Θέλησα λοιπόν κάποτε να μάθω, με έναν τρόπο ξεκαθαρισμένο και ξεκάθαρο, αν έπρεπε ή όχι να συνεχίσω να γράφω θέατρο. Και τι είδους θέατρο έπρεπε να συνεχίσω να γράφω.
Ποιον να συμβουλευτώ;
Μα, φυσικά, τους κριτικούς μου.
Μόνον αυτοί μπορούν να λύσουν το πρόβλημά μου.
Ξαναδιάβασα, λοιπόν, ή καλύτερα: μελέτησα, με τον μεγαλύτερο σεβασμό και την απαιτούμενη προσοχή ό,τι οι εν λόγω κύριοι και κυρίες είχαν την καλοσύνη να σκεφτούν και να γράψουν για τα έργα μου.
Έτσι, λοιπόν, έμαθα πως διαθέτω ταλέντο: ένα κάποιο, πολύ, εντυπωσιακό, υπερβολικό.
Έμαθα πως δεν διαθέτω καθόλου ταλέντο.
Πως είμαι ανέμπνευστη. Εντελώς τελείως.
Πως είμαι δημιουργική. Πως η δημιουργικότητά μου είναι η ανεξάντλητη πηγή της έμπνευσης μου.
Πως έχω χιούμορ. Δεν εκβιάζω το γέλιο του κοινού.
Πως δεν διαθέτω καθόλου χιούμορ – προσπαθώ υπερβολικά να βγάλω γέλιο και αυτό, είναι δείγμα ενός ανθρώπου που δεν διαθέτει χιούμορ.
Πως εκφράζω την εποχή μου. Καταφέρνω να αφουγκράζομαι την γενιά μου.
Πως δεν εκφράζω καθόλου την εποχή μου. Είμαι αντικοινωνική και ασκώ ελιτίστικη κριτική που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Πως είμαι βλάσφημη. Τα βάζω με όλους και με όλα και δεν αφήνω τίποτα όρθιο.
Πως δεν τα βάζω αρκετά με όλους και με όλα και κρατώ ίσες αποστάσεις.
Πως θα έπρεπε να με αφορίσουν.
Πως θα έπρεπε να μου στήσουν αδριάντα στο κέντρο της πιο κεντρικής πλατείας της χώρας ως ευεργέτιδας του πνεύματος, των γραμμάτων και των τεχνών.
Πως ατιμάζω τα γράμματα και τις τέχνες.
Πως μιλάω πολύ για την γυναίκα.
Πως δεν μιλάω αρκετά για την γυναίκα.
Πως μιλάω πολύ για την φτώχεια.
Πως δεν μιλάω αρκετά για το ταξικό.
Πως είμαι πολιτική.
Πως δεν είμαι αρκετά πολιτική.
Πως είμαι θρησκευτική, κατά βάθος.
Πως δεν λαμβάνω αρκετά υπόψιν μου την θρησκεία, κατά βάθος.
Κάποιος είπε πως τα έργα μου έχουν μεταφυσικές προεκτάσεις.
Κάποιος άλλος είπε πως κατά βάθος, διαθέτω έναν ρεαλιστικό στοχασμό και παρατηρώ σωστά την ανθρώπινη ψυχή.
Κάποιος είπε πως περιγράφω τα ανθρώπινα με ιδιαίτερο τρόπο και καινούργια γλώσσα.
Κάποιος άλλος είπε πως είναι βαρετό να βλέπουμε γι’ ακόμη μια φορά στην σκηνή χιλιοειπωμένα πράγματα.
Έμαθα, επίσης, πως δεν είχα καθόλου ποίηση, και φυσικά έπρεπε γιατί “θέατρο χωρίς ποίηση δεν υφίσταται”, πως είμαι υπερβολικά ποιητική και πως ακριβώς δεν έπρεπε γιατί “ποια σχέση μπορεί να έχει η ποίηση με το θέατρο”.
Πως το θέατρό μου είναι πολύ συγκεκριμένο, εγκεφαλικό και ψυχρό.
Πως το θέατρό μου είναι πολύ αφηρημένο, χαοτικό και αναποφάσιστο.
Πως είμαι φαντασιόπληκτη και πολύ συναισθηματική.
Πως είμαι σκληρή και ωμά ρεαλιστική.
Πως η γλώσσα μου είναι φλύαρη και ελλειπτική.
Πως τα σκηνικά που φτιάχνω είναι γυμνά, βαρετά, ανύπαρκτα, απαραίτητα, χρήσιμα, άχρηστα, καθόλου άχρηστα, λίγο άχρηστα, πολύ άχρηστα, τελείως άχρηστα.
Χάθηκα. Τρόμαξα. Σκέφτηκα πως θα’ ταν προτιμότερο να συμβουλευτώ μόνον έναν κριτικό. Διάλεξα, λοιπόν, έναν και μελέτησα στην τύχη μερικές απόψεις του. Έγραφε πως το μειονέκτημα που με χαρακτήριζε είναι ότι το θέατρό μου είναι πολύ εύκολο και χωρίς προεκτάσεις. Λίγο καιρό αργότερα, ο ίδιος έγραφε ότι το θέατρό μου χαρακτηρίζεται από δυσνόητα σύμβολα που το κοινό δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει και αυτό δυσκολεύει την επικοινωνία μου με το κοινό και το απομακρύνει απ’ το θέατρό μου.
Ας δούμε κάποιον άλλον, σκέφτηκα. Ο άλλος κολάκευε ευχάριστα την ματαιοδοξία μου. Έτσι, έμαθα πως είχα ξεπεράσει όλα τα παλιά θεατρικά πρότυπα, πως τα έργα μου είναι πρωτότυπα, πως περιέχουν καινούργιες ιδέες, φέρνουν μια νέα σκηνική γλώσσα και πως είμαι επαναστάτρια. Αλοίμονο – λίγο καιρό αργότερα, ο ίδιος δηλώνει πως στην πραγματικότητα, απλώς ακολουθώ μια παλιά, ξεπερασμένη θεατρική παράδοση και, απλώς βλέπουμε γι’ ακόμη μια φορά στην σκηνή τα ίδια και τα ίδια.
Μου απέδειξαν πως με είχε επηρεάσει ο Μπέκετ. Αυτό με ανάγκασε να πέσω με τα μούτρα στην μελέτη του. Συνειδητοποίησα πως ήταν αλήθεια. Όχι ο Μπέκετ, μάλλον ο Ιονέσκο. Αλλά δεν πειράζει, γιατί ξέρω να το συνδυάζω με το προσωπικό μου στοιχείο. Ή μάλλον, πειράζει, γιατί απλώς αντιγράφω το θέατρο του παραλόγου.
Μου απέδειξαν πως έχω επηρεαστεί απ’ τον Τσέχωφ, τον Ζαμιάτιν, τον Ίψεν, τον Καμύ, τον Ο’ Νηλ, τον Τουργκένιεφ, την Φουρέιρα, την Μπρίτνει Σπήαρς, τον Μωρίς Μπεζάρ, τον Πίντερ, τον Μίλλερ, τον Ρακίνα, τον Ευριπίδη, τον Ντοστογιέφσκι, τον ΝτιΤζει Κουλ Χερκ, τον Πιραντέλλο, τον Αισχύλο, τον Σαίξπηρ, τον Γκόγια, τον Κάφκα, χωρίς να λογαριάσουμε την επίδραση του Πόε, του Ροβεσπιέρου, του Αρτώ, της Ντυράς, της Μπάτλερ και πολλούς άλλους ακόμη.
Θα με πιστέψετε; Τα έχασα τελείως. Τώρα σκοπεύω να διαβάσω έναν παλιό μύθο: την Οδύσσεια. Ναι, αυτήν την Οδύσσεια, την γνωστή, του Ομήρου. Μπας και καταλάβω τίποτα. Μπας και βγάλω κάποιο οριστικό συμπέρασμα.
Αλοίμονο! Κι αυτό, δεν θα είναι παρά το συμπέρασμα ενός τρίτου.
–
Το κείμενο είναι διασκευή από το κείμενο του Ε. Ιονέσκο, Οι κριτικοί μου κι εγώ, Περιοδικό Τέχνη, 22-28 Φεβρουαρίου 1956: σελ. 11-13 σε Ιονέσκο, Ε. (1982). Η πείνα και η δίψα. Η φαλακρή τραγουδίστρια. Παγκόσμιο θέατρο. Αθήνα-Γιάννινα: Εκδ. Δωδώνη (μτφρ: Γιώργος Πρωτοπαπάς)