει ξεσηκώσει τον κόσμο άθελά του και δρα κατά αυτών που συνέβαλλαν στην καταστροφή του. Χαρακτηριστικό είναι το κόκκινο χρώμα που προβάλλεται σε όλη την ταινία στους φωτισμούς, τα ρούχα του Joker, το αίμα για να αποτυπώσει και να τονίσει τα ψυχολογικά συναισθήματα του πρωταγωνιστή και τις καταστάσεις που ζει. Επιπλέον σε πολλά σημεία ο σκηνοθέτης τον βάζει να περνά μέσα από στενούς μακριούς διαδρόμους εγκλωβίζοντάς τον, περνώντας μας το μήνυμα της πίεσης που νιώθει και οδηγείται σε μονόδρομο χωρίς διαφυγή. Οι καθρέφτες που δεν λείπουν από κάποιες σκηνές δείχνουν τον ίδιο να κοιτά το είδωλο που έχει δημιουργήσει κατά την μεταμόρφωσή του σε κλόουν. Η σκηνή που μέσα από τον καθρέπτη απεικονίζεται ο Γουέιν μεγάλος και πίσω του ο Άρθουρ πιο μικρός δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι θα ήθελε αυτό που αντανακλά ο καθρέφτης να είναι αληθινό και να γίνει αποδεκτός από τον πατέρα του. Επιλέον τα γκρο πλάνα είναι ένα άλλο εκφραστικό μέσο για ψυχολογικές και συμβολικές ερμηνείες καθώς η αμεσότητα σκιαγραφεί το υποσυνείδητο του υποκειμένου. Για να ενταθεί όμως καλύτερα αυτή η ψυχική ανισορροπία τα πλάνα από λοξές γωνίες υπερτερούν για να μας μεταφέρουν την ανησυχία και την διαταραχή της προσωπικότητάς του. Ειδικά οι σκηνές του χορού από τις διάφορες γωνίες λήψης και την αργή κίνηση μας μεταφέρουν αυτά που αντιπροσωπεύουν και θέλουν να τονιστούν. Βασικό συστατικό αποτελεί και ο ήχος που μεταδίδει την μελαγχολική ατμόσφαιρα που απλώνεται σε όλη την διάρκεια και μας εισάγει από την μια σκηνή στην άλλη. Ο ήχος καθοδηγεί τον θεατή συναισθηματικά και τραβάει την προσοχή του σε θέματα που θέλει να αγγίξει. Η σιωπή από την άλλη χρησιμοποιείται για δραματικούς σκοπούς και εδώ υπάρχουν αρκετά σημεία που επικρατεί σιωπή ή μόνο το γέλιο του Joker δημιουργώντας ένα βαρύ κλίμα. Συνοψίζοντας τα παραπάνω στοιχεία που συντελούν για την απόδοση μια ψυχικά φορτισμένης ταινίας ο σκηνοθέτης καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή. Χωρίς να ερμηνεύονται όλα ξεκάθαρα και με τις συνεχείς ελλείψεις ανάμεσα στις σκηνές περνάει τα μηνύματα του κοινωνικού αποκλεισμού και τις συνέπειες αυτού. Καθηλώνει καιπροβληματίζει το κοινό με την ζωή κάποιου ψυχικά ασθενούς που δεν έχει επιλογές για να επιβιώσει μέσα στην κοινωνία και αφήνει ο καθένας να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Τί μας Αφηγείται ένας πίνακας ; – Mary D

Το αίνιγμα ενός χρησμού – 1910 – Giorgio de Chirico Ulysses and Calypso – Arnold Böcklin 1883 Στις αρχές του 20ου αιώνα στην Ιταλία παράλληλα με τον Φουτουρισμό μια νέα καλλιτεχνική τάση ξεπροβάλει η οποία αποκαλείται «Μεταφυσική Ζωγραφική» με κύριο εκπρόσωπό της τον Giorgio de Chirico. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Ελλάδα και έζησε εκεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του ως την ενηλικίωση. Μετά τις σπουδές του στη ζωγραφική βρέθηκε στο Μόναχο όπου οι πίνακες με το μυθολογικό-ονειρικό περιεχόμενο του Arnold Bocklin τράβηξαν το ενδιαφέρον του. Οι ήδη υπάρχουσες επιρροές του από τους Έλληνες φιλοσόφους και την ελληνική μυθολογία στην αρχή και έπειτα από τον Nietzsche ο οποίος μιλά για την ομορφιά που κρύβει ο ονειρικός κόσμος που φτιάχνει ο κάθε άνθρωπος, χτίζοντας εκεί μια νέα πραγματικότητα, ο de Chirico παίρνει τα πρώτα του ερεθίσματα. Λίγο αργότερα μελετώντας και τον φιλόσοφο Schopenhauer που γράφει ότι για να έχει κάποιος πρωτότυπες ιδέες πρέπει να μείνει μόνος ώστε κάποια συνηθισμένα πράγματα να τα δει με άλλο μάτι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η λογική είναι ενάντια στην τέχνη. Όλοι αυτοί λοιπόν ήταν το έναυσμα για το ξεκίνημά του σε μια μεταφυσική ζωγραφική. Στη Φλωρεντία λοιπόν δημιουργεί το έργο για το οποίο γίνεται λόγος «Το αίνιγμα ενός χρησμού» που είναι επηρεασμένο από το «Οδυσσέας και Καλυψώ» (1882) του Bocklin όπου αναπαριστά μια σκηνή από την «Οδύσσεια» του Όμηρου. Στα δύο έργα παρατηρούμε κοινά στοιχεία ως προς τη θεματολογία τους που είναι επηρεασμένη από τη μυθολογία, τα σκούρα χρώματα, τις ανθρώπινες φιγούρες ενώ αυτό που τα διαφοροποιεί είναι ότι ο de Chirico με τον τίτλο που βάζει και με τον τρόπο που εκθέτει το άγαλμα θέλει να παντρέψει το μύθο με το μυστήριο. Αντιλαμβανόμαστε στα έργα του μια σύζευξη της τέχνης με την φιλοσοφία και αυτό είναι που τον κάνει ξεχωριστό. Η είσοδός του σε ένα κόσμο συμβολικό και ονειρικό είναι που τον κατέστησε πρόδρομο του Σουρεαλισμού. Αναλύοντας περαιτέρω τον πίνακα του, θα λέγαμε ότι στην ζωγραφική του αναδύεται μια Αναγεννησιακή προοπτική όχι για να αποδόσει ρεαλιστικά το έργο αλλά για να δώσει μια φιλοσοφική ερμηνεία (Χαραλαμπίδης, 2018). Σε πρώτο επίπεδο παρατηρούμε αριστερά ένα άγαλμα το οποίο το βλέπουμε από πίσω τυλιγμένο με ένα μανδύα και δεν διακρίνεται καθαρά αν υπάρχει κεφάλι, γι’ αυτό το λόγο θα το χαρακτηρίζαμε ανδρείκελο, ενώ από πάνω του σε τριγωνικό σχήμα είναι μια κουρτίνα η οποία δίνει την αίσθηση ότι κινείται από τον αέρα. Από την δεξιά πλευρά πίσω από μια μαύρη κουρτίνα με ορθογώνιο σχήμα, αποκαλύπτεται ένα άσπρο κεφάλι από ένα αρχαίο άγαλμα που μοιάζει να είναι σκυμμένο προς το μέρος μας ενώ η κατασκευή του, δίνει μια μαρμάρινη αίσθηση. Ανάμεσά τους υπάρχει το δάπεδο και ο τοίχος που είναι και αυτά ορθογώνια, στα οποία οι μαύρες γραμμές κάθετες και οριζόντιες δημιουργούν παραλληλόγραμα. Γενικά παρατηρούμε γεωμετρικά σχήματα σε όλη την σύνθεση γιατί ο De Chirico ήθελε να δώσει έναν αρχιτεκτονικό σχεδιασμό στα έργα του και επιπλέον τα θεωρούσε συμβολικά ως προς τα μηνύματα που ήθελε να περάσει (Χαραλαμπίδης, 2018). Οι μορφές διατηρούν μια αποστάση μεταξύ τους, φαίνονται αποξενωμένες και εδώ είναι που δημιουργείται το αίνιγμα. Όλα αυτά τα στοιχεία σου δημιουργούν την εντύπωση ότι βρίσκονται κάπου ψηλά αφού ο ουρανός με τα άσπρα πυκνά σύννεφα είναι στο ίδιο ύψος, ενώ η πόλη, τα βουνά και ίσως η θάλασσα που διακρίνονται στο βάθος αριστερά είναι μικρά, πυκνά και σου δίνουν μια αίσθηση μακρινή. Αυτό το κομμάτι είναι σαν ένας άλλος πίνακας μέσα στον πίνακα αφού έχει διαφορετικά χρώματα από αυτά που κυριαρχούν στο πρώτο επίπεδο και απεικονίζει την υποκειμενική ματιά της φιγούρας που δείχνει ότι τον κοιτάει. Παρατηρούμε επίσης ότι ο πίνακας που απεικονίζει την πόλη είναι λουσμένος από το φως της ημέρας ενώ τα πιο σκούρα χρώματα που υπάρχουν στο υπόλοιπο μέρος του αποπνέουν μια σκοτεινιά σαν σε εκείνο το μέρος να έχει δύσει ο ήλιος. Τέλος είναι ευδιάκριτο ότι το έργο είναι μια αναπαράσταση καθώς τα στοιχεία που το συντελούν είναι οικεία και ευανάγνωστα όμως αποδίδεται με μια αινιγματική ατμόσφαιρα, είναι αυτό που ο καλλιτέχνης ήθελε να φτιάξει μια μεταφυσική ζωγραφική που τα νοήματα που θα βγαίνουν από αυτήν, θα υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική. Αδιαμφισβήτητα είναι ένα έργο γεμάτο συμβολισμούς με το οποίο ο καλλιτέχνης δείχνει την δική του οπτική στα πράγματα. Χρησιμοποιώντας τον μύθο καταφέρνει να αποδώσει την αποξένωση, την μοναξιά, την συμβολική φόρτιση και την «αθεράπευτη ανθρώπινη ανησυχία» όπως έλεγε ο Breton (Χαραλαμπίδης, 2018). Χαρακτηριστικά αυτό φαίνεται από το κεφάλι του αγάλματος που καταρχήν είναι κομμάτι του αρχαίου κόσμου και ταυτόχρονα μέσα από το άσπρο και ψυχρό του υλικό από πέτρα παραπέμπει στην απομόνωση. Αν λάβουμε υπόψη μας και το γεγονός ότι είναι κρυμμένο πίσω από μια κουρτίνα ίσως μεταφερθούμε σε μια απόλυτη απομάκρυνση των πολιτισμικών μας στοιχείων. Επιπλέον το ανδρείκελο που εκτίθεται από την άλλη πλευρά είναι και αυτό ένα σώμα άψυχο και μηχανικό επηρεασμένο από την σύγχρονη εποχή. Ένα απόλυτο κενό επικρατεί ανάμεσα τους χωρίς να υπάρχει καμιά δράση σύμφωνα με τον Giuliano Briganti και συμπληρώνει ότι είναι ένα αίνιγμα που δεν περιμένει απάντηση αλλά παραμένει σταθερό (Χαραλαμπίδης, 2018). Υπάρχει επίσης μια αντίθεση ανάμεσα στο παλιό και στο νέο την οποία πετυχαίνει ο De Chirico με βάση την άποψη της Coen που υποστηρίζει ότι όταν συγκρούονται αντίθετα πράγματα τα οποία είναι οικεία, εκδηλώνεται κάτι νέο μια άλλη πραγματικότητα (Χαραλαμπίδης, 2018). Ωστόσο μια άλλη ερμηνεία του έργου είναι ότι το ανδρείκελο αντιπροσωπεύει τον καλλιτέχνη- φιλόσοφο που παρατηρεί τον κόσμο από ψηλά προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις στα μυστήρια που συμβαίνουν, ενώ το άγαλμα που είναι πίσω από την κουρτίνα δείχνει την κρυφή πλευρά της ύπαρξης (Ψήφας,2015). Συγκεκριμένα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καλλιτέχνης εδώ εμπνέεται από την φιλοσοφία και θέλει να περάσει νοήματα που θα προβληματίσουν το θεατή δείχνοντας μια άψυχη φιγούρα να κοιτάει μια πόλη στην οποία ο ίδιος δεν συμμετέχει αλλά βρίσκεται εκεί ψηλά αμόλυντος και αποστασιοποιημένος από τα προβλήματα του πραγματικού κοσμου όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι που περιέγραφε ο Πλάτωνας, αναλογιζόμενος, αν θα κατέβει να βοηθήσει. Άπο την άλλη μεριά οι άνθρωποι που είναι κρυμμένοι και απομονωμένοι μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν την ζωή αντικατροπτίζονται σαν πέτρινα ψυχρά αγάλματα που μένουν

ο Ταξιτζής – Πως διαβάζουμε μια ταινία – mary D.

Ο ταξιτζής – 1976 Ο Μάρτιν Σκορσέζε είναι από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες και έχει επηρεάσει σημαντικά τον αμερικάνικο κινηματογράφο. Από τα παιδικά του χρόνια αγάπησε τον κινηματογράφο, σπούδασε σκηνοθεσία στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και καταξιώθηκε στο χώρο. Το στυλ που τον χαρακτηρίζει είναι η γρήγορη δράση, η δυνατή ηχητική επένδυση και ο ιδιαίτερος πρωταγωνιστής. Το 1970 γνωρίζετε με τον Φράνσις Φόρντ Κόπολα ο οποίος του γνωρίζει τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο που πήρε μέρος στη συνέχεια σε πολλές ταινίες που σκηνοθέτησε. Το 1976 ο Σκορσέζε γράφει ιστορία στον κινηματογράφο με την ταινία «Ο Ταξιτζής». Με αφορμή τον πόλεμο του Βιετνάμ μεταφέρει το πολεμικό κλίμα στη ταινία για να μιλήσει για την περίοδο που διαδραματίζεται το έργο.Η ταινία αναφέρεται στον Travis Bikl (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) έναν ψυχικά διαταραγμένο βετεράνο του πολέμου που πάσχει απόαυπνίες και για να τις καταπολεμήσει αναζητά εργασία ως ταξιτζής τις νύχτες. Όσο όμως μπαίνει στον ρυθμό της πόλης βυθίζεται όλο και περισσότερο στην μοναξιά του και νιώθει ότι απειλείται καθώς όλα γύρω του φαντάζουν ως επικίνδυνα και άγρια. Ο σκηνοθέτης παρασύρει τον θεατήσε μια εφιαλτική περιπλάνηση στους δρόμους της Νέας Υόρκης όπου το στοιχείο της διεφθαρμένης κοινωνίας ξεπροβάλλετέσε κάθε γωνιάτης (Going Out, 2017). Η ταινία δέχτηκε λογοκρισία για την βία που μετέδιδε από την Ένωση Κινηματογραφιστών Αμερικής, ωστόσο κατάφερε να προβληθεί ως ακατάλληλη για ανηλίκους. (ΔΕΛΗΜΗΤΡΟΣ , 2016) Αρχικά η ταινία ξεκινάει με το τοπίο θολωμένο από τους καπνούς για να μας εντάξει στην πόλη της Νέας Υόρκης όπου είναι χαρακτηριστικότης γνώρισμα μαζίμε το υγρό στοιχείο. Το πολύ κοντινό στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή και η εναλλαγή των χρωμάτων με κυρίαρχο το κόκκινο το χρώμα του αίματος αλλά του μπλε της ψυχρότητας μας εισάγει μαζί με την μελοδραματική μουσική σε ένα μυστήριο. Όλα γίνονται θολάακόμα και οι άνθρωποι οι οποίοι καταγράφονται με αργήκίνηση στους δρόμους. Απότις πρώτες σκηνές ο χαρακτήρας αναζητάεργασία ως Ταξιτζής και χωρίς να έχουμε κάποια ένδειξη που τον  καθιστά ψυχικά ασταθή ή κάποιο στοιχείο για τον κοινωνικό του περίγυρο τον ακολουθούμε σε όλη την περιπλάνησή του με το ταξί. Δίνεται μια αίσθηση του ντοκιματέρ αφούη κάμερα καταγράφει όλα όσα συμβαίνουν καθώς περνάει το ταξί και ακούμε την αφήγηση του πρωταγωνιστή. Οι σκέψεις του ωστόσο, προδίδουν την εικόνα που έχει για τους ανθρώπους. Σκέψεις αρκετά καταθλιπτικές. Εικόνα αλλοτρίωσης και περιορισμένης ανθρώπινης συναναστροφής. Τους μισεί όλους. Δεν μπορεί να συνδεθεί μαζί τους. Έχει εμμονή με το είδος των ανθρώπων. Τους αντιπαθεί. Υποδηλώνεται η μοναξιά του του Travis μέσα στο όχημά του. Το παρμπρίζ του οχήματος λειτουργείσαν φακός μέσω του οποίου ο Travis βλέπει την πόλη , και το ίδιο το ταξί είναι ένα όχημα της μοναξιάς και της απομόνωσης του. Οι εικόνες της πόλης είναι άλλοτε καθαρές και άλλοτε θολές, όπως θολή είναι και η οπτική του Travis για την πόλη και τους ανθρώπους της. «Καμιά γερή βροχή ίσως ξεπλύνει όλα τα αποβράσματα απότο δρόμο». Οπότε έχουμε το «ξεπλύνει», νερό στο δρόμο που ξεπλένει το δρόμο πάνω στον οποίο αντανακλούν τα φώτα της πόλης, άρα η βροχή, το νερό , ξεπλένει τα αποβράσματα απότο δρόμο. Οι αντιθέσεις κυριαρχούν σε όλη την διάρκεια της ταινίας καθώς υπάρχει και το άλλο κομμάτι της πόλης με τους πιο καθώς πρέπει ανθρώπους και τις πιο «καθαρές» γειτονιές όπου ο ίδιος προσπαθεί να ενταχθείαλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το ενδιαφέρον του για την κοπέλα που γνωρίζει στο γραφείο τον μετατρέπει σε κάτι που δεν είναι. Παίζει ένα ρόλο ο οποίος δεν τον αντιπροσωπεύει. Οι διαφορές που προβάλλονται στην συνάντησήτους ως προς την παιδεία, το χιούμορ, την κοινωνική ζωή είναι έντονες και όταν αυτές γίνονται απροσπέλαστες αποφασίζει να μεταμορφωθείσε τιμωρό όλων. Δεν έχει μάθει να είναι μέρος της κοινωνίας, έχει μάθει να εκτελείκαθήκοντα και να είναι ένας καλός στρατιώτης και αυτό δεν τον αφήνει να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο. Επειδή όμως θέλει να γίνει αποδεκτός αναλαμβάνει να «καθαρίσει» μόνος του την βρωμιά της πόλης. Με αφορμήτην ζωή της πόρνης ξεπλένει την βρωμιάπου υπάρχει και γίνεται εθνικός ήρωας. Ο Travis ένας ψυχολογικά ασταθής χαρακτήρας γίνεται είδωλο και παίρνει τελικάτην αναγνώριση που ήθελε. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας οι εικόνες της τηλεόρασης παραπέμπουν σε μια άλλη πραγματικότητα όπου ο Travis θέλει να ενταχθεί. Τα γεγονότα της τηλεόρασης του φαίνονται πιο αληθινά από ότι τα πραγματικά. Η σκηνή στην τηλεόραση με τα παπούτσια που δεν υπάρχει κανείς μέσα σε αυτά αντικατοπτρίζει τον ίδιο, που εισπράττει μια απόρριψη απότους επιβάτες στο ταξί. Νιώθει ότι γι’ αυτούς δεν υπάρχει και κλείνεται περισσότερο στον προσωπικό του χώρο το ταξί και απομονώνεται. Παρόλα αυτά ο Travis δεν είναι ο μόνος που αισθάνεται μοναξιά στην ταινία. Όλοι οι χαρακτήρες είναι συναισθηματικά άδειοι. (ΔΕΛΗΜΗΤΡΟΣ , 2016) Μια ταινία με γρήγορο μοντάζ, ελλείψεις και σφιχτά κάδρα που έχουν πάντα τον πρωταγωνιστή μέσα, για να μας μεταφέρει το κλίμα μέσα από την δική του ματιά, την αντίληψή του για τον κόσμο και την εξέλιξη της παράνοιάς του. (Βενάκη, 2007) Τα γκρο πλάνα κυριαρχούν στην ταινία απομονώνοντας το πρόσωπο και τα μάτια, δίνοντας έμφαση στην ψυχολογική κατάσταση του ήρωα, αποκαλύπτοντας τις εσωτερικές του αντιδράσεις. Επιπλέον οι εκφράσεις του προσώπου του δηλώνουν όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις. ‘Όλα συμβάλουν για να αποδοθεί όσο το δυνατόν καλύτερα η αστάθεια του χαρακτήρα και η μη προσαρμογήτου στον χώρο ο οποίος τον περιβάλει.                                                                                                                                                                       MARY D.

τέχνη και Κοινωνία – Mary D.

Η Τέχνη είναι τρόπος έκφρασης που βοηθάει τον άνθρωπο να μεταδώσει αυτά που νιώθει και αισθάνεται. Τέχνη αποτελεί καθετί που προκαλεί αισθητική απόλαυση και είναι συνυφασμένη με την κοινωνία. Η σχέση τέχνης και κοινωνίας ήταν πάντοτε στενή καθώς η τέχνη ακολουθεί τους ρυθμούς εξέλιξης της κοινωνίας και προσαρμόζεται με αυτούς σε κάθε περίοδο της ανθρωπότητας. Επιπλέον επιτυγχάνει να συνδέσει τα μέλη μιας κοινωνίας με κοινούς προβληματισμούς και ανησυχίες ώστε να δραστηριοποιηθούν απέναντι στα προβλήματα που ταλανίζουν την κοινωνία. Ο καλλιτέχνης δράττοντας τα κοινωνικά, πολιτικά, ιστορικά, πολιτιστικά θέματα της εποχής προτείνει τρόπους σκέψης και επηρεάζει το κοινό είτε θετικά είτε αρνητικά αναλόγως τα μηνύματα που θέλει να περάσει. Στις μέρες μας η τέχνη είναι πολύ πλούσια σε τρόπους έκφρασης και σε συνδυασμό με την τεχνολογία έχει αλλάξει μορφή. Η παραδοσιακή τέχνη έχει αντικατασταθεί από νέες συσκευές, νέα υλικά, νέα μέσα τα οποία οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούν για να δημιουργήσουν τα έργα τους. Είναι φανερό ότι πλέον οι καλλιτέχνες δεν αρκούνται στη αποτύπωση της μορφής αλλά αντικατοπτρίζουν με ποικίλους τρόπους μέσα από τα θέματα τους, τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Η ελευθερία έκφρασης που υπάρχει σήμερα βοηθάει στον τρόπο θέασης της πραγματικότητας από διάφορες οπτικές, τις οποίες θα προβάλει ο καλλιτέχνης. Μάλιστα πολλοί είναι αυτοί που τολμούν να υπερβούν τα κανονικά όρια προκειμένου να εισακουστούν και να ταράξουν τους θεατές και την κοινωνία. Πλέον περισσότεροι άνθρωποι γίνονται υποστηρικτές της τέχνης και αυτό δίνει το έναυσμα για νέους πειραματισμούς, αναστοχασμούς και παρεμβάσεις στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Παρόλα αυτά μιλώντας για την κοινωνία μας η τέχνη δεν έχει την θέση που θα της άξιζε. Σίγουρα τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πρόοδοι για να ενταχθεί στο πολιτισμικό πλαίσιο και πολλοί άνθρωποι παρακολουθούν την τέχνη, αλλά δεν είναι αρκετό στην σύγχρονη εποχή. Πολλοί από αυτούς είναι παθητικοί θεατές των εκθεμάτων χωρίς να καταλαβαίνουν τι θέλει να εκφράσει ο καλλιτέχνης ή το έργο ενώ άλλοι επιβραβεύουν μόνο αυτά που είναι όμορφα. Σε μια κοινωνία ο κόσμος θα ήταν ιδανικό να ήταν καταρτισμένος και μυημένος στην τέχνη για να μπορέσει να ξεχωρίσει τις εκδοχές της και να την κατανοήσει. Η πολιτεία θα έπρεπε να παροτρύνει τον κόσμο σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις προκειμένου να του μεταδώσει το πνεύμα σύλληψης του καλλιτέχνη και μέσα από αυτό να τον προβληματίσει ανοίγοντάς του νέους ορίζοντες σκέψης. Επίσης στα σχολεία θα έπρεπε οι τέχνες να είχαν πρωταρχικό ρόλο σε συνδυασμό με την ιστορία τους γιατί οι μαθητές θα ελκύονταν περισσότερο, έχοντας κίνητρο τις καλλιτεχνικές δημιουργίες, να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Ο ψυχαγωγικός και ταυτόχρονα διδακτικός χαρακτήρας τους θα ήταν μια διέξοδος στα κοινωνικά αδιέξοδα της εποχής. Η ελευθερία έκφρασης που δίνουν στον άνθρωπο δρα ωφέλιμα στην ψυχολογική του υγεία και συνάμα εξελίσσει τον εσωτερικό του κόσμο σε έναν καλύτερο άτομο. Μία κοινωνία που στόχος της θα ήταν η πνευματική καλλιέργεια των ανθρώπων που ζουν σ’ αυτή θα ευημερούσε και οικονομικά και πολιτικά. Επιπλέον με την εξέλιξη των τεχνών οι άνθρωποι θα έρχονταν κοντά καθώς θα είχαν κοινούς στόχους και όνειρα για την πόλη τους τα οποία θα προσπαθούσαν να υλοποιήσουν για να ζουν καλύτερα. Θα υπήρχαν κοινές ανησυχίες για τα κοινωνικά δρώμενα και θα εκφράζονταν με τα ίδια μέσα από όλους, χωρίς να υπάρχουν αντιπαραθέσεις και κακεντρέχειες. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης εκτός από το να διχάζουν τον κόσμο, θα ήταν πιο φρόνιμο να παρουσιάζουν καλλιτεχνικές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα σε διάφορα σημεία ανά τον κόσμο και να διεισδύουν πιο βαθιά σε τέτοια θέματα για να μεταδώσουν το μήνυμα της καλλιτεχνικής ανησυχίας και της δημιουργικότητας. Για να καταλάβει ο θεατής την δουλειά του καλλιτέχνη, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, τον χρόνο που του πήρε να δημιουργήσει το έργο του, το λόγο που το έκανε και πως το ερμηνεύει. Όλα αυτά σε κάποιον που δεν γνωρίζει από τέχνη του φαίνονται εύκολα αλλά γνώριζοντας τις δυσκολίες και τα στάδια που περνάει ένα έργο, θα το εκτιμούσε βαθύτερα. Πρέπει οι άνθρωποι να αντιληφθούν ότι ζούμε σε μια καταναλωτική κοινωνία που δεν μας προσφέρει τίποτα άλλο εκτός από υλικά αγαθά αν όχι οι κοινωνικοί φορείς, τότε μόνοι μας θα ήταν καλό να προσανατολιστούμε σε νέες ιδέες που θα μας οδηγήσουν στην πραγματική σημασία της ζωής την αξία της δημιουργίας.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            MARY D.