Γιατί το «Longlegs» είναι μια πετυχημένη ταινία; – Μαίρη Τζέιν

Η ταινία «Longlegs», όντας μια από τις πιο αναμενόμενες ταινίες του 2024, έχει ονομαστεί το καλύτερο θρίλερ της χρονιάς από κοινό και κριτικούς. Αυτό που -κατ’ εμέ- άξιζε περισσότερο στην παρούσα ταινία ήταν η ανάπτυξη του χαρακτήρα του Longlegs και ακόμη περισσότερο οι καμπάνιες του τμήματος marketing. Στην ταινία τρόμου «Longlegs», που διαδραματίζεται στο απόκοσμο σκηνικό του Όρεγκον της δεκαετίας του 1990, ένας πράκτορας του FBI αναλαμβάνει να διαλευκάνει ένα σκοτεινό μυστήριο. Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας, Osgood Perkins, φτιάχνει αριστοτεχνικά την ιστορία ενός αποκρυφιστή κατά συρροή δολοφόνου που φαίνεται να δρα εκτός της φυσικής σφαίρας, αφήνοντας πίσω του πολλές οικογένειες σε όλη την πολιτεία σε ένα μονοπάτι τρόμου. Με πρωταγωνιστές τους Maika Monroe, Nicolas Cage, Blair Underwood και Alicia Witt, η ταινία υπόσχεται να προσφέρει μια συναρπαστική διαδρομή, καθώς ο ίδιος ο Cage είναι επίσης παραγωγός μέσω της εταιρείας παραγωγής του Saturn Films. Ο Longlegs είναι μια εντυπωσιακή φιγούρα με χλωμό δέρμα, μακριά γκρίζα μαλλιά και ένα πρησμένο πρόσωπο κατεστραμμένο από αποτυχημένες πλαστικές επεμβάσεις. Αρχικά, φαίνεται ανατριχιαστικός και παράξενος, αλλά πίσω από την παράξενη περσόνα του κρύβεται ένα διεστραμμένο και έξυπνο άτομο. Δεδομένης της εποχής και σύμφωνα με τα λεγόμενα του σκηνοθέτη και των παραγωγών, στόχος ήταν ο Longlegs να θυμίζει κάποιο είδος ξεπεσμένου, αποτυχημένου ροκ σταρ, κάτι που γίνεται ακόμη πιο φανερό τις στιγμές που τον ακούμε να κραυγάζει και να τραγουδάει. Για την προώθηση της ταινίας, η εταιρία παραγωγής, Neon, χρησιμοποίησε τακτικές guerilla marketing*, παρόμοιες με αυτές που χρησιμοποιήθηκαν για το The Blair Witch Project. Ο σκηνοθέτης, Osgood Perkins, επαίνεσε την προσέγγιση του στούντιο, λέγοντας ότι «ανταποκρίθηκαν πραγματικά έντονα στην ταινία». Ο προϋπολογισμός της ταινίας ύψους 10 εκατομμυρίων δολαρίων επικεντρώθηκε σε ψηφιακό περιεχόμενο και δεν περιλάμβανε τηλεοπτικές διαφημίσεις. Το διαφημιστικό υλικό περιελάμβανε teaser trailers διαφορετικά από τα άλλα -χωρίς απαραίτητα σκηνές από την ταινία- μέσω αποσπασμάτων και κωδικοποιημένων μηνυμάτων. Η καμπάνια κορυφώθηκε με ένα διαφημιστικό σποτ που υπογράμμιζε κρυφές εμφανίσεις του χριστιανικού διαβόλου στην ταινία, με τίτλο «Look Closer». Σύμφωνα με τον Perkins, υπάρχουν 15 τέτοιες εμφανίσεις που δεν είναι εύκολα αντιληπτές. H viral εκστρατεία marketing του Longlegs συνεχίζεται με την εμφάνιση τεράστιων διαφημιστικών πινακίδων σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ, όπου φαίνεται το μισό πρόσωπο της εκκεντρικής φιγούρας του Longlegs και αναγράφεται πάνω μόνο ένας αριθμός τηλεφώνου. Καλώντας αυτό το νούμερο, ακούει κανείς τον ίδιο κατά συρροή δολοφόνο να μιλάει, σε ένα ανατριχιαστικό και απόκοσμο ηχογραφημένο μήνυμα. Άκουσέ το εδώ. Και αν ακόμη δεν έχεις πειστεί για την ιδιοφυία των διαφημιστικών δράσεων για την ταινία, το προσωπικό μου αγαπημένο είναι το μυστικό σάιτ που έχει ιδρύσει η Neon. To The Birthday Murders είναι ένα σάιτ με ανάλυση των φόνων τους οποίους διέπραξε ο Longlegs, με φωτογραφικό υλικό από το αρχείο της “αστυνομίας”. Διαβάζοντας για τους φόνους, στο κάτω κάτω μέρος της σελίδας υπάρχουν κάποιοι σύνδεσμοι που περιέχουν αρχεία σε μορφή zip και η ονομασία τους πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί βάσει του κώδικα του δολοφόνου. Ανοίγοντας τα αρχεία στον υπολογιστή σου, θα δεις κρυφό, εξατομικευμένο υλικό από την κάθε υπόθεση, κρυπτογραφημένα μηνύματα και άλλες ανατριχιαστικές αποδείξεις και τεκμήρια. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για ένα άρτιο και καλοφτιαγμένο έργο, με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και φωτογραφία. Η παραγωγή και -κυρίως- η διαφήμιση ήταν αυτά τα οποία προσέφεραν και έχτισαν τον μύθο του Longlegs. Παρόλα αυτά δεν αποτελεί κάποιο προϊόν παρθενογένεσης, δηλαδή κάτι που δεν έχουμε δει ξανά στις οθόνες μας ή δεν μπορούμε να προβλέψουμε. *Απροσδόκητες, αντισυμβατικές και δυνητικά διαδραστικές εκστρατείες marketing. Ο στόχος του Guerilla Marketing είναι να δημιουργήσει μια μοναδική στρατηγική, που να ταράζει τα νερά, και κατά συνέπεια να προκαλεί Viral δράσεις.
Η εξέλιξη των κινηματογραφικών διασκευών: Πώς αποκλίνουν τα τέλη ταινιών και βιβλίων – μαίρη Τζειν

Προσοχή: Το παρακάτω κείμενο περιέχει spoilers! Όταν πρόκειται για διασκευές βιβλίων σε ταινίες, το κοινό συχνά περιμένει μια πιστή αναπαράσταση της αρχικής ιστορίας. Ωστόσο, μία από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ ενός βιβλίου και της κινηματογραφικής του διασκευής είναι το τέλος. Οι κινηματογραφιστές συχνά αποκλίνουν από το αρχικό συμπέρασμα, οδηγώντας σε μια αποσύνδεση μεταξύ των δύο. Σε αυτό το άρθρο, θα εξερευνήσουμε την εξέλιξη του τέλους στις διασκευές και τους λόγους για τους οποίους οι σκηνοθέτες επιλέγουν να αποκλίνουν από την αρχική αφήγηση. Πάρτε, για παράδειγμα, το εμβληματικό δράμα απόδρασης από τη φυλακή “The Shawshank Redemption”. Το βιβλίο του Stephen King, “Rita Hayworth and Shawshank Redemption”, τελειώνει με τον πρωταγωνιστή, Andy Dufresne, να δραπετεύει στο Μεξικό και να ξεκινά μια νέα ζωή. Ωστόσο, στην κινηματογραφική μεταφορά που σκηνοθέτησε ο Frank Darabont, ο Andy δραπετεύει στο Zihuatanejo του Μεξικού, αλλά όχι πριν μοιραστεί μια στιγμή με τον φίλο του Red. Το τέλος της ταινίας είναι πιο συναισθηματικό και ικανοποιητικό από το απότομο τέλος του βιβλίου. Ομοίως, η κινηματογραφική μεταφορά του “Νονό” προσθέτει μια σκηνή που δεν υπάρχει στο μυθιστόρημα του Mario Puzo, όπου ο Michael Corleone (Al Pacino) βρίσκει τελικά την ειρήνη και τη λύτρωση. Αυτή η προσθήκη δίνει στην ταινία ένα πιο πειστικό τέλος από ό,τι στο βιβλίο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κινηματογραφιστές μπορεί να επιλέξουν να αλλάξουν το τέλος για να το προσαρμόσουν καλύτερα στις απαιτήσεις του μέσου. Για παράδειγμα, η επική τριλογία φαντασίας “Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών” του J.R.R. Tolkien τελειώνει με μια μεγάλη μάχη και μια νικηφόρα επιστροφή στη Μέση Γη. Η κινηματογραφική διασκευή που σκηνοθέτησε ο Πίτερ Τζάκσον ενισχύει αυτό το τέλος, προσθέτοντας ένα μεγάλο φινάλε με πυροτεχνήματα και ένα μεγαλοπρεπές εναέριο πλάνο του Σάιρ. Το τέλος της ταινίας είναι πιο εντυπωσιακό οπτικά από το πιο ήσυχο τέλος του βιβλίου. Από την άλλη πλευρά, ορισμένες διασκευές μπορεί να αλλάξουν το τέλος λόγω της δημιουργικής ελευθερίας ή των προσδοκιών του κοινού. Το μπεστ σέλερ “Gone Girl” της Gillian Flynn έχει μια συγκλονιστική ανατροπή στην κορύφωσή του, αποκαλύπτοντας ότι η Amy Dunne είναι ζωντανή και χειραγωγεί τον σύζυγό της Nick. Η κινηματογραφική διασκευή που σκηνοθέτησε ο Ντέιβιντ Φίντσερ διατηρεί αυτή την ανατροπή, αλλά προσθέτει επίσης μια πιο οριστική κατάληξη για τους χαρακτήρες. Το τέλος της ταινίας είναι πιο πειστικό και συναισθηματικά ικανοποιητικό από το διφορούμενο τέλος του βιβλίου. Τελικά, η απόκλιση μεταξύ των τελών του βιβλίου και της ταινίας αντικατοπτρίζει τις μοναδικές προκλήσεις και ευκαιρίες της προσαρμογής της λογοτεχνίας στην οθόνη. Οι κινηματογραφιστές πρέπει να εξισορροπήσουν την πιστότητα στο πρωτότυπο υλικό με τη δημιουργική ελευθερία και τις προσδοκίες του κοινού. Ενώ κάποιες αποκλίσεις μπορεί να είναι ενοχλητικές για τους οπαδούς του πρωτότυπου βιβλίου, μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε καινοτόμες και συναρπαστικές αφηγήσεις που ενισχύουν την κατανόηση των χαρακτήρων και του κόσμου τους.
Η πολιτιστική σημασία των κινηματογραφικών αφισών – Μαίρη Τζειν

Οι αφίσες ταινιών αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κινηματογραφικής κουλτούρας εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, καθώς χρησιμεύουν ως οπτική αναπαράσταση της κινηματογραφικής εμπειρίας. Από τα πρώτα χειροποίητα σχέδια μέχρι τα σύγχρονα ψηφιακά σχέδια, οι αφίσες ταινιών έχουν εξελιχθεί σημαντικά με την πάροδο των ετών. Πέρα όμως από την αισθητική τους γοητεία, οι αφίσες ταινιών έχουν βαθύτερη πολιτιστική σημασία, επηρεάζοντας τις προσδοκίες και τις αντιλήψεις μας για τις ταινίες. Στις αρχές του κινηματογράφου, οι αφίσες ταινιών ήταν απλές και ξεκάθαρες, συχνά με έναν τίτλο, ένα σλόγκαν και μια σύντομη περιγραφή της ταινίας. Οι αφίσες δημιουργούνταν με το χέρι, με τους καλλιτέχνες να χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές για να μεταφέρουν την ιστορία και τον τόνο της ταινίας. Μια από τις πιο εμβληματικές πρώιμες κινηματογραφικές αφίσες είναι η αφίσα του 1927 για την ταινία “Metropolis” του Fritz Lang, με μια εντυπωσιακή εικόνα ενός φουτουριστικού αστικού τοπίου. Αυτή η αφίσα όχι μόνο αποτύπωσε την ουσία της ταινίας, αλλά έγινε και σύμβολο της γοητείας της εποχής για την τεχνολογία και την επιστημονική φαντασία. Η δεκαετία του 1960 έως τη δεκαετία του 1980 αναφέρεται συχνά ως η “Χρυσή Εποχή” των κινηματογραφικών αφισών, η οποία χαρακτηρίζεται από την πρόοδο στην τεχνολογία εκτύπωσης και το σχεδιασμό. Αυτή η περίοδος είδε την άνοδο των τολμηρών, πολύχρωμων γραφικών και των εμβληματικών εικόνων που έγιναν συνώνυμες με ορισμένες ταινίες. Η αφίσα του 1968 για την ταινία του Stanley Kubrick “2001: Μια Οδύσσεια του Διαστήματος” είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, με τη στοιχειωτική εικόνα ενός διαστημικού σταθμού σε τροχιά γύρω από τη Γη. Ο μινιμαλιστικός σχεδιασμός της αφίσας αποτύπωσε τέλεια τα θέματα της ταινίας σχετικά με την τεχνολογία και την ανθρωπότητα, αποτελώντας εμβληματική αναπαράσταση της εποχής. Η έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας τη δεκαετία του 1990 έφερε επανάσταση στο σχεδιασμό κινηματογραφικών αφισών, επιτρέποντας μεγαλύτερη δημιουργική ελευθερία και ταχύτερους χρόνους παραγωγής. Η άνοδος του CGI (computer-generated imagery) επέτρεψε στους σχεδιαστές να δημιουργήσουν περίτεχνες, οπτικά εντυπωσιακές εικόνες που δεν μπορούσαν να επιτευχθούν με παραδοσιακές μεθόδους. Η αφίσα του 2008 για την ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν “The Dark Knight” είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, με μια εντυπωσιακή εικόνα της εμβληματικής κάπας του Μπάτμαν. Η σκοτεινή και ζοφερή αισθητική της αφίσας αποτύπωσε τέλεια τον τόνο και τα θέματα της ταινίας, και έγινε αμέσως κλασική. Πέρα από την αισθητική τους γοητεία, οι αφίσες ταινιών έχουν μια βαθύτερη πολιτιστική σημασία. Μπορούν να επηρεάσουν τις προσδοκίες και τις αντιλήψεις μας για τις ταινίες, διαμορφώνοντας την αντίληψή μας για την ιστορία και τους χαρακτήρες. Για παράδειγμα, η αφίσα του 1977 για τον “Πόλεμο των Άστρων” του Τζορτζ Λούκας περιείχε μια εντυπωσιακή εικόνα του Λουκ Σκάιγουοκερ να στέκεται μπροστά από ένα αστρικό πεδίο, με το σλόγκαν “Πριν από πολύ καιρό σε έναν γαλαξία πολύ, πολύ μακριά…”. Ο τολμηρός σχεδιασμός και οι εμβληματικές εικόνες της αφίσας αποτύπωσαν την αίσθηση της περιπέτειας και του θαύματος της ταινίας και έγιναν αμέσως πολιτιστικό φαινόμενο. Οι αφίσες ταινιών μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως μορφή διαφήμισης, επηρεάζοντας τις προσδοκίες του κοινού και διαμορφώνοντας εκστρατείες μάρκετινγκ. Για παράδειγμα, μια έκδοση της αφίσας του 1991 για την ταινία του Jonathan Demme “Η σιωπή των αμνών” περιείχε μια στοιχειωμένη εικόνα της Jodie Foster ως Clarice Starling, με το απόκοσμο βλέμμα του Hannibal Lecter να παραμονεύει στο παρασκήνιο. Ο σκοτεινός και δυσοίωνος σχεδιασμός της αφίσας αποτύπωσε τέλεια την τεταμένη και αγωνιώδη ατμόσφαιρα της ταινίας, αποτελώντας αμέσως κλασική ταινία. Οι κινηματογραφικές αφίσες έχουν διανύσει πολύ δρόμο από τις ταπεινές τους απαρχές στις πρώτες ημέρες του κινηματογράφου. Από τα χειροποίητα σχέδια μέχρι τα σύγχρονα ψηφιακά σχέδια, οι αφίσες ταινιών έχουν εξελιχθεί σημαντικά με την πάροδο των ετών. Πέρα όμως από την αισθητική τους γοητεία, οι αφίσες ταινιών έχουν βαθύτερη πολιτιστική σημασία, επηρεάζοντας τις προσδοκίες και τις αντιλήψεις μας για τις ταινίες. Καθώς συνεχίζουμε να εξελισσόμαστε όσον αφορά την τεχνολογία και τον σχεδιασμό, θα είναι συναρπαστικό να δούμε πώς οι αφίσες ταινιών θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν την αντίληψή μας για την κινηματογραφική κουλτούρα.
Τα Σύμβολα στο «Mulholland Drive» του David Lynch – Μαίρη Τζέιν

Το σουρεαλιστικό νεο-νουάρ «Mulholland Drive» του David Lynch είναι μια ονειρική εξερεύνηση του κατακερματισμένου ψυχισμού και των θολών γραμμών μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Επιφανειακά, η ταινία ακολουθεί μια νεαρή ηθοποιό που εμπλέκεται σε ένα μυστήριο γύρω από μια εξαφανισμένη γυναίκα και μια σκοτεινή συνωμοσία. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια κρύβεται μια βαθιά προσωπική και ψυχολογική εξερεύνηση της ταυτότητας, του τραύματος και της δύναμης της μνήμης. Παρακάτω θα διερευνήσουμε το ευφυές έργο του Lynch, σε ένα επίπεδο κυρίως συμβολικό και -το σημαντικότερο- χωρίς spoilers. Σαφώς, οι αντισυμβατικές μέθοδοι και η ιδιοφυία του Lynch είναι αυτά που παίρνουν την πλοκή της ταινίας και την απογειώνουν, καθιστώντας την ένα από τα αριστουργήματα του σύγχρονου κινηματογράφου. Το «Mulholland Drive» είναι μια πολύπλοκη και ονειρική ταινία που χρησιμοποιεί αντισυμβατικές τεχνικές αφήγησης για να εξερευνήσει θέματα όπως η ταυτότητα, η μνήμη, το τραύμα και η πραγματικότητα. Η αφήγηση της ταινίας είναι μη γραμμική, μεταπηδώντας μεταξύ διαφορετικών χρονικών γραμμών, χαρακτήρων και σεναρίων, δημιουργώντας μια αίσθηση αποπροσανατολισμού. Η ιστορία χωρίζεται σε ξεχωριστές ενότητες με μοναδικούς τόνους και επίπεδα πραγματικότητας, αντικατοπτρίζοντας τον κατακερματισμένο ψυχισμό του πρωταγωνιστή. Η ταινία διαθέτει επίσης συμβολισμούς, όπως το μπλε κουτί, η γάτα, ο αριθμός 27 και το Club Silencio, οι οποίοι έχουν πολλαπλές πιθανές σημασίες. Η χρήση αυτών των τεχνικών από τον Lynch δημιουργεί μια αίσθηση αβεβαιότητας και παρασύρει το κοινό στον κόσμο της ταινίας. Οι προαναφερθείς συμβολισμοί μπορούν να έχουν ποικίλες ερμηνείες, αλλά υπάρχουν και κάποιες κυρίαρχες θεωρίες όσον αφορά στην ερμηνεία των χαρακτηριστικών αυτών συμβόλων. Για παράδειγμα, το μπλε κουτί μπορεί να αντιπροσωπεύει τη μυστικότητα ή το άγνωστο και να συνδέεται με το ταξίδι του κύριου χαρακτήρα ή με ένα σημείο καμπής στην ιστορία. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι το μπλε επίσης, ως χρώμα, συχνά συνδέεται και με τη μελαγχολία (δεν είναι τυχαία η έκφραση “Feeling blue” για να εκφράσουμε ότι αισθανόμαστε μελαγχολικοί, όπως επίσης αυτή είναι και η προέλευση του ονόματος της μουσικής blues). Στην ίδια θεματική ανάγεται και το μπλε κλειδί. Βέβαια, βάζοντας το κλειδί στην εξίσωση εδραιώνεται και η ερμηνεία που θέλει αυτό το ταιριαστό ντουέτο να αποτελεί κάποιον συμβολισμό για την ερωτική πράξη. Εμμένοντας στο χρώμα μπλε, συναντάμε κάτι σιέλ τριαντάφυλλα καθώς η Μπέτι και η Ρίτα μελετούν στου Γουίνκι. Δίπλα τους σε αυτό το σκηνικό βρίσκεται ένα βάζο με μπλε τριαντάφυλλα. Δεδομένου ότι τα μπλε τριαντάφυλλα δεν υπάρχουν στη φύση, το νόημά τους είναι σαφές. Ο όρος «γαλάζιο τριαντάφυλλο» χρησιμοποιείται συχνά ως μεταφορά για μυστηριώδη γεγονότα ή περιπτώσεις που δεν μπορούν να εξηγηθούν με την επιστήμη ή τη λογική σκέψη, και συχνά αφορούν υπερφυσικά ή ανεξήγητα φαινόμενα. Σε πολλές μεγάλες και αγαπημένες παραγωγές, όπως το Twin Peaks και το Blue Velvet, συναντάμε την κλασική βαριά κόκκινη κουρτίνα του θεάτρου. Το να ονειρεύεστε να τραβάτε κουρτίνες ή να βρίσκεστε πίσω από αυτές μπορεί να υποδηλώνει ότι ο ονειρευόμενος προσπαθεί να κρύψει κάτι από τον εαυτό του ή από τους άλλους. Εναλλακτικά, το όνειρο μπορεί να υπονοεί το τέλος κάποιου πράγματος, μια κατάληξη ή μια οριστικότητα. Όπως είπε και ο ίδιος ο David Lynch: «Οι κουρτίνες κρύβουν και αποκαλύπτουν. Μερικές φορές είναι τόσο όμορφο αυτό που κρύβουν, που εξάπτει τη φαντασία σου. Αλλά στο θέατρο, όταν ανοίγουν οι κουρτίνες, έχεις αυτή τη φανταστική ευφορία, ότι θα δεις κάτι καινούργιο, ότι κάτι θα αποκαλυφθεί». Τέλος, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το Club Silencio. Αυτό το μυστηριώδες νυχτερινό κέντρο θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει μια πύλη στο συλλογικό ασυνείδητο των χαρακτήρων, επιτρέποντάς τους να έχουν πρόσβαση στις βαθύτερες επιθυμίες, τους φόβους ή τις αναμνήσεις τους. Θα μπορούσε επίσης να είναι ένα σύμβολο της σύγχυσης της πραγματικότητας και της φαντασίας, ή ένας χώρος όπου οι χαρακτήρες μπορούν να ξεφύγουν από τη συνηθισμένη ζωή τους. Το Club Silencio ως ένα σουρεαλιστικό και τεχνητό καμπαρέ που αναγνωρίζει ειρωνικά τη δική του τεχνητότητα. Είναι ένας παράδοξος χώρος που αποκαλύπτει την αλήθεια πίσω από την ψευδαίσθηση, εκθέτοντας το θέμα «No hay banda» (δεν υπάρχει μπάντα), το οποίο υποδηλώνει μια εξερεύνηση του καλού και του κακού. Αυτές είναι μερικές μόνο πιθανές ερμηνείες, και τα πραγματικά νοήματα μπορεί να παραμείνουν σκόπιμα διφορούμενα και ανοιχτά στην ατομική ερμηνεία του κοινού.
Bridgerton: Το ροκοκό στη μικρή οθόνη – Μαίρη Τζέιν

Λίγες μέρες πριν βγήκε στον αέρα του Netflix το πρώτο μέρος του τρίτου κύκλου της σειράς Bridgerton. Για όσους δεν γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται η σειρά, η πλοκή είναι αρκετά απλή, καθώς ακολουθούμε τις ζωές των οκτώ αδελφών της ομώνυμης οικογένειας στην υψηλή κοινωνία του Λονδίνου. Κάθε σεζόν και ένα διαφορετικό κεντρικό ειδύλλιο, ίντριγκες, κουτσομπολιά και πολλοί βασιλικοί χοροί. Πρόκειται για μια από τις πιο ευχάριστες -στο μάτι- σειρές των τελευταίων ετών, κατά την ταπεινή άποψη αυτής της συγγραφέως (αν έχεις δει έστω λίγο από τη σειρά, κατάλαβες την αναφορά). Πέραν της βατής, ευχάριστης πλοκής, η σειρά Bridgerton συνδέει με έναν τρόπο υπέροχο τα παστέλ χρώματα με την αριστοκρατία της εποχής και τα μουσικά κουαρτέτα των βασιλικών χορών με τη σύγχρονη μουσική βιομηχανία. Μελετώντας -ακόμη και επιφανειακά- την αισθητική η οποία παρουσιάζεται, δεν είναι υπερβολή να χαρακτηρίσει κανείς τη συγκεκριμένη παραγωγή ως επιτηδευμένα επηρεασμένη από το ροκοκό. Το ροκοκό είναι ένα στυλ διακοσμητικής και εικαστικής τέχνης που εμφανίστηκε τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία και τη Γερμανία. Χαρακτηρίζεται από τη χρήση παστέλ χρωμάτων, λεπτών καμπυλών και παιχνιδιάρικων διακοσμήσεων. Το ροκοκό συνδέεται συχνά με τις επιπόλαιες και παρακμιακές υπερβολές της αριστοκρατίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου XV. Επηρέασε διάφορες μορφές τέχνης, συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της εσωτερικής διακόσμησης, και είναι γνωστό για τις ιδιότροπες και ευφάνταστες απεικονίσεις της φύσης, της μυθολογίας και της καθημερινής ζωής της υψηλής κοινωνίας. Jean-Honoré Fragonard The swing, 1766 Elisabeth Vigée-Le Brun Queen Marie Antoinette, 1783 Βλέποντας μόλις ένα επεισόδιο του Bridgerton, ο καθένας αντιλαμβάνεται πως το παραπάνω θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί και ορισμό της ίδιας της σειράς. Το δεύτερο μέρος του τρίτου κύκλου αναμένεται να δοθεί στο κοινό στις 15 Ιουνίου.
Η δεσπόζουσα τέχνη – Νίκος Γκενές

Η διάσπαση της τέχνης σε κατηγορίες (εικαστική, παραστατική, γλυπτική, μουσική. κ.τ.λ.), χρειάζεται για να δώσει τη δυνατότητα της ανάλυσης και της εξειδίκευσης στο αντικείμενο. Οι τέχνες όμως όσο αφορά την συμμετοχή τους σαν πυλώνας του πολιτισμού έχουν πιο ενιαία έννοια. Αυτή η σχέση μεταξύ των τεχνών φαίνεται ότι δημιουργεί μία ιεραρχία ανάμεσά τους ανα εποχές. Ο Ρομάν Όσιποβιτς Γιακομπσόν, ρώσος γλωσσολόγος και εκπρόσωπος του ρωσικού φορμαλισμού, είχε μιλήσει για την δεσπόζουσα τέχνη, αναφέροντας ότι σε κάθε εποχή υπάρχει μία δεσπόζουσα τέχνη, δίνοντας παραδείγματα τις εικαστικές τέχνες στην αναγέννηση και τη μουσική στο ρομαντισμό. Αυτή η σκέψη με οδηγεί προσωπικά να υποψιαστώ έναν ανταγωνισμό που υπήρξε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα μεταξύ των τεχνών για το ποια θα είναι η δεσπόζουσα τέχνη. Ανα δεκαετίες ή και πενταετίες, ειδικά στην αρχή του αιώνα οι τέχνες εναλλάσσονταν και ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιά είναι η πιο πρωτοπόρα. Μία τέχνη που γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα καθώς αποσχίστηκε από τις άλλες, ωρίμασε στις αρχές του 20ου, ίσως να έγινε η δεσπόζουσα τέχνη του αιώνα, είναι η τέχνη του κινηματογράφου Σήμερα στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα ποιά μπορεί να χαρακτηριστεί ως δεσπόζουσα τέχνη; Νίκος Γκενές Fabrica d’arte
Χρωματική Θεωρία και Κινηματογράφος | Πώς η παλέτα επηρεάζει τα συναισθήματά μας – Μαίρη Τζειν

Η χρήση του χρώματος στις ταινίες δεν αποτελεί απλώς ένα αισθητικό μέσο, αλλά και ένα βασικό εργαλείο για την αφήγηση της ιστορίας. Τα χρώματα στην οθόνη χρησιμοποιούνται για να “δρομολογήσουν” και να εντείνουν τα συναισθήματά μας. Από τα φωτεινά, ευφάνταστα χρώματα των ταινιών επιστημονικής φαντασίας μέχρι τις θαμπές, σοβαρές αποχρώσεις μιας θλιβερής ιστορίας, τα χρώματα βοηθούν στην αφήγηση μιας ιστορίας χωρίς τη χρήση λέξεων ή πράξεων. Είναι οι ξεχασμένοι ήρωες των ταινιών. Οι άνθρωποι δεν τα παρατηρούν πάντα, αλλά έχουν μεγάλη επίδραση. Η ψυχολογία των χρωμάτων έχει να κάνει με το πώς τα διάφορα χρώματα κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται και πώς αντιδρούν σε αυτά. Αυτή η ιδέα δεν αφορά μόνο στην τέχνη- βασίζεται στην ψυχολογία και τη μελέτη του εγκεφάλου. Η μετάβαση από τον ασπρόμαυρο στον έγχρωμο κινηματογράφο δεν ήταν απλώς μια τεχνική βελτίωση. Άνοιξε νέες δυνατότητες για την αφήγηση ιστοριών. Επέτρεψε στους κινηματογραφιστές να χρησιμοποιούν τα χρώματα για να δείξουν πιο αποτελεσματικά συναισθήματα και ιδέες, κάνοντας τις ιστορίες τους πιο πλούσιες και πιο ενδιαφέρουσες. Στις ταινίες, όπως αναφέρθηκε, τα χρώματα μπορούν να εκφράσουν συναισθήματα χωρίς τη χρήση λέξεων. Για παράδειγμα, το κόκκινο και το κίτρινο μπορούν να προκαλέσουν συναισθήματα ζεστά και οικεία. Το μπλε και το πράσινο μπορούν να συνοδεύουν συναισθήματα ηρεμία ή ακόμη και λύπης. Τα χρώματα στις ταινίες μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αισθάνονται χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τα πράγματα και το πώς αισθάνονται συναισθηματικά. Μελέτες στην ψυχολογία των χρωμάτων δείχνουν ότι συγκεκριμένα χρώματα μπορούν να κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται και να σκέφτονται με συγκεκριμένους τρόπους, επειδή επηρεάζουν τον εγκέφαλο. Για παράδειγμα, η χρήση μπλε χρωμάτων σε μια εικόνα μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται γαλήνιοι και σκεπτόμενοι. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη ενός χρώματος σε μεγάλη έκταση, μπορεί να σημαίνει και κάτι το διαφορετικό από το δεδομένο. Ενδεικτικά, η έντονη χρήση κόκκινων χρωμάτων μπορεί να φέρει κάποιο συναίσθημα έντασης και επαγρύπνησης. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα χρώματα στις ταινίες είναι σημαντικός για να μπορέσει ο θεατής να νιώσει ότι είναι πραγματικά μέρος της ιστορίας. Το μέλλον των χρωμάτων στις ταινίες είναι εξίσου φωτεινό και συναρπαστικό με τα χρώματα που βλέπουμε στην οθόνη. Η νέα τεχνολογία καθιστά δυνατή τη χρήση των χρωμάτων στις ταινίες με διαφορετικούς και καλύτερους τρόπους και επιτρέπει στους σκηνοθέτες να είναι πιο δημιουργικοί. Αδιαμφισβήτητα, το χρώμα από μόνο του (καθ)ορίζει τις ζωές μας, πόσο μάλλον όταν αναφερόμαστε σε μια αναπαραστατική και παρούσα στη ζωή μας τέχνη, όπως ο κινηματογράφος.
Περλ και Μαξίν – Όταν ο τρόμος συναντά τον παλιό κινηματογράφο – μαίρη Τζέιν

Εν όψει της κυκλοφορίας της Maxxxine φέτος τον Ιούνιο, κρίνεται αναγκαία η επαναπαρακολούθηση των ταινιών “Pearl” (2022), και “Χ”, οι οποίες αποτελούν την πεμπτουσία της καριέρας της Mia Goth ως πρωταγωνίστρια. Πρόκειται για μια τριλογία ενός ονείρου βαμμένο με αίμα και παράνοια. Το ιδιαίτερο νουάρ στυλ του σκηνοθέτη, Ti West, είναι αυτό το οποίο κάνει αυτές τις ταινίες ξεχωριστές. Σαφώς, δεν μιλάμε για οσκαρικού βεληνεκούς παραγωγές, αλλά για έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα που δεν συναντάται στις σύγχρονες ταινίες τρόμου. Κάθε πλοκή εκτυλίσσεται σε διαφορετική δεκαετία και κρατά λίγο από τον χαρακτήρα του παλιού κινηματογράφου. Για παράδειγμα, στην ταινία Pearl, που αποτελεί και το origin story της αιματηρής περσόνας της Maxine, οι χαρακτήρες δανείζονται την υποκριτική των σταρ του 60, με αυτήν την ιδιαίτερη έμφαση στο λόγο και την αφύσικη λυρικότητα. Τι είναι όμως αυτές οι ταινίες; Ποια είναι, τέλος πάντων, η ιστορία της Περλ-Μαξίν και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτήν; Ξεκινώντας από την ταινία Pearl, συναντάμε την πρωταγωνίστριά μας παγιδευμένη στο απομονωμένο αγρόκτημα της οικογένειάς της, όπου πρέπει να φροντίζει τον άρρωστο πατέρα της υπό την επιτήρηση της αυταρχικής μητέρας της. Είναι ένα κορίτσι με πολλές φιλοδοξίες και ένα μεγάλο όνειρο: να καταφέρει να γίνει αστέρι του σινεμά. Η καταπίεση και η ματαιόδοξη φύση της την οδηγούν στη γέννηση του πραγματικού της εαυτού. Συνεχίζοντας με την ταινία “Χ”, μια ομάδα ηθοποιών και ένα μικρό κινηματογραφικό συνεργείο φτάνουν σε μια αγροικία που κατοικείται από ένα ηλικιωμένο ζευγάρι στην έρημη εξοχή του Τέξας για να γυρίσουν μια ταινία. Αργότερα, οι επισκέπτες συνειδητοποιούν σιγά σιγά ότι δεν είναι ασφαλείς και ότι στοχοποιούνται από έναν κοντινό εχθρό. Φτάνοντας στην επικείμενη ταινία “Maxxxine”, καταλήγουμε στο Χόλιγουντ, όπου η Maxine Minx, αποκτά -επιτέλους- τη μεγάλη ευκαιρία που έψαχνε για την καριέρα της. Αλλά καθώς ένας μυστηριώδης δολοφόνος καταδιώκει τις επίδοξες στάρλετ του Χόλιγουντ, ένα ίχνος αίματος απειλεί να αποκαλύψει το σκοτεινό παρελθόν της. Μία ενδιαφέρουσα πληροφορία είναι ότι την επομένη της πρεμιέρας του X, ο Ti West αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια μιας υποχρεωτικής καραντίνας δύο εβδομάδων COVID-19 στο ξενοδοχείο του στη Νέα Ζηλανδία (όπου γυριζόταν η ταινία), έγραψε ένα prequel, το Pearl. Η εταιρία παραγωγής έδωσε το πράσινο φως για την ταινία πριν ακόμη ολοκληρωθεί η παραγωγή του “X”, με τις δύο ταινίες να κυκλοφορούν με λίγους μήνες διαφορά, το 2022. Παρόλα αυτά, οι χρονολογίες δεν συνάδουν φαινομενικά μεταξύ τους, καθώς η Περλ δρα κατά το 1918 και η Μαξίν τη δεκαετία του ‘70. Παρόλα αυτά, αν αυτές οι ταινίες έχουν να μας δώσουν κάτι το πιο βαθύ πέραν της τρέλας που ακολουθεί ένα αμερικανικό όνειρο, αυτό είναι η ιστορία μιας καταπιεσμένης γυναίκας, η οποία εμμένει τα κοινωνικά στερεότυπα που τη θέλουν σεμνή και κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού. Η Περλ, τουλάχιστον, δείχνει ακόμη και συναισθήματα αγάπης για τον πατέρα της και τον σύζυγό της, ακόμη και όταν η τρέλα έχει καταβάλει το μυαλό της. Αποτελεί ένα -σχεδόν σουρεαλιστικό μέσα στη δυστοπία του- πορτραίτο γυναίκας της εποχής, όπου η προσωπική ευτυχία θυσιάζεται στο βωμό των υποχρεώσεων. Τέλος, η εμβληματική σκηνή πίσω από τους τίτλους τέλους της ταινίας, όπου η Περλ χαμογελά πλατιά επί περίπου πέντε λεπτά αδιάκοπα, πέραν του ότι μας δίνει αυτό το αίσθημα ανησυχίας, είναι σαφώς ένα έμβλημα της πατριαρχικής απαίτησης η γυναίκα να χαμογελά πάντα για τα μάτια του άντρα της, διότι “αυτή είναι η θέση της”.
Απάχηδες των Αθηνών – Mary D

Οι «Απάχηδες των Αθηνών», η ταινία του Δ. Γαζιάδη που γυρίστηκε το 1930 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες του πρώιμου ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που συνοδευόταν από ηχογραφημένη μουσική και τραγούδια ακολουθώντας τα βήματα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Όμως δεν είναι μόνο αυτό το γεγονός που την κάνει να ξεχωρίζει και να την χαρακτηρίζει αριστούργημα της εποχής. Ο σκηνοθέτης σε μια δύσκολη οικονομικά εποχή δεν αρκείται στα γυρίσματα μέσα στο στούντιο αλλά καταφεύγει και σε εξωτερικά καταφέρνοντας να αποτυπώσει το κλίμα της εποχής, της Αθήνας του μεσοπολέμου που μαρτυρούν τις καταστάσεις που επικρατούσαν τότε και αποτελούν ντοκουμέντα. Καθώς η ταινία διαδραματίζεται στις φτωχογειτονιές της παλιάς Αθήνας βλέπουμε να προβάλλονται όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την αθλιότητα της πόλης. Η διεύθυνση φωτογραφίας της ταινίας συνδράμει σε αυτό αφού στο μεγαλύτερο μέρος της παρατηρούμε έντονες σκιές από τα μισογκρεμισμένα σπίτια που αποτυπώνονται στα στενά δρομάκια της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος της συνοικίας είναι σκοτεινό αφού το φως δείχνει ότι δεν περνάει μέσα σ΄ αυτή και οι άνθρωποι σαν τα ποντίκια περιφέρονται στα στενά δρομάκια. Μόνο από τα σημεία διαφυγής του δρόμου φαίνεται ότι προέρχεται το φως θέλοντας να περάσει στον θεατή ότι φεύγοντας από εκεί θα υπάρχει καλύτερη ζωή. Όμως και στο εσωτερικό των σπιτιών τα πράγματα δεν είναι καλύτερα αφού και εκεί διακρίνεται η εξαθλίωση των ανθρώπων. Παρατηρούμε ένα μαύρο χρώμα να απλώνεται παντού κάνοντας το κλίμα πιο βαρύ. Τοίχοι φθαρμένοι, τζάμια σπασμένα χωρίς να αχτίδες φωτός να περνούν από αυτά, ρούχα κουρελιασμένα, έπιπλα μισοσπασμένα, άνθρωποι ατημέλητοι, σκληροί με μόνη τους έννοια την επιβίωση. Σε αντίθεση με αυτά που βλέπουμε στις συνοικίες της Αθήνας υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα η οποία βρίσκεται σε μικρό βαθμό, όμως δεν παύει να ισχύει από τότε. Η πλούσια οικογένεια που ζει στην εξοχή εύπορα χωρίς προβλήματα καθώς όλα στην ζωή τους κυλούν ομαλά. Εδώ τα εξωτερικά γυρίσματα έχουν ένα διάχυτο φως τονίζοντας όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την πολυτελή ζωή. Υπάρχουν φυτά περιποιημένα που ζωντανεύουν το σκηνικό, ωραίοι χώροι καθαροί, γεύματα πλουσιοπάροχα, άνθρωποι καλοντυμένοι με καλλιτεχνικές ανησυχίες, εκλεπτυσμένοι, χαρούμενοι χωρίς ίχνος μιζέριας και μουντάδας. Χωρίς λοιπόν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατάσταση που επικρατεί σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης διακρίνουμε την αλαζονεία και την υπεροψία που βγάζουν μέσα από τα κάδρα του σκηνοθέτη. Αδιαμφισβήτητα μέσα από αυτήν την ταξική διαφορά γίνεται πιο αντιληπτό το μήνυμα της ταινίας η οποία αποτυπώνει με ένα ρεαλισμό τα δύο κοινωνικά άκρα που επικρατούσαν εκείνη την εποχή καθώς και τις συνθήκες που βίωνε η κάθε τάξη. Ωστόσο δεν λείπουν και τα πλάνα των ιστορικών χώρων της Αθήνας που αναδεικνύουν την κουλτούρα της. Από την αρχή ο σκηνοθέτης μας εδραιώνει στο κέντρο της πόλης δείχνοντας την Ακρόπολη και όσα την περιβάλλουν. Με ένα μακρινό πλάνο και με το διάχυτο φως του μεσημεριανού ήλιου που την φωτίζει την κάνει πιο επιβλητική. Τα χρώματα είναι λίγο πιο θερμά σε αποχρώσεις του πορτοκαλίκαι ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπες ασπρόμαυρες αποχρώσεις που επικρατούν στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Η εικόνα αυτή του ιστορικού κέντρου δεν σε παραπέμπει στα ερείπια κάτω από αυτό, καθώς επίσης και οι δρόμοι τριγύρω που βλέπουμε στη μέση του έργου, δεν δίνουν στον θεατή την εντύπωση της εξαθλίωσης της Αθήνας. Παρόλα αυτά κάτω από τα αρχαία μνημεία και πίσω από τους κεντρικούς δρόμους που τα πρώτα αυτοκίνητα είχαν κάνει την εμφάνιση τους υπήρχαν άνθρωποι που πάλευαν για την επιβίωση. Συνοψίζοντας βλέπουμε ότι η ταινία επιλέγει να μας παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές της ζωής στην πόλη της Αθήνας του 1930 μέσα από την πλοκή της ιστορίας. Παρουσιάζει τις φτωχογειτονιές μέσα από μια σκοτεινή φωτογραφία, δείχνει τα μεγαλοπρεπή ανάκτορα και μας ξεναγεί στο κέντρο της πόλης όπου φαίνεται να υπάρχει το ξεκίνημα μιας αστικής ζωής. Βιβλιογραφία Θάνος Μαντζάνας, 2020. “HUFFPOST”.Οι Απάχηδες των Αθηνών Available at: https://www.huffingtonpost.gr/entry/oi-apachedes-ton-athenon_gr[Accessed 14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2020].
Η Γυναίκα της Greta Gerwig – Αναστασία Αντωνακάκη

Μπορούμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας; Μα, φυσικά και μπορείτε. Με συγκεκριμένο τρόπο, φυσικά και μπορείτε. Κατά προτίμηση, δραματικό. Η κωμωδία δεν κάνει για σας. Για να κάνεις πλάκα, πρέπει να καταλαβαίνεις με τι κάνεις πλάκα. – Το πρόβλημα δεν είναι το εμπορικό προϊόν. Το πρόβλημα είναι που δεν ξέρετε να κάνετε το εμπορικό προϊόν να έχει ποιοτικό βάθος. – Πάντως, η εισπρακτική επιτυχία σίγουρα δεν οφείλεται σε εσάς. Οφείλεται στην εταιρεία. Στο προϊόν. Στην προώθηση. Στον καπιταλισμό. Πάντως, όχι σε εσάς, “μικρή μου”. – Και πάντως, δεν γίνεται η πτώση να είναι δίπλα με την κούκλα. Δεν γίνεται οι δύο αυτές γυναίκες να στέκονται μαζί, δεν το καταλαβαίνετε; Μάλλον δεν το καταλαβαίνετε, γιατί δεν ξέρετε τι σημαίνει τέχνη. – Το δράμα είναι αυτό που μπορεί να αναδείξει τον φεμινισμό. Και το τι είναι φεμινιστικό και τι όχι, το αποφασίζουμε εμείς. – Πρέπει να σας συγκρίνουμε. Είναι υποχρεωτικό. Δεν μπορείτε να στέκεστε μαζί. Πρέπει να βρίσκεστε απέναντι. Πρέπει να θέλετε να σας συγκρίνουμε. Εμείς είμαστε ο κριτής. Εσείς, πρέπει να θέλετε να σας διαλέξουμε. – Δεν υπάρχουν φιλίες. Δύο όμορφες γυναίκες. Δύο δυναμικές γυναίκες. Δύο διανοούμενες γυναίκες. Ποτέ δεν είναι μαζί. Έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δικά μας. Σε εμάς, συμπληρώνονται. Σε εσάς, αλληλοαποκλείονται. Γιατί, πάντα, ανταγωνίζεστε για την προσοχή μας. – Στον δικό σας κόσμο. Στον δικό μας κόσμο, είναι όλα αλλιώς. Είναι μαύρα και ροζ και όλα τα χρώματα ανάμεσα. Στον καινούργιο κόσμο που φτιάχνουμε Τώρα πια Μιλάμε εμείς για εμάς. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε η μούσα κανενός πάπα. Είμαστε ο πάπας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν χρειάζεται να είμαστε μόνο ηθοποιοί. Είμαστε και σκηνοθέτες. Δεν χρειάζεται να κάνουμε μόνο δράμα. Κάνουμε και κωμωδία. Και θρίλερ. Και επιστημονική φαντασία. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε και του εμπορικού και του ποιοτικού. Ταυτόχρονα – αφού μεταξύ τους αποκλείονται. Και η επιτυχία είναι δική μας. Δημιουργική. Και εισπρακτική. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε τις δικές μας ιστορίες. Για την γυναικεία φιλία. Αυτή που πάντα δίνει την λύση. Για τις φίλες που είναι εκεί. Όταν είμαστε απελπισμένες για το παιδί που δεν θέλουμε. Και για το παιδί που θέλουμε και δεν μπορούμε να κάνουμε. Και για το παιδί που έχουμε. Για τις φίλες που είναι πάντα εκεί. Γι’ αυτά που έχουμε. Και γι’ αυτά που δεν έχουμε. Αυτή είναι η αλήθεια. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε την αλήθεια μας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε ο εαυτός μας. Δεν είναι πάντα όμορφος. Ούτε πάντα άσχημος. Αλλά τουλάχιστον, τον αφηγούμαστε εμείς. Ευχαριστούμε, Greta Gerwig, που άνοιξες, ακόμη περισσότερο, τον δρόμο. Που είσαι δίπλα στην Margot Robbie και την Justine Triet. Όχι πιο πάνω. Ούτε πιο κάτω. Δίπλα. Σ’ ευχαριστούμε, εμείς και οι φίλες μας. Είσαι μεγάλη. Τα λέμε εκεί. Στον κόσμο. ΥΓ. Ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο της φίλης και συνεργάτιδάς μου, Νατάσας Δεληβοριά, για την Barbie της Greta Gerwig: “Η σημασία της Barbie δεν έγκειται απλά στο εξαιρετικό subtlety που κάνει κριτική στο male cinema – και culture κατ’ επέκταση- αλλά στο γεγονός ότι μας υπογραμμίζει για ακόμα μία φορά τα double standards του κινηματογράφου και το πόσο δρόμο έχουμε ακόμα μέχρι να βγάλουμε επιτέλους τα male gazing γυαλιά που ακόμα φοράμε. Και ναι wow το Χόλυγουντ έφτιαξε κάτι που είναι προϊόν… shocking. Is it though? Δεν το σκέφτηκε κανείς αυτό όταν ο Spielberg μόνο που δεν μας τάισε Reese’s Pieces στο Ε.Τ. και δεν το σκέφτηκε κανείς όταν ο Tarantino μας έχωσε ολόκληρη την αμερικάνικη υποκουλτούρα στη μάπα με μπέργκερς, γκάνια και πειραγμένες χάρλεϋ στο Pulp Fiction. Όχι. Αυτά ήταν, είναι και θα είναι τέχνη. Revolution. Γιατί, είναι πιο δυνατό statement το ανελέητο μακελειό τρώγοντας μπέργκερ και απαγγέλοντας κομμάτια από το ευαγγέλιο. Don’t get me wrong. Λατρεύω τον Tarantino. Αλλά, γι’ αυτό ακριβώς, λάτρεψα και την Barbie.”.