Πιρο-σκι – Αναστασία Αντωνακάκη

Προσπαθώ να σκεφτώ τι να γράψω στο επόμενο κείμενο. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα κι έτσι λέω να ανατρέξω σε αυτά που αγαπάω, για να πάρω έμπνευση. Πρώτο πράγμα που πέφτω πάνω του, ο Δεκάλογος του Κισλόφσκι. Λέω, ας γράψω για τον Δεκάλογο κάτι. Έλα, όμως, που δεν μπορώ. Είναι όπως όταν ήμουν έφηβη, με τους Nirvana. Θυμάμαι που τότε σκεφτόμουν, ότι αν γινόμουν τραγουδίστρια όταν μεγαλώσω, δεν θα μπορούσα ποτέ να τραγουδήσω Nirvana.  Όταν μεγάλωσα, ασχολήθηκα με τον χορό. Δεν μπόρεσα ποτέ να χορογραφήσω Nirvana. Έτσι και με τον Δεκάλογο. Δεν μπορώ να γράψω τίποτα γι’ αυτόν. Είναι σειρά, το ξέρατε; Εγώ πάντως δεν το ήξερα όταν ξεκίνησα να το βλέπω. Θυμάμαι που αναρωτήθηκα, καλά, γιατί το λένε Δεκάλογο αφού κρατάει μόνο μία ώρα; Πέρασε λίγος καιρός για να καταλάβω ότι είναι 10 επεισόδια. Έβαλα να ξαναδώ το τρέιλερ και έβαλα τα κλάματα. Όμως, δεν μπορώ να εξηγήσω το γιατί. Κάθε φορά, το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι δεν ξέρω γιατί μου μιλάει τόσο πολύ ο Δεκάλογος. Ίσως να’ ναι που είναι πολύ ανθρώπινος. Άρα και πολύ αληθινός. Και που, όπως κάθε τι που αγαπάω, δεν ψάχνει, απλώς, την μαγεία. Την φτιάχνει κιόλας. Μετά, σκέφτομαι ότι γενικά αυτό το πράγμα – αυτό, που δεν μπορώ να γράψω – το έχω, γενικώς, με τα -σκι. Με τον Ταρκόφσκι, ας πούμε. Ναι, μπορεί να είναι πασέ. Αλλά με τον Stalker μου συνέβη το ίδιο πράγμα που μου είχε συμβεί με τον Δεκάλογο: το σταματούσα διαρκώς, για να μην τελειώσει. Σοβαρολογώ. Πατούσα παύση, σηκωνόμουν, έκανα άλλα πράγματα. Δεν ήθελα να βγω από αυτόν τον κόσμο. Ήθελα να μείνω εκεί, όσο μπορούσα περισσότερο. Δεν μπορούσα περισσότερο. Ο χρόνος, βλέπεις. Γι’ αυτό, άρχισα να φτιάχνω τους δικούς μου κόσμους. Πλάι στα -σκι. Αργότερα, διάβασα κάπου ότι ίσως ο Ταρκόφσκι, λέει, όταν έφτιαχνε το Stalker να είχε στο μυαλό του τον Μάγο του Οζ. Zone/Oz, λέει. Δεν ξέρω αν ισχύει και να σας πω την αλήθεια, δεν με νοιάζει. Για’ μένα ισχύει, γιατί έτσι θέλω. Γιατί ο Μάγος του Οζ είναι η ταινία της παιδικής μου ηλικίας και είναι η πιο μαγική ταινία του κόσμου. Μαζί με την Μαίρη Πόπινς. Εκτός από τον Κισλόφσκι και τον Ταρκόφσκι, που δεν μπορώ να γράψω, υπάρχει κι ακόμη ένα -σκι. Πού ούτε γι’ αυτό μπορώ να γράψω. Ο Νιζίνσκι. Έχετε δει το Rite of Spring; Ο Νιζίνσκι το έφτιαξε το 1913. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που το είδα. Το τελευταίο κομμάτι, εκεί, με την θυσία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτές τις σπασμωδικές κινήσεις αυτής της γυναίκας. Με αυτό το κοστούμι. Αυτό το danse macabre, πάνω στους σπασμωδικούς ήχους του Στραβίνσκι. Τι άλλο τελειώνει σε -σκι και δεν μπορώ να γράψω γι’ αυτό; Α, ναι. Τα πιροσκί. Τα πιροσκί μου αρέσουν πολύ. Θα’ ναι που συνήθως αγαπώ την τέχνη που βγήκε απ’ όσους έζησαν την προοδευτική τους εξουδετέρωση απ’ την Σοβιετική Ένωση. Βέβαια εντάξει, δεν πειράζει, είχαν ένα πιάτο φαγητό εκεί. Ξέρουν καλύτερα να μας τα πουν αυτοί που δεν έζησαν εκεί – θα τους ρωτήσω. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, ούτε για τα πιροσκί μπορώ να μιλήσω, γιατί μου θυμίζουν τους Ρώσους και αν αρχίσω να γράφω για τα -σκι όπως Ντοστογιέφσκι, δεν ξεμπερδεύουμε ούτε σε τρεις μέρες. Τα πιροσκί, που λέτε, μου αρέσουν πολύ. Το σκι πάλι, καθόλου. Αν δείτε τον Δεκάλογο, το Stalker και το Rite of Spring, να μου στείλετε να μου πείτε πώς σας φαίνονται. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορώ να γράψω γι’ αυτά.

Η Γυναίκα, ο Άγιος και ο Νόμος της Τώνιας Μαρκετάκη – Μέρος 3ο – Αναστασία Αντωνακάκη

Πού σταματάει η ατομική ευθύνη και πού αρχίζει η συλλογική; Έχουμε ευθύνη όλοι, για όλα. “Je suis responsable” – αν και η Μαρκετάκη δεν αγαπούσε και τόσο την Nouvelle Vague. Ο Γιάννης, ως άλλος incel, πολύ πριν εφευρεθεί ο όρος – άλλωστε, οι όροι εφευρίσκονται για να περιγράψουν κάτι που συμβαίνει πολύ πριν από αυτούς – κατηγορεί τις γυναίκες.  Τις σκοτώνει. Και τότε, επιτέλους. Το ίδιο σύστημα που τον πετούσε έξω από τις γραμμές του, τον υποδέχεται τώρα με δάφνες.  Ο Γιάννης ακολουθεί το σύστημα Μπαλάσκα, πολύ πριν να είναι της μόδας σήμερα. Ομολογεί το έγκλημά του και παρουσιάζεται ως τρελός. Το δικαστήριο είναι ένα θέατρο. Ούτε καν – είναι μία φτηνή εμπορική σκηνή, που απλώς χρειάζεται να ξέρεις το κοινό σου. Να αντιλαμβάνεσαι γρήγορα: σε ποια κόλπα αντιδράει πιο γρήγορα; Διψάει για αίμα. Για άρτο και θεάματα. Και ο νόμος φροντίζει να του τα δώσει. Έτσι κι αλλιώς, αυτό κάνει ο νόμος. Φροντίζει να σε κρατάει ικανοποιημένο, όσο πρέπει, με αντάλλαγμα την σιωπή σου. Ξέρει να απευθύνεται στα πιο χαμηλά σου ένστικτα. Κι όταν είσαι έτοιμος, να σε βγάλει εκεί πάνω, να δώσεις την παράσταση της ζωής σου. Όλοι δικαιούνται μερικά λεπτά δημοσιότητας. Με τον οποιονδήποτε τρόπο. Ο Γιάννης θριαμβεύει. Τον ερωτεύονται οι γυναίκες. Ο τύπος ασχολείται μαζί του. Όλοι ασχολούνται μαζί του. Είναι το πρόσωπο της επικαιρότητας. Είναι αποδεκτός – επιτέλους. Διασκεδάζει με τους δημοσιογράφους την ώρα της δίκης, συζητώντας για γυναίκες.  Αυτό θέλουν οι γυναίκες. Τον φόβο. Θέλουν να φοβούνται. Γι’ αυτό τον ερωτεύτηκαν.  Και για κάτι ακόμη. Γιατί τον λυπούνται. Τον πονάνε. Τον καταλαβαίνουν. Έχει τραβήξει πολλά. Είναι το παιδί της διπλανής πόρτας. Δεν είναι κανένας μανιακός. Είναι δυστυχισμένος. Και γοητευτικός.  Τελικά, δεν τον φοβούνται και τόσο. Είναι γλυκός. Ζει στον κόσμο του, ο καημένος. Μήπως ο κόσμος του είναι καλύτερος από τον δικό μας; Ο Γιάννης, επιτέλους, είναι προσαρμοστικός. Όχι επειδή είναι σωματικά βίαιος. Αλλά επειδή βλέπει τι θέλει ο κόσμος και του το δίνει. Βλέπει ποιος ρόλος πουλάει, και τον παίζει. Τώρα, αν μέσα σε όλο αυτό σκοτώνεται και καμιά γυναίκα, ε, δεν πειράζει. Γυναίκα είναι. Σιγά την φύρα. Δεν ήταν και καμιά σοβαρή, άλλωστε. Και σιγά την όμορφη.  Γενικώς, σιγά. Έλα μωρέ. Ο Γιάννης, επιτέλους, είναι ο πιο δυνατός. Ο Γιάννης έχει μια δεύτερη ευκαιρία στην ζωή. Η Ελένη, πάλι, όχι. Η Ελένη έχει ξεχαστεί προ πολλού. “Στη Δύση, υπάρχει η πατριαρχική δομή. Σου δίνουν τα δικαιώματα αλλά σου αμφισβητούν την ικανότητα. Στην Ελλάδα δεν σου αμφισβητούν την ικανότητα, αλλά το δικαίωμα (κατάλοιπα μητριαρχίας).”. Η Ελένη τελείωσε.  Κανείς δεν την θυμάται. Μόνο η μάνα της. Που ουρλιάζει. “Δεν μου το πρόσεξαν το παιδί μου, κύριε αστυνόμε.”. Δεν της το πρόσεξαν ούτε το 1969, Μαρία Μπαβέα. Ούτε το 2018, Ελένη Τοπαλούδη. Ούτε το 2019, Αγγελική Πέτρου, Σούζαν Ίτον. Ούτε το 2021, Καρολάιν Κράουτς, Γαρυφαλλιά Ψαράκου. Ούτε το 2024, Κυριακή Γρίβα. Η απαρίθμηση ενδεικτική και όχι εξαντλητική – όπως λένε και οι νομικοί. Δεν είμαστε όλες εδώ. Στην Ελλάδα του 2024, που συνεχίζει να προτρέπει στην βία. Που επιβραβεύει την επιβολή. Που ορθόδοξοι και ρεφορμιστές αρνούνται την κοινωνική πραγματικότητα.  Στην Ελλάδα του whataboutism, των στερεοτύπων, των προνομίων. Στην Ελλάδα, που συχνά επικρατεί το σκοτάδι, παρά τον ήλιο της. Στην Ελλάδα του 2024, μας λείπεις, Τώνια Μαρκετάκη. Εσύ και το φως σου. Σ’ ευχαριστούμε για τις ταινίες σου. Μας θυμίζουν ότι, δεν ξεκινήσαμε τώρα να μιλάμε. Απλώς, εσείς ξεκινήσατε τώρα να μας ακούτε. Αυλαία. Τα λόγια της Τώνιας Μαρκετάκη που βρίσκονται μέσα σε εισαγωγικά, είναι από το κείμενό της, “Αυτοπαρουσίαση”, δημοσιευμένο στο περιοδικό Φιλμ, τεύχος 17, Ιούλιος 1979 και αν θέλετε να το διαβάσετε ολόκληρο, το βρήκα εδώ: https://flix.gr/articles/archives-marketaki-cinema-freedom-of-speech-feminism.html Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ένωση Σκηνοθετών και Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου, για την προβολή της ταινίας στον κινηματογράφο Έλλη, την Δευτέρα 8 Απριλίου, στο πλαίσιο του Landmarks II: Το Σινεμά στο Κέντρο | η Αθήνα στο Σινεμά. Μπορείτε να βρείτε όλο το πρόγραμμα προβολών εδώ: https://www.facebook.com/events/athens/landmarks-ii-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF-%CE%B7-%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%AC/1470303003911395/?locale=ku_TR 

Η Γυναίκα, ο Άγιος και ο Νόμος της Τώνιας Μαρκετάκη – Μέρος 2ο – Αναστασία Αντωνακάκη

Το 1973, σε μία Ελλάδα που γλείφει τις δικτατορικές πληγές της, άλλοτε με οδύνη κι άλλοτε με νοσταλγία – έφτιαξε και δρόμους άλλωστε. Μην τα ξεχνάμε αυτά. Το 1973, σε μία Ελλάδα που, μέχρι και σήμερα, δεν την νοιάζει το αν συμβαίνει, αλλά το αν φαίνεται. Αν δεν φαίνεται, δεν πειράζει. Όσο αποτρόπαιο κι αν είναι. Και τι σημαίνει αποτρόπαιο, στο κάτω-κάτω; Το 1973, σε μία Ελλάδα που “Μια ταινία «καλή για γυναίκα» […]”. Το 1973, στην Ελλάδα, η Μαρκετάκη μιλάει για την ετερότητα. “Μια ταινία «καλή για γυναίκα» δεν μ’ ενδιαφέρει. Ή κάνω ταινίες ή δεν κάνω.”. Η γυναίκα είναι το Άλλο. Είναι οι σκηνοθέτες και οι γυναίκες. Οι συγγραφείς και οι γυναίκες. Οι καλλιτέχνες και οι γυναίκες. Είναι κάτι Άλλο. Δεν είναι το κανονικό. Οι γυναίκες είναι τρυφερές, γλυκές, στοργικές. Συναισθηματικές. Έχουν συγκεκριμένη θεματολογία. Συγκεκριμένο τρόπο που μιλάνε για τα πράγματα. Η θηλυκότητα έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Περιεχόμενο που το καθορίζουν άντρες. “Καλή για γυναίκα”. Η Μαρκετάκη δεν θέλει να είναι γυναίκα σκηνοθέτης. Είναι σκηνοθέτης. Το 1973, λίγο πριν την εκκωφαντική νίκη του ΠΑΣΟΚ, που στο όνομα της Αλλαγής, έθρεψε το καρκίνωμα που λέγεται ελληνικό δημόσιο, μοίρασε ανύπαρκτο χρήμα, ζύμωσε τον ατομικισμό μαζί με το μίσος για κάθε τι διαφορετικό κι έστρωσε με ροδοπέταλα το έδαφος για τους Trump και τους Μπέους. Η Νέα Ελλάδα. Το 1973, όταν έχει ήδη αποτύχει κάθε ολοκληρωτικός σχηματισμός, κάθε χρώματος, γιατί ήρθε να ισοπεδώσει βίαια ό,τι προηγήθηκε. Το 1973, στην Ελλάδα, η Μαρκετάκη καταθέτει ένα καλλιτεχνικό, κοινωνικό και πολιτικό αριστούργημα. Μία αφήγηση, κόσμημα. Οπτικές γωνίες που συνθέτουν την αλήθεια – ή μάλλον, μία αλήθεια. Αν μιλάμε για Rashomon effect, λόγω του Kurosawa, πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσουμε και για John the Violent effect, λόγω της Μαρκετάκη. Ένας ήχος, κόσμημα. Φασαρία, φωνές, μονόλογοι. Σιωπή. Πολλή σιωπή. Πολύ σιωπή. Απόλυτη σιωπή. Βουβός κινηματογράφος. Μία δομή, κόσμημα. Η Ελένη. Οι γονείς της. Το ξέσκισμα. Η ηθική. Η δικαιοσύνη. Ο θύτης που υπήρξε θύμα. Το θύμα που υπήρξε μόνο θύμα. Ο θρίαμβος του θύτη. Η υποκρισία μας. Μέσα από την πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία, η Μαρκετάκη μιλάει με μοναδικά αφοπλιστικό τρόπο για το ατομικό και το συλλογικό. Καταθέτει ένα οπτικό δοκίμιο για τον ιδιωτικό και τον δημόσιο χώρο, την θέση της γυναίκας, την ψυχική ασθένεια, το bullying, την μητρότητα, τον νόμο, την δικαιοσύνη. Πόσο υποκριτικό είναι που ζούμε σε έναν κόσμο που φτιάχνει εγκληματίες και μετά τους θεωρεί ατομικά υπεύθυνους; Ερώτημα νούμερο 1. Πόσο υποκριτικό είναι που η πατριαρχία είναι η ίδια που καταστρέφει τον Γιάννη και μετά είναι η ίδια που τον ανακηρύσσει Άγιο; Ερώτημα νούμερο 2. Πόσο υποκριτικό είναι να λέμε ότι “το ζήτημα είναι μόνο ταξικό”; Όπως λέει και η Σίντυ Χατζή, “Πέραν του ότι η πατριαρχία υπάρχει πολύ πριν τον καπιταλισμό, ας πούμε ότι, με ένα μαγικό ραβδί, μετά την πτώση του καπιταλισμού, εξαφανίζεται κάθε άλλη μορφή καταπίεσης. Πώς ακριβώς πας σε καταπιεσμένες ομάδες και λες χμμμ, περνάς δύσκολα, αλλά όλα θα φτιάξουν όταν αλλάξει το οικονομικό σύστημα. Μέχρι τότε, μπορείς να το βουλώσεις σε παρακαλώ; Μας χαλάς το vibe. Εκτός κι αν θες να μιλήσεις για κάποια καταπίεση, με την οποία μπορώ να ταυτιστώ, όπως η φτώχεια. Είμαι το κέντρο της γης.”. Ερώτημα νούμερο 3. Πόσο υποκριτική είναι η υποκρισία μας, ατομική και συλλογική; Ερώτημα χωρίς νούμερο. Πού σταματάει η ατομική ευθύνη και πού αρχίζει η συλλογική;

Η Γυναίκα, ο Άγιος και ο Νόμος της Τώνιας Μαρκετάκη – Αναστασία Αντωνακάκη

Μέρος 1ο “Στο τμήμα των οπερατέρ, δεκαεπτά αρσενικοί κι εγώ. Μου έκαναν τη ζωή δύσκολη. Έτσι ήλθε η αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων (όταν έχεις τον κόσμο εναντίον σου οδηγείσαι στην ανεξαρτησία, κάνεις πειράματα που δεν θα έκανες διαφορετικά, και δεν θα μάθαινες ποτέ). Σύγκρουση μιας αρσενικής δουλειάς με τη θηλυκότητά σου. Πτυχίο οπερατέρ. Επιστρέφοντας, ήξερα πως είχα ν’ αντιμετωπίσω ένα χώρο άγνωστο που δεν είχα κανάλια να περάσω σ’ αυτόν.”. Τώνια Μαρκετάκη, 1960, Παρίσι. Ψάχνω κι αναρωτιέμαι, γιατί το όνομά της δεν φιγουράρει δίπλα στο όνομα του Αγγελόπουλου; Γιατί, δεν έμαθα το όνομά της, μαζί με το όνομα του Νικολαΐδη; Ξέρω, ναι. Έζησε λιγότερο. Έκανε λιγότερα πράγματα. Ξέρω. Πάντα φταίει κάτι άλλο. Ποτέ αυτό. Είναι στο κεφάλι σου. Είσαι φαντασιόπληκτη. Ψάχνεις φαντάσματα. Φτιάχνεις εχθρούς. “1973. Ιωάννης ο Βίαιος. Βαθύτατα αυτοβιογραφική. Μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν πέρασε τίποτα στους Έλληνες κριτικούς, σαν να υπήρχε ένα τείχος ανάμεσά μας, σα να μην τους αφορούσες. Μου έκανε τεράστια εντύπωση η απήχηση που είχε στους Γερμανούς, μολονότι τα βιώματά τους είναι διαφορετικά.”. Τώνια Μαρκετάκη, 1973, Ελλάδα. Ιωάννης ο Βίαιος.  Έλληνες κριτικοί. Το είδος: αστυνομική ταινία. Ψυχολογικό θρίλερ. Δικαστικό δράμα. Το θέμα: άντρας με ψυχολογικά προβλήματα. Το δεύτερο θέμα: ο νόμος – ή μάλλον, η θεατρικότητα του νόμου. “Ίσως γι’ αυτό ακριβώς. Ο ήρωας είναι άνδρας: Όταν στην οθόνη ένα πρόσωπο φοράει φουστάνια, φορτίζεται με ειδικές συνθήκες. Η γυναίκα δεν είναι το σύμβολο του Ανθρώπου. Έχει ειδικά προβλήματα. Αυτά που αφορούν τον άνδρα, αφορούν και τη γυναίκα. Το αντίστροφο δεν είναι απαραίτητο. Η γυναίκα είναι μια ειδική κατηγορία ανθρώπου, ένας άνθρωπος συν κάτι. Κι αυτό το «συν» μπορεί να είναι εμπόδιο στο να βάλεις μια γυναίκα να συμβολίσει το Γένος.”. Η Ελένη γυρίζει σπίτι μόνη της την νύχτα. Με τα πόδια. Δεν έχει χρήματα για το λεωφορείο. Της τα παίρνει ο αρραβωνιαστικός της. Τα μαζεύει, για τον γάμο τους. Οι γυναίκες δεν μπορούν να γυρίζουν στο σπίτι μόνες τους την νύχτα. Αν γυρίζουν μόνες τους την νύχτα, μάλλον δεν θα φτάσουν ποτέ. Κι αν φτάσουν, είναι τυχαίο. Η Ελένη, σε μία τυπική βραδινή γυναικεία πορεία, περνάει ανάμεσα από πέντε μεθυσμένους άντρες που την περικυκλώνουν απειλητικά. Τους χαμογελάει. Τι άλλο να κάνει; Να τους αφήσει να μυρίσουν τον φόβο της; Και εδώ που τα λέμε, ποιον φόβο. Δεν φοβάσαι πια. Έχεις αποδεχτεί. Αυτή είναι η κανονικότητα για σένα. Η παραβίαση. Κάθε λεπτό. Κάθε στιγμή σου στον δημόσιο χώρο ισοδυναμεί με αποδοχή της παραβίασής σου. Ένα αυτοκίνητο σταματάει δίπλα της. Της αναβοσβήνει τα φώτα. Την “πειράζει”. Έλα μωρέ, πώς κάνεις έτσι; Ένα κομπλιμέντο σου έκανα. Ούτε αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε πια; Οι παλιές καλές εποχές – τι αθώες, τι αγνές. 1973. 2024. Την τρίτη φορά, ο δολοφόνος της έχει πια προσπεράσει όλους τους προηγούμενους άντρες. Την φτάνει. Είναι αποφασισμένος. Τόσον καιρό κάνει πρόβες, άλλωστε. Την σκοτώνει. Ο δολοφόνος της είναι άντρας. Που έχει βασανιστεί από άλλους άντρες. Και έχει αποφασίσει ότι γι’ αυτό, πρέπει να την πληρώσουν οι γυναίκες. “Ο Γιάννης αυτό, ο Γιάννης εκείνο, ο Γιάννης φοβάται, ο Γιάννης δεν μπορεί το φως, ο Γιάννης δεν μπορεί να πάει με γυναίκες. Ε, και λοιπόν; Εμείς τι φταίμε;”. Έλα ντε. Εμείς τι φταίμε;  Αυτό δεν το αναρωτήθηκε, όμως, κανένας κριτικός. Και γιατί να το αναρωτηθεί; Αφού δεν τον αφορά. Και ως γνωστόν, στην κοινωνία μας, και τότε, και τώρα, όταν δεν σε αφορά κάτι, δεν σκέφτεσαι πάνω σ’ αυτό. Να μην σου πω ότι το αρνείσαι κιόλας. Αφού δεν σε αφορά. Ό,τι δεν σε αφορά, δεν υπάρχει. Οι αστυνομικοί γελούν, μαζί με τους μάρτυρες. Η πόρνη, η όμορφη, η αυτή που δεν ήθελε και τόσο πολύ να παντρευτεί.  Η αυτή που καταπιέζεται με τις δουλειές του σπιτιού. Καταπιέζεται να υπηρετεί τους πάντες.  Η αυτή που ήταν εύκολη και δουλεμένη. Έτσι κι αλλιώς, οι γυναίκες δεν κάνουν σεξ για την ευχαρίστησή τους. Έτσι κι αλλιώς, οι γυναίκες διαχωρίζονται: οι Κοινές και οι Άλλες. Η αυτή που και δουλεύει και δεν έχει λεφτά. Όπως λέει κι ο Connolly, “Ο εργάτης είναι ο σκλάβος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η θηλυκή εργάτρια είναι ο σκλάβος αυτού του σκλάβου.”. Τι σημασία έχει τι ήταν και τι δεν ήταν; Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι πια εδώ.  Έτσι κι αλλιώς, η ιστορία της γράφεται από τους άντρες.  Στον δρόμο.  Στην αστυνομία.  Στις εφημερίδες.  Στο δικαστήριο.

Η Ευτυχία του Edward Albee – Αναστασία Αντωνακάκη

Οι στιγμές που στ’ αλήθεια ξεκουράζομαι, είναι αυτές που δεν κοιτάζω τι ώρα είναι. Που χάνω την αίσθηση του χρόνου. Την αίσθηση – τον τρόπο που έχουμε μάθει να τον μετράμε. Που η αγχόνη δεν με αγχώνει.  “Δεν προλαβαίνω”. Αλήθεια, τι ακριβώς είναι αυτό που δεν προλαβαίνω; Τι είναι αυτό που θέλω να κάνω και δεν το κάνω; Μάλλον να ζήσω. Μάλλον με απασχολεί η αλαζονεία που κρύβει μέσα της η αναβολή για ζωή. “Θα γίνουν όλα πιο μετά”. Έχεις χρόνο. Έχεις χρόνο; Όλοι γύρω μου καταναλώνουν σε φρενήρεις ρυθμούς. Μαζί τους, κι εγώ. Σειρές, ταινίες, βιβλία, περιεχόμενο. Κυρίως, περιεχόμενο.  Στον δυτικό μας πολιτισμό, τον καλύτερο απ’ όλους, τον ανώτερο, τον πιο έξυπνο, τον πιο προχωρημένο, τον πιο αποτελεσματικό, τον πιο πολιτισμένο- τι έλεγα; Α ναι. Στον δυτικό μας πολιτισμό, θέλει θάρρος, μάλλον, για να σταματήσεις. Ο Albee αναρωτιέται, ποια είναι άραγε η πιο ευτυχισμένη στιγμή. Και απαντάει.  Η πιο ευτυχισμένη στιγμή είναι τώρα.  Και συνεχίζει.  Η πιο ευτυχισμένη στιγμή είναι όταν μπορείς να σταματήσεις. Είναι όταν σταματάς, για πάντα. Και συνεχίζω. Πριν σταματήσεις για πάντα, η πιο ευτυχισμένη στιγμή είναι όταν αντέχεις να σταματάς, τώρα.  Όταν αντέχεις τον εαυτό σου στην ακινησία. Όταν αντέχεις την σκέψη σου να ακούγεται στην σιωπή. Πώς ζεις; Είσαι ο μόνος σύντροφος που θα έχεις για πάντα. Στ’ αλήθεια. Και για να σε αντέξεις, πρέπει να μπορείς να σε επιλέγεις. Ξανά και ξανά.  Κι αν δεν σε επιλέγεις, τουλάχιστον ας ξέρεις το γιατί.  Κι αν δεν σταματήσεις, δεν θα το μάθεις ποτέ.

Ο Χρόνος της Ελένης Ζέρβα – Αναστασία Αντωνακάκη

“Δεν έχω ποτέ κάτι συγκεκριμένο στο νου μου όταν δουλεύω, αυτό που βλέπετε βγαίνει αυθόρμητα, χωρίς πρόθεση να αποδώσει κάτι συγκεκριμένο.”. Η αίσθηση της άνωσης.  Πετάω. Χωρίς όριο. Το ατέλειωτο πεδίο βάθους. Βυθίζομαι. Χωρίς όριο. Ένας ορίζοντας που δεν τελειώνει ποτέ. Προχωράω. Χωρίς όριο.  Αιώνιος ορίζοντας. Δηλαδή, αιώνιος χρόνος.  Τίποτα δεν τελειώνει, όλα συνεχίζονται. Ο Γκοντάρ έλεγε ότι “μία ταινία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι απαραίτητα με αυτήν την σειρά.”. Κάπως έτσι συμβαίνει παντού. Έτσι κι αλλιώς, κάθε χρόνος έχει μέσα του τον προηγούμενο. Και κάθε χρόνος ετοιμάζει τον επόμενό του. Η Ζέρβα ζωγραφίζει. Ταξιδεύει από την σύνθεση στην αφαίρεση. Ταξίδι που ταξιδεύει στον χρόνο.  Έτσι κι αλλιώς, όταν φτιάχνεις κάτι, ταξιδεύεις στον χρόνο. Στην αρχή, την μέση και το τέλος σου. Συναντάς ό,τι ήσουν, ό,τι είσαι κι ό,τι θα γίνεις. Πίνεις τσάι με τις αντιφάσεις σου. Μαθαίνεις ότι είσαι φτιαγμένη απ’ αυτές. Τίποτα δεν είναι αντιπαραθετικό. Είσαι αυτό, αλλά είσαι κι αυτό. Έτσι κι αλλιώς, ο ορίζοντας τους χωράει όλους. Ευτυχώς. Ή δυστυχώς. Η Ζέρβα φτάνει στο καινούργιο της σημείο. Την αφαίρεση. Την απόλυτη αφαίρεση. Έτσι κι αλλιώς, η αφαίρεση δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο, παρά μόνο απόλυτη. Το καινούργιο της σημείο αντανακλά το παλιό. Για να φτάσει στην αφαίρεση, περνάει από την σύνθεση. Για να φτάσει στο απλό, περνάει από το περίπλοκο. Για να φτάσει στην σιωπή, περνάει από την φλυαρία.  Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορείς να αρνηθείς το παρελθόν σου. Να το υπερβείς, ναι. Να το αρνηθείς, όχι. Το απλό είναι πάντα το πιο σύνθετο. Γι’ αυτό, είναι πάντα στο τέλος. Το απλό είναι τέλειο. Γιατί έχει μέσα του όλες τις ατέλειες. Του κόσμου. Και τις δικές σου. Πολλές φορές, αναρωτιέμαι, γιατί μέσα στις γκαλερί και τα μουσεία δεν σε αφήνουν να αγγίξεις το έργο. Ποιος τους χρίζει υπεύθυνους να το κηρύξουν ιερό; Ιερό, γιατί είναι άπιαστο.  Αν αγγίξεις το έργο, είσαι βλάσφημος.  Απέναντι σε ποιον, αλήθεια; Έτσι κι αλλιώς, η σχέση μου με το έργο είναι ιερή. Απλώς, αν το αγγίξω, το ιερό αλλάζει μορφή. Γίνεται απτό. Αλλά ξέχασα – η αφή είναι ανίερη. Κάνει πράξη την ιδέα. Οπότε, καλύτερα όχι. Γιατί δεν ξέρουμε τι αποτέλεσμα θα έχει η πράξη.  Μπορεί να καταστρέψει την ιδέα.  Και τι θ’ απογίνουμε μετά;

Η Γυναίκα της Greta Gerwig – Αναστασία Αντωνακάκη

Μπορούμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας; Μα, φυσικά και μπορείτε. Με συγκεκριμένο τρόπο, φυσικά και μπορείτε. Κατά προτίμηση, δραματικό. Η κωμωδία δεν κάνει για σας. Για να κάνεις πλάκα, πρέπει να καταλαβαίνεις με τι κάνεις πλάκα. – Το πρόβλημα δεν είναι το εμπορικό προϊόν. Το πρόβλημα είναι που δεν ξέρετε να κάνετε το εμπορικό προϊόν να έχει ποιοτικό βάθος. – Πάντως, η εισπρακτική επιτυχία σίγουρα δεν οφείλεται σε εσάς.  Οφείλεται στην εταιρεία. Στο προϊόν. Στην προώθηση. Στον καπιταλισμό. Πάντως, όχι σε εσάς, “μικρή μου”. – Και πάντως, δεν γίνεται η πτώση να είναι δίπλα με την κούκλα. Δεν γίνεται οι δύο αυτές γυναίκες να στέκονται μαζί, δεν το καταλαβαίνετε;  Μάλλον δεν το καταλαβαίνετε, γιατί δεν ξέρετε τι σημαίνει τέχνη. – Το δράμα είναι αυτό που μπορεί να αναδείξει τον φεμινισμό. Και το τι είναι φεμινιστικό και τι όχι, το αποφασίζουμε εμείς. – Πρέπει να σας συγκρίνουμε. Είναι υποχρεωτικό. Δεν μπορείτε να στέκεστε μαζί. Πρέπει να βρίσκεστε απέναντι. Πρέπει να θέλετε να σας συγκρίνουμε. Εμείς είμαστε ο κριτής. Εσείς, πρέπει να θέλετε να σας διαλέξουμε. – Δεν υπάρχουν φιλίες. Δύο όμορφες γυναίκες. Δύο δυναμικές γυναίκες. Δύο διανοούμενες γυναίκες. Ποτέ δεν είναι μαζί.  Έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δικά μας. Σε εμάς, συμπληρώνονται. Σε εσάς, αλληλοαποκλείονται.  Γιατί, πάντα, ανταγωνίζεστε για την προσοχή μας. – Στον δικό σας κόσμο. Στον δικό μας κόσμο, είναι όλα αλλιώς. Είναι μαύρα και ροζ και όλα τα χρώματα ανάμεσα. Στον καινούργιο κόσμο που φτιάχνουμε Τώρα πια Μιλάμε εμείς για εμάς. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε η μούσα κανενός πάπα. Είμαστε ο πάπας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν χρειάζεται να είμαστε μόνο ηθοποιοί. Είμαστε και σκηνοθέτες. Δεν χρειάζεται να κάνουμε μόνο δράμα. Κάνουμε και κωμωδία. Και θρίλερ. Και επιστημονική φαντασία. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε και του εμπορικού και του ποιοτικού. Ταυτόχρονα – αφού μεταξύ τους αποκλείονται.  Και η επιτυχία είναι δική μας. Δημιουργική. Και εισπρακτική. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε τις δικές μας ιστορίες. Για την γυναικεία φιλία. Αυτή που πάντα δίνει την λύση. Για τις φίλες που είναι εκεί. Όταν είμαστε απελπισμένες για το παιδί που δεν θέλουμε. Και για το παιδί που θέλουμε και δεν μπορούμε να κάνουμε. Και για το παιδί που έχουμε. Για τις φίλες που είναι πάντα εκεί. Γι’ αυτά που έχουμε. Και γι’ αυτά που δεν έχουμε. Αυτή είναι η αλήθεια. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε την αλήθεια μας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε ο εαυτός μας. Δεν είναι πάντα όμορφος. Ούτε πάντα άσχημος. Αλλά τουλάχιστον, τον αφηγούμαστε εμείς. Ευχαριστούμε, Greta Gerwig, που άνοιξες, ακόμη περισσότερο, τον δρόμο. Που είσαι δίπλα στην Margot Robbie και την Justine Triet. Όχι πιο πάνω.  Ούτε πιο κάτω.  Δίπλα. Σ’ ευχαριστούμε, εμείς και οι φίλες μας. Είσαι μεγάλη. Τα λέμε εκεί. Στον κόσμο. ΥΓ. Ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο της φίλης και συνεργάτιδάς μου, Νατάσας Δεληβοριά, για την Barbie της Greta Gerwig: “Η σημασία της Barbie δεν έγκειται απλά στο εξαιρετικό subtlety που κάνει κριτική στο male cinema – και culture κατ’ επέκταση- αλλά στο γεγονός ότι μας υπογραμμίζει για ακόμα μία φορά τα double standards του κινηματογράφου και το πόσο δρόμο έχουμε ακόμα μέχρι να βγάλουμε επιτέλους τα male gazing γυαλιά που ακόμα φοράμε. Και ναι wow το Χόλυγουντ έφτιαξε κάτι που είναι προϊόν… shocking. Is it though? Δεν το σκέφτηκε κανείς αυτό όταν ο Spielberg μόνο που δεν μας τάισε Reese’s Pieces στο Ε.Τ. και δεν το σκέφτηκε κανείς όταν ο Tarantino μας έχωσε ολόκληρη την αμερικάνικη υποκουλτούρα στη μάπα με μπέργκερς, γκάνια και πειραγμένες χάρλεϋ στο Pulp Fiction. Όχι. Αυτά ήταν, είναι και θα είναι τέχνη. Revolution. Γιατί, είναι πιο δυνατό statement το ανελέητο μακελειό τρώγοντας μπέργκερ και απαγγέλοντας κομμάτια από το ευαγγέλιο. Don’t get me wrong. Λατρεύω τον Tarantino. Αλλά, γι’ αυτό ακριβώς, λάτρεψα και την Barbie.”.

Ο Πύργος του Hayao Miyazaki – Αναστασία Αντωνακάκη

Ποια ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το όνομα “Miyazaki”; Νομίζω πως ήταν όταν ήμουν πολύ μικρή, σε κάποιο ελληνικό σήριαλ στην τηλεόραση. Η μήπως το μπερδεύω, και το όνομα ήταν “Kurosawa”; Δεν είχα δει Miyazaki μέχρι τώρα – μα ούτε ένα; Τα έχει και στο Netflix. Το έκοψα, όμως, αυτόν τον καιρό το Netflix, γιατί έβλεπα συνέχεια μόνο Φιλαράκια. Το ήξερες ότι είναι από τις αγαπημένες σειρές του Λάνθιμου; Δεν είχα δει Miyazaki μέχρι τώρα. Μέχρι το Αγόρι και τον Ερωδιό (2023). Που ο ιαπωνικός του τίτλος είναι “Πώς ζεις;”. Δηλαδή, εδώ που τα λέμε, ο πραγματικός τίτλος δεν είναι καθόλου “Το Αγόρι και ο Ερωδιός”. Αυτό είναι μία εξωτερική περιγραφή. Ο ιαπωνικός τίτλος είναι μία εσωτερική περιγραφή. Η κλασσική διαφορά Δύσης και Ανατολής. Είναι ο Miyazaki anime; Να θυμηθώ να το ψάξω. Τι είναι το Studio Ghibli; Να θυμηθώ να το ψάξω. Είδες την έναστρη νύχτα του Van Gogh, εκεί, προς το τέλος; Λίγο πριν διαλέξουν τις ζωές τους, ξανά απ’ την αρχή. Θέλω να μάθω ιαπωνικά. Πώς ζεις; Έλα εδώ κάτω, μαζί μας. Δεν ζεις πια, δεν ζεις εδώ πάνω. Έλα κάτω μαζί μας. Μέχρι να το δεις, δεν υπάρχει. Αν δεν το δεις, δεν υπάρχει. Αν δεν το αγγίξεις, δεν υπάρχει. Έλα κάτω, μαζί μας. Πώς ζεις; Ο Miyazaki λέει ότι έκανε αυτήν την ταινία, γιατί δεν έχει απάντηση. Ό,τι ξέρουμε, είναι αυτό εδώ. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και η φανταστική πραγματικότητα, είναι κι αυτή πραγματικότητα. Αρκεί να ξέρεις πότε να φύγεις. Πώς ζεις; Κάπου διάβασα ότι αυτή η ταινία, είναι ένα εργαλείο για να θεραπεύσουμε τις ψυχές μας. Και σκέφτηκα ότι πιο πολύ, αυτή η ταινία είναι ένα εργαλείο για να θυμηθούμε ότι έχουμε ψυχή. Η επιλογή και η μοίρα. Είναι προκαθορισμένος ο δρόμος σου; Στην φιλοσοφία δίνει απάντηση ο μύθος – ή μάλλον, ο μύθος ταΐζει την φιλοσοφία. Ανατολικός και δυτικός. Αλήθεια, γιατί οι Ιάπωνες έχουν αναφορές στον χριστιανισμό; Να θυμηθώ να το ψάξω. Ο μύθος κάνει πιο γλυκό το προκαθορισμένο. Πιο όμορφο. Πιο ελκυστικό. Ο μύθος, όμως, φανερώνει και την επιλογή. Έχεις την επιλογή. Ακόμη κι όταν όλα είναι προκαθορισμένα. Όταν όλα έχουν την σίγουρη κατάληξη. Την γνωστή. Ακόμη και τότε. Έχεις την επιλογή.  Αυτή είναι η ελπίδα. Η επιλογή. Αυτός είναι ο τρόμος. Η επιλογή. Όταν όλα είναι προκαθορισμένα, είσαι ήσυχος. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Δεν μπορείς να επιλέξεις. Δεν φταις εσύ. Η επιλογή σημαίνει ελευθερία που σημαίνει ενοχή. Πώς ζεις; Ο Miyazaki φτιάχνει πολλούς κόσμους. Οι πύλες τους είναι μέσα στον Πύργο. Πραγματική μαγεία. Μαγική πραγματικότητα. Πλάσματα παράξενα, γοητευτικά, τρομακτικά. Που άλλο φαίνονται, κι άλλο είναι. Σαν εσένα. Και σαν εμένα. Μέσα στον Πύργο, λέμε πάντα την αλήθεια. Και μόνον την αλήθεια. Ορκίζομαι. Είναι η αλήθεια. Σε μισώ. Φοβάμαι. Αρνούμαι. Ψάχνω. Διαλέγω. Δεν μπορώ. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να ξέρω. Δεν ξέρω αν μπορώ. Κάθε πύλη, ένας χρόνος. Κάθε πύλη, μια πραγματικότητα. Πάντως, σε κάθε πραγματικότητα, ισχύουν τα παρακάτω.  Τα ζώα πρέπει να φάνε. Ο θάνατος πονάει. Η ζωή συνεχίζεται. Βγαίνω απ’ τον Πύργο, έρχεσαι;

Τα Γενέθλια του Γιώργου Λάνθιμου – Αναστασία Αντωνακάκη

ΕΣΩΤ./ΣΑΛΟΝΙ – ΝΥΧΤΑ Η Χ. και ο Α. κάθονται στον καναπέ. Κοιτάνε ο ένας τον άλλον. Συζητάνε. Στο βάθος, μπροστά τους, φαίνεται μία τηλεόραση. Είναι κλειστή. Χ. … Και μέσα σε όλο αυτό, αναρωτιέμαι, τι μου βρίσκεις. Α.  Εγώ έχω σταματήσει να αναρωτιέμαι τέτοια πράγματα. Αυτός είμαι και σ’ όποιον αρέσω. Οι άλλοι έξω απ’ την πόρτα. Χ. Δεν εννοώ τι βρίσκεις σ’ εμένα. Εννοώ τι βρίσκεις στην κατάσταση. Α. Δηλαδή; Χ. Σ’ αυτό εδώ, στο μεταξύ μας ρε παιδί μου. Δεν θα ήθελες να είσαι σε μία κατάσταση πιο συγκεκριμένη; Με ωράριο, αργίες, μόνιμο τόπο διαμονής; Α. Νομίζω σου έχω ξαναπεί ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι το να δείχνεις τον εαυτό σου. Χ. Δηλαδή εσύ λες ότι δεν έχει και τόση σημασία η δουλειά που κάνεις ή το αν σου αρέσει να πηγαίνεις θέατρο, αν … Α. Ναι, αυτό. Αυτά βρίσκονται. Το να δείχνεις ποιος είσαι στ’ αλήθεια, όμως – αυτό δεν βρίσκεται. Η οθόνη της τηλεόρασης που είναι μπροστά τους σιγά-σιγά φωτίζεται. Βλέπουμε ότι παίζουν σκηνές από τον Αστακό (2015) σε fast forward. Οι εικόνες αρχίζουν να κινούνται πιο αργά. Παίζουν οι σκηνές όπου o Ντέιβιντ γνωρίζει την Μυωπική Γυναίκα. Αγαπιούνται. Είναι δύο μυωπικοί. Εκείνη τυφλώνεται. Τώρα είναι ένας μυωπικός και μία τυφλή. Η εικόνα παγώνει στην σκηνή που περπατούν στον δρόμο μαζί. Η εικόνα διαλύεται. Η οθόνη της τηλεόρασης γυρίζει στο μαύρο. Η Χ. κοιτάζει τον Α. Το ένα της χέρι στηρίζει το κεφάλι της. Το άλλο είναι αφημένο στο πόδι του Α. Τον χαϊδεύει στα μαλλιά. Χ. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Ο Α. της χαμογελάει. Χ. Τουλάχιστον, έχουμε την ίδια μέρα γενέθλια. ΤΕΛΟΣ

Η Μουσική του Wong Kar-Wai – Αναστασία Αντωνακάκη

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου  Τελειώνει το Fallen angels (1995) και σχεδόν αμέσως, με παίρνει ο ύπνος. Τα όνειρα μου έχουν για μουσική υπόκρουση την μουσική της ταινίας. Ολόκληρη. Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου Τελειώνει το Chunking Express (1994). Δεν καταλαβαίνω και πολύ γιατί η ταινία έπρεπε να πει δύο ιστορίες. Η δεύτερη ιστορία, έτσι κι αλλιώς, φαίνεται να είναι η μοναδική. Ήταν μία εισαγωγή η πρώτη στην δεύτερη; Μου αρέσουν οι εισαγωγές, αλλά εδώ δεν ένοιωσα ότι την χρειάζομαι. Βγαίνω για ποτό. Δεν πίνω καν ποτό, είμαι πολύ κουρασμένη. Γυρίζω σπίτι. Ξαπλώνω και τα όνειρα μου έχουν για μουσική υπόκρουση το California dreaming. Δεν το ξέρω ακόμη, αλλά είναι η ταινία που θα μείνει μαζί μου πιο πολύ απ’ όλες. Τετάρτη 15 Ιανουαρίου Βλέπω το In the mood for love (2000). Το σταματάω ανά δέκα λεπτά, για να μην τελειώσει. Θέλω να ζήσω λίγο ακόμη εκεί μέσα. Δεν έχω παρατηρήσει ακόμη αρκετά, δεν τα έχω δει ακόμη όλα. Τελειώνει, γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Δυστυχώς. Ή ευτυχώς. Είμαι ξύπνια και τα ανοιχτά μου μάτια έχουν για μουσική υπόκρουση την μουσική της ταινίας. Την έχω ακούσει τόσες φορές αυτή τη μουσική – δεν ήξερα ότι είναι γραμμένη γι’ αυτήν την ταινία. Ευτυχώς, πρόλαβα να το μάθω. Σε όλες του τις ταινίες, βλέπω εικόνες απ’ την καθημερινή μου ζωή που απλώς έχουν αποτυπωθεί στην οθόνη.  Όταν περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο. Και κυρίως, όταν παρακαλάω να μην χτυπήσει. Όταν, τελικά, μιλάω στο τηλέφωνο και γύρω μου παρελαύνουν άνθρωποι, βυθισμένοι στις δικές τους τελετουργίες. Σαν να παίζω σε video clip. Όταν γνωρίζω κάποιον, που ξέρω ότι θα με απασχολήσει για πολύ καιρό. Ή αλλιώς, όταν σκέφτομαι τον Δ. και παίζει στο κεφάλι μου το Happy together(1997). Όταν “ακόμη κι αν είσαι δολοφόνος, έχεις συμμαθητές από το δημοτικό. Κάθε φορά που τους συναντάς, σου κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις”. Είμαι 5 χρόνια παντρεμένη, τα 4 συγκατοικούμε, εσύ τι κάνεις, παντρεύτηκες, όχι ε; Όταν ο τρόμος παίρνει την μορφή ενός ανθρώπου που δεν μιλάει. Όταν σκιές από όλους μου τους χρόνους γλιστράνε γύρω μου, σε όλα τα χρώματα αλλά κυρίως, σε κόκκινο. “Κάθε άνθρωπος έχει παρελθόν”. “Είναι λίγο δύσκολα τελευταία. Θέλω να αλλάξω αυτήν την συνήθεια. Δεν ξέρω αν είναι καλή απόφαση. Αλλά τουλάχιστον είναι δική μου”. Όταν παίρνω μία εντελώς παράλογη απόφαση, που είναι εντελώς λογική. Λογική και αναπόφευκτη. Όπως το να μπαίνω στο σπίτι αυτού του κάποιου που θα με απασχολήσει για καιρό και να αλλάζω θέση στα πράγματά του. Και να τα κάνω πιο όμορφα. Ή να πάω ένα ταξίδι στην Καλιφόρνια, γιατί θέλω να δω αν έχει όντως τόσο ήλιο, όσο λέει το τραγούδι. Στο Λος Άντζελες θα πάω. Το ανικανοποίητο. Σκέφτομαι την Ν., που μου έλεγε ότι η φίλη της η Ν. είχε κάνει δείπνο με θεματική “Wong Kar-Wai” και είχε φτιάξει dumplings. Σίγουρα σου ανοίγει η όρεξη για dumplings με τον Wong Kar-Wai. Και σίγουρα σου ανοίγει και η όρεξη για βόλτες, για χρώματα και για κάτι καινούργιο. Μέσα από τον έρωτα. Το ταξίδι. Την απώλεια. Πάντως κάτι καινούργιο. Κάτι καινούργιο και κάτι τυχαίο, που τελικά, δεν είναι και τόσο τυχαίο. Ποτέ δεν είναι. Η μαγεία του Wong Kar-Wai μένει μαζί σου για πάντα. Όσο κρατάει το για πάντα. Όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Η μαγεία του μένει μαζί σου για πάντα. Με μουσική υπόκρουση.