Ο Κυνοδόντας – Mary D

«Ο Κυνόδοντας» η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου προβλήθηκε το 2010 στην  Ελλάδα και απέσπασε αρκετά βραβεία και καλές κριτικές τόσο στην Ελλάδα όσο και  στο εξωτερικό. Στην ταινία παρουσιάζεται ο εγκλεισμός μιας πενταμελούς οικογένειας. Μελετώντας την,  παρατηρούμε ότι η οικογένεια ζει σε ένα απομονωμένο, πολυτελές σπίτι με τα τρία  παιδιά που είναι μεγαλύτερα σε ηλικία εκπαιδεύοντάς τα και διαστρεβλώνοντας την  σημασία κάποιων λέξεων για να μην μάθουν την πραγματική τους αξία π.χ. το  τηλέφωνο είναι η αλατιέρα και η εκδρομή είναι ένα δομικό υλικό. Τους  παραπληροφορούν για πολλά πράγματα φτάνοντας σε ακρότητες όπως ότι για να  φύγουν από το σπίτι πρέπει να πέσει ο κυνόδοντάς τους. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον  τα παιδιά αντιδρούν  και ξεσπούν μερικές φορές με βία. Η μόνη  ξένη επιρροή είναι μια υπάλληλος του πατέρα όπου έρχεται στο σπίτι για να κατευνάσει  τις σεξουαλικές επιθυμίες του γιου. Ωστόσο προκαλεί αναστάτωση και την θέση της  παίρνει η αδερφή του νεαρού η οποία στο τέλος αποφασίζει ότι έφτασε η στιγμή να  σπάσει τον κυνόδοντά της για να βγεί από το σπίτι και αφού το επιχειρεί κλείνετε στο  πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα για να την μεταφέρει έξω. Τονίζοντας το μοντέλο μιας πατριαρχικής οικογένειας ο Λάνθιμος τοποθετεί σε  ένα καλοδιατηρημένο σπίτι πέντε χαρακτήρες χωρίς να δείχνει το χρόνο ή το χώρο που  λαμβάνει δράση. Ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση με ένα αργό μοντάζ και ενώνει τα  πλάνα χωρίς να υπάρχουν σκηνοθετικά τρικ. Οι περισσότερες σκηνές είναι μέσα στο  σπίτι και στον κήπο όπου η κάμερα είναι στατική, ενώ με μεσαία πλάνα που κόβει τα  κεφάλια των χαρακτήρων προσπαθεί να αποδώσει το αίσθημα της έλλειψης της  προσωπικής ανάγκης και επιλογής. Η πρόθεση του σκηνοθέτη να σοκάρει αλλά και να  περάσει μηνύματα είναι αυτή που τον οδηγεί σε βίαιες σκηνές. Παρόλα αυτά με ένα  διάχυτο φως σε όλα τα κάδρα του παρουσιάζει τις στιγμές της οικογένειας εστιάζοντας  στα γεγονότα και όχι τόσο στη σκηνογραφία αφού δεν υπάρχει κάτι που να  διαφοροποιεί το σπίτι από ένα συνηθισμένο. Επίσης χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους  διαλόγους και με νωχελικές και ρομποτικές ερμηνείες που πολλές φορές έχουν και κενά  αποστασιοποιεί τον θεατή και βοηθάει να αποδοθεί το αρρωστημένο κλίμα ακόμα  περισσότερο. Εν κατακλείδι, διαπιστώνουμε ότι ο Λάνθιμος κατασκευάζοντας μια  μεταμοντερνιστική ταινία θέλησε να δείξει ένα ιδιαίτερα ακραίο οικογενειακό δεσμό  για να προκαλέσει το ενδιαφέρον και να δείξει τα όρια του ανθρώπου.

Woody Allen – Ευγενία (Ζένια) Σοφία

O Γούντι Άλλεν (Woody Allen) γεννημένος 1 Δεκεμβρίου 1935 ως Allen Stewart Königsberg, είναι Αμερικανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος, κωμικός, συγγραφέας και μουσικός. Χαρακτηρίζεται από ένα ξεχωριστό στυλ που συνδυάζει διανοητικό χιούμορ, νευρωτικούς χαρακτήρες και μια βαθιά εξερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Γράφει και σκηνοθετεί τις ταινίες του, ενώ έχει ενσαρκώσει και ο ίδιος διάφορους ρόλους σε πολλές από αυτές καλούμενος «διοπτροφόρος ηθοποιός». Εμπνέεται από τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο και κυρίως από τη Νέα Υόρκη, την αγαπημένη του πόλη. Η κινηματογραφική του περσόνα ενσαρκώνει έναν Εβραίο διανοούμενο της Νέας Υόρκης μέσα από μια αυτοσαρκαστική αίσθηση του χιούμορ, ενώ συχνά παρουσιάζεται νευρωτικός και εγωκεντρικός, κοσμοπολίτης και ανασφαλής. Το σημείο καμπής στην καριέρα του ήρθε με την κυκλοφορία της ταινίας «Annie Hall» (Νευρικός Εραστής), το 1977. Η ταινία, μια ημι-αυτοβιογραφική ρομαντική κομεντί, όχι μόνο κέρδισε τέσσερα βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, αλλά επίσης εδραίωσε την ταυτότητα του Άλλεν ως κινηματογραφικού συγγραφέα. Η ταινία ήταν μια απόκλιση από τις παραδοσιακές ρομαντικές κωμωδίες, με μη γραμμική αφήγηση και με μια ειλικρινή εξερεύνηση της αγάπης και των σχέσεων. Παράλληλα, η συνεργασία του με την ηθοποιό Ντάιαν Κίτον, η οποία έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο στο «Annie Hall», έγινε εμβληματική. Η χημεία τους στην οθόνη και η ικανότητα του Άλλεν να εμποτίζει με χιούμορ συγκλονιστικές στιγμές έθεσαν ένα νέο πρότυπο για το είδος της ρομαντικής κωμωδίας. Η επιρροή της ταινίας είναι ακόμα αισθητή στον σύγχρονο κινηματογράφο, με τους σκηνοθέτες να την αναφέρουν ως έμπνευση για την καινοτόμο αφηγηματική της δομή. Woody Allen Ο Άλλεν μέσα από μια εκτενή φιλμογραφία που περιλαμβάνει κλασικά έργα, όπως το «Μανχάταν» και το «Μεσάνυχτα στο Παρίσι», προβάλλει υπαρξιακά θέματα, περίπλοκους χαρακτήρες και μια διαφοροποιημένη αφήγηση, αφήνοντας ανεξίτηλο το σημάδι του στον κόσμο του κινηματογράφου. Είτε θεωρείται κωμική ιδιοφυΐα, αμφιλεγόμενη φιγούρα ή πρωτοπόρος, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη διαρκή επιρροή του στην τέχνη του κινηματογράφου. Ορισμένες από τις βραβεύσεις του: Όσκαρ Σκηνοθεσίας (1977) Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου (1977) Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας (1977) Βραβείο της Ένωσης Αμερικανών Σκηνοθετών (1977) Βραβεία Writers Guild of America (1985), (1987), (1990) Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου (1986) Βραβείο Χρυσής Σφαίρας καλύτερου σεναρίου (1986) Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης μουσικής ή κωμικής ταινίας (1987) Bραβείο Ντονόστια (2004) Βραβείο Πρίγκιπα της Αστουρίας για τις τέχνες (2002) Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου (2011) Βραβείο Χρυσής Σφαίρας καλύτερου σεναρίου (2012)   Ενδεικτικές κριτικές για τις ταινίες του: «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» «Ρομαντικός, τρυφερός και ευαίσθητος από τη μια μεριά αλλά την ίδια ώρα ρεαλιστής και προσγειωμένος, ο Άλλεν στο «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» κάνει ένα νοσταλγικό πέρασμα στην εποχή των ειδώλων του… Ταυτόχρονα το φιλμ, στο οποίο εμφανίζονται επίσης η Μαριόν Κοτιγιάρ, η Κάθι Μπέιτς και η Κάρλα Μπρούνι, είναι επίσης ένα πανέμορφο γράμμα αγάπης του Άλλεν προς το Παρίσι, προς τους Γάλλους γενικότερα, οι οποίοι δεν έπαψαν ποτέ να λατρεύουν το χιούμορ των μοναδικών ταινιών του…» –  To Βήμα. «Μια συναρπαστική σύγκρουση αισθημάτων» – Rolling Stone. «Μια θαυμάσια ταινία με γνήσιες εκφάνσεις ρομαντισμού» – New York Times. «Σωστός χρόνος, σωστό μέρος και μια από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων ετών»  – Associated Press. «Μανχάταν» «Το Μανχάταν είναι μια εκπληκτική εμπειρία βγαλμένη απ’ τη ζωή και χωρίς ψεγάδια» – Damian Cannon. «Παρουσιάζει εμάς τους ανθρώπους να αναλωνόμαστε τόσο για να κάνουμε εντύπωση στους άλλους, που ξεχνάμε πως να είμαστε ο εαυτός μας» – Dan Jardin. «Είναι μια αισιόδοξη τραγωδία των μαύρων καιρών μας» – Βασίλης Ραφηλίδης «Το Βήμα». «Η καλύτερη και σοβαρότερη μέχρι τώρα ταινία του Woody Allen και ένας ρόλος για Όσκαρ από την Κέιτ Μπλάνσετ, η οποία δεν υποδύεται απλά, αλλά βιώνει τον ρόλο της γυναίκας, που έχει μάθει να ζει στη Νέα Υόρκη με τα λεφτά των άλλων χάρη στον άντρα της (ο καλύτερος Άλεκ Μπάλντουιν που έχω δει τα τελευταία χρόνια)»  – Άγγελος  Πολύδωρος. «Πραγματικά πρόκειται για ένα κινηματογραφικό στολίδι που ξεπερνά κάθε προηγούμενη δημιουργία του Woody Allen προσφέροντας το καλύτερο από ότι προσδοκά ο κάθε λάτρης του χαρισματικού αυτού δημιουργού» –  Κωνσταντίνος   Κομματάς. «Η Θλιμμένη Τζάσμιν είναι μια πολύ ευχάριστη κινηματογραφική έκπληξη με πολύ δυσάρεστο θέμα και κεντρική ηρωίδα μια γυναίκα σε απόγνωση, μια πρώην κυρία των σαλονιών της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ»  – Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος. Ευγενία (Ζένια) Σοφία

JOKER – Mary D

Η ταινία γυρισμένη το 2019 εξελίσσεται στην πόλη του Γκόθαμ Σίτυ, γνωστή από τα κόμικς με τις περιπέτειες του Batman ενός σούπερ ήρωα που προσπαθούσε να εξολοθρεύσει το έγκλημα που υπήρχε σε αυτήν, με μόνιμο εχθρό του τον Joker έναν  παρανοϊκό κλόουν. Ο σκηνοθέτης Τόντ Φίλιπς επιλέγει να εστιάσει στον Joker παρουσιάζοντας την ζωή του από άλλη οπτική ανατρέποντας το μύθο. Ο πιο διάσημος κακός και σκοτεινός χαρακτήρας στην ιστορία των κόμικς μεταμορφώνεται σε έναν καθημερινό άνθρωπο ο οποίος πλήττεται από την κοινωνική αδικία λόγω της ιδιαιτερότητας του. Η ταινία προκάλεσε πολλά σχόλια όταν προβλήθηκε στους κινηματογράφους για τα πολιτικά μηνύματα που μετέφερε και τηνβία η οποία ήταν υπερβολική ειδικά για τους νέους. Ωστόσο η επιτυχία ήταν μεγάλη και κατάφερε να είναι υποψήφια για 11 Όσκαρ από τα οποία απέσπασε τα 2 το ένα για την καλύτερη μουσική και το άλλο Ά ανδρικού ρόλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι μια από τις λίγες ταινίες του Todd Philips με δραματικό περιεχόμενο καθώς στο παρελθόν κυρίως έχει ασχοληθεί με κωμωδίες. Έχοντας λοιπόν ένα πρόσωπο γνωστό του οποίου δεν γνωρίζουμε την ιστορία του, πλάθει από την αρχή την προσωπικότητα του και μας την παρουσιάζει με το δικό του τρόπο χωρίς να μας συγκινήσει ή να μας ταυτίσει μαζί του. Αρχικά παρατηρούμε ότι όλη η ιστορία είναι στο Γκόθαμ Σίτυ την σκοτεινή πόλη των κόμικς όπου κυριαρχεί το κακό, από τα πρώτα κιόλας πλάνα το άκουσμα ενός ραδιοφωνικού σταθμού μας εισάγει σε έναν κόσμο βρώμικο που κυριαρχεί η δυσωδία και τα ποντίκια. Η σκοτεινή φωτογραφία και οι κλόουν που υπάρχουν στο πλάνο με τα έντονα και κόκκινα χρώματα μας προκαλούν αρνητικά συναισθήματα. Αν και η φιγούρα του κλόουν παραπέμπει σε κάτι αστείο και χαρούμενο εδώ παρουσιάζεται διαφορετικά τρομάζοντας τον θεατή. Το πολύ κοντινό στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή καθώς αναφέρονται τα ποντίκια που κυριεύουν την πόλη και βλέποντάς τον να κάνει γκριμάτσες δίνουν την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένα ακόμα στοιχείοπου παρατηρείται στα πρώτα πλάνα είναι ότι αρκετά συχνά το σκηνικό θολώνει γύρω από τον πρωταγωνιστή εστιάζοντας σε αυτόν και αποκόβοντάς τον από το σύνολo. Μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά της ταινίας με ένα ασυνεχές ελλειπτικό μοντάζ έχουμε δει την δουλειά του, το πρόβλημα υγείας του και την πόλη που μένει. Έχοντας δημιουργηθεί ένα μυστήριο γύρω του περιμένουμε να να δούμε τον προσωπικό του χώρο και πως προκλήθηκε το θέμα του. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας παρατηρούμε ότι σε κάθε σκηνή παρουσιάζεται μια αντίθεση, από την μια έχει τη θέλησή να ενταχθεί στο κοινωνικό περιβάλλον, να μπορέσει να προσφέρει στους ανθρώπους γύρω του, όμως πάντα κάτι πάει λάθος και τον επαναφέρει στην κατάρρευση και του υπενθυμίζει ότι δεν είναι καλά. Όλα είναι εναντίον του χωρίς να του δίνεται η επιλογή να καλυτερεύσει την ζωή του. Δεν μας γίνεται αμέσως γνωστό τι προκάλεσε την ψυχολογική του πάθηση αλλά φαίνεται πως βιώνει την κοινωνική ανισότητα από την επίδειξη ρατσιστικής συμπεριφοράς σε βάρος του όπως επίσης και την στέρηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων του την εργασία και την υγεία. Συνεπώς είναι αναπόφευκτη η πορεία του προς το έγκλημα και την καταστροφή. Σε ότι έχει πιστέψει αναιρείται οπότε φτιάχνει έναν άλλο χαρακτήρα τον Joker όπως αποκαλέστηκε και τον κάνει πραγματικό δολοφόνο. Μπορεί οι προηγούμενοι φόνοι να ήταν ένα τυχαίο γεγονός όμως από ένα σημείο και μετά επέλεξε να γίνει τιμωρός αυτών που τον απογοήτευσαν. Μεταμορφώνεται μόνιμα σε κλόουν, υιοθετεί τον χαρακτήρα του κακού που έχει ξεσηκώσει τον κόσμο άθελά του και δρα κατά αυτών που συνέβαλλαν στην καταστροφή του. Χαρακτηριστικό είναι το κόκκινο χρώμα που προβάλλεται σε όλη την ταινία στους φωτισμούς, τα ρούχα του Joker, το αίμα για να αποτυπώσει και να τονίσει τα ψυχολογικά συναισθήματα του πρωταγωνιστή και τις καταστάσεις που ζει. Επιπλέον σε πολλά σημεία ο σκηνοθέτης τον βάζει να περνά μέσα από στενούς μακριούς διαδρόμους εγκλωβίζοντάς τον, περνώντας μας το μήνυμα της πίεσης που νιώθει και οδηγείται σε μονόδρομο χωρίς διαφυγή. Οι καθρέφτες που δεν λείπουν από κάποιες σκηνές δείχνουν τον ίδιο να κοιτά το είδωλο που έχει δημιουργήσει κατά την μεταμόρφωσή του σε κλόουν. Η σκηνή που μέσα από τον καθρέπτη απεικονίζεται ο Γουέιν μεγάλος και πίσω του ο Άρθουρ πιο μικρός δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι θα ήθελε αυτό που αντανακλά ο καθρέφτης να είναι αληθινό και να γίνει αποδεκτός από τον πατέρα του. Επιλέον τα γκρο πλάνα είναι ένα άλλο εκφραστικό μέσο για ψυχολογικές και συμβολικές ερμηνείες καθώς η αμεσότητα σκιαγραφεί το υποσυνείδητο του υποκειμένου. Για να ενταθεί όμως καλύτερα αυτή η ψυχική ανισορροπία τα πλάνα από λοξές γωνίες υπερτερούν για να μας μεταφέρουν την ανησυχία και την διαταραχή της προσωπικότητάς του. Ειδικά οι σκηνές του χορού από τις διάφορες γωνίες λήψης και την αργή κίνηση μας μεταφέρουν αυτά που αντιπροσωπεύουν και θέλουν να τονιστούν. Βασικό συστατικό αποτελεί και ο ήχος που μεταδίδει την μελαγχολική ατμόσφαιρα που απλώνεται σε όλη την διάρκεια και μας εισάγει από την μια σκηνή στην άλλη. Ο ήχος καθοδηγεί τον θεατή συναισθηματικά και τραβάει την προσοχή του σε θέματα που θέλει να αγγίξει. Η σιωπή από την άλλη χρησιμοποιείται για δραματικούς σκοπούς και εδώ υπάρχουν αρκετά σημεία που επικρατεί σιωπή ή μόνο το γέλιο του Joker δημιουργώντας ένα βαρύ κλίμα. Συνοψίζοντας τα παραπάνω στοιχεία που συντελούν για την απόδοση μια ψυχικά φορτισμένης ταινίας ο σκηνοθέτης καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή. Χωρίς να ερμηνεύονται όλα ξεκάθαρα και με τις συνεχείς ελλείψεις ανάμεσα στις σκηνές περνάει τα μηνύματα του κοινωνικού αποκλεισμού και τις συνέπειες αυτού. Καθηλώνει καιπροβληματίζει το κοινό με την ζωή κάποιου ψυχικά ασθενούς που δεν έχει επιλογές για να επιβιώσει μέσα στην κοινωνία και αφήνει ο καθένας να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Η Μουσική του Wong Kar-Wai – Αναστασία Αντωνακάκη

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου  Τελειώνει το Fallen angels (1995) και σχεδόν αμέσως, με παίρνει ο ύπνος. Τα όνειρα μου έχουν για μουσική υπόκρουση την μουσική της ταινίας. Ολόκληρη. Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου Τελειώνει το Chunking Express (1994). Δεν καταλαβαίνω και πολύ γιατί η ταινία έπρεπε να πει δύο ιστορίες. Η δεύτερη ιστορία, έτσι κι αλλιώς, φαίνεται να είναι η μοναδική. Ήταν μία εισαγωγή η πρώτη στην δεύτερη; Μου αρέσουν οι εισαγωγές, αλλά εδώ δεν ένοιωσα ότι την χρειάζομαι. Βγαίνω για ποτό. Δεν πίνω καν ποτό, είμαι πολύ κουρασμένη. Γυρίζω σπίτι. Ξαπλώνω και τα όνειρα μου έχουν για μουσική υπόκρουση το California dreaming. Δεν το ξέρω ακόμη, αλλά είναι η ταινία που θα μείνει μαζί μου πιο πολύ απ’ όλες. Τετάρτη 15 Ιανουαρίου Βλέπω το In the mood for love (2000). Το σταματάω ανά δέκα λεπτά, για να μην τελειώσει. Θέλω να ζήσω λίγο ακόμη εκεί μέσα. Δεν έχω παρατηρήσει ακόμη αρκετά, δεν τα έχω δει ακόμη όλα. Τελειώνει, γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Δυστυχώς. Ή ευτυχώς. Είμαι ξύπνια και τα ανοιχτά μου μάτια έχουν για μουσική υπόκρουση την μουσική της ταινίας. Την έχω ακούσει τόσες φορές αυτή τη μουσική – δεν ήξερα ότι είναι γραμμένη γι’ αυτήν την ταινία. Ευτυχώς, πρόλαβα να το μάθω. Σε όλες του τις ταινίες, βλέπω εικόνες απ’ την καθημερινή μου ζωή που απλώς έχουν αποτυπωθεί στην οθόνη.  Όταν περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο. Και κυρίως, όταν παρακαλάω να μην χτυπήσει. Όταν, τελικά, μιλάω στο τηλέφωνο και γύρω μου παρελαύνουν άνθρωποι, βυθισμένοι στις δικές τους τελετουργίες. Σαν να παίζω σε video clip. Όταν γνωρίζω κάποιον, που ξέρω ότι θα με απασχολήσει για πολύ καιρό. Ή αλλιώς, όταν σκέφτομαι τον Δ. και παίζει στο κεφάλι μου το Happy together(1997). Όταν “ακόμη κι αν είσαι δολοφόνος, έχεις συμμαθητές από το δημοτικό. Κάθε φορά που τους συναντάς, σου κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις”. Είμαι 5 χρόνια παντρεμένη, τα 4 συγκατοικούμε, εσύ τι κάνεις, παντρεύτηκες, όχι ε; Όταν ο τρόμος παίρνει την μορφή ενός ανθρώπου που δεν μιλάει. Όταν σκιές από όλους μου τους χρόνους γλιστράνε γύρω μου, σε όλα τα χρώματα αλλά κυρίως, σε κόκκινο. “Κάθε άνθρωπος έχει παρελθόν”. “Είναι λίγο δύσκολα τελευταία. Θέλω να αλλάξω αυτήν την συνήθεια. Δεν ξέρω αν είναι καλή απόφαση. Αλλά τουλάχιστον είναι δική μου”. Όταν παίρνω μία εντελώς παράλογη απόφαση, που είναι εντελώς λογική. Λογική και αναπόφευκτη. Όπως το να μπαίνω στο σπίτι αυτού του κάποιου που θα με απασχολήσει για καιρό και να αλλάζω θέση στα πράγματά του. Και να τα κάνω πιο όμορφα. Ή να πάω ένα ταξίδι στην Καλιφόρνια, γιατί θέλω να δω αν έχει όντως τόσο ήλιο, όσο λέει το τραγούδι. Στο Λος Άντζελες θα πάω. Το ανικανοποίητο. Σκέφτομαι την Ν., που μου έλεγε ότι η φίλη της η Ν. είχε κάνει δείπνο με θεματική “Wong Kar-Wai” και είχε φτιάξει dumplings. Σίγουρα σου ανοίγει η όρεξη για dumplings με τον Wong Kar-Wai. Και σίγουρα σου ανοίγει και η όρεξη για βόλτες, για χρώματα και για κάτι καινούργιο. Μέσα από τον έρωτα. Το ταξίδι. Την απώλεια. Πάντως κάτι καινούργιο. Κάτι καινούργιο και κάτι τυχαίο, που τελικά, δεν είναι και τόσο τυχαίο. Ποτέ δεν είναι. Η μαγεία του Wong Kar-Wai μένει μαζί σου για πάντα. Όσο κρατάει το για πάντα. Όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Η μαγεία του μένει μαζί σου για πάντα. Με μουσική υπόκρουση.

Η Συγγνώμη της Anne Charlotte Robertson – Αναστασία Αντωνακάκη

“Μία σειρά από κινηματογραφημένες απολογίες συμβαίνουν διαδοχικά, ενώ η Anne Charlotte Robertson αντιμετωπίζει την κάμερα και το κοινό με μία αίσθηση οργής, μοναξιάς και ενόχλησης, που πηγάζει από την καθημερινή της μάχη με την ψυχική ασθένεια.” – διαβάζω στο IMDb, για το Apologies (1990) της Robertson. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που το είδα – ήταν σε ένα σεμινάριο κινηματογράφου που παρακολούθησα πρόσφατα στην Αθήνα. Ήταν η στιγμή που ανοίχτηκε μπροστά μου, για πρώτη φορά σε εικόνα, ο κόσμος του ημερολογίου. Ο κόσμος της Akerman, του Mekas και της Menken. Η στιγμή που άρχισα να καταλαβαίνω το Les plages d’Agnès (2008) της Varda. Η στιγμή που άρχισε να βγάζει νόημα η μνήμη και ο συνειρμός. Που δεν βγάζουν κανένα νόημα συνήθως, αλλά, όπως λέει κι ο Lynch, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι περιμένουν από την τέχνη να βγάλει νόημα, ενώ η ίδια τους η ζωή δεν βγάζει κανένα απολύτως. Ο Lynch μου θυμίζει πάντα την Ν., γιατί τον αγαπάει πολύ και αυτή μου τον έμαθε. Δεν μπορώ ποτέ να σκεφτώ τον Lynch, χωρίς να σκεφτώ την Ν. Και η Varda μου θυμίζει πάντα την Ν., γιατί κι αυτήν την αγαπάει πολύ. Η Ν. μου είχε πει να δω το Les plages d’Agnès. Φλυαρώ, ε; Συγγνώμη που φλυαρώ και συγγνώμη αν σας γίνομαι δυσάρεστη επειδή φλυαρώ. Αυτό που διαβάζετε αυτή τη στιγμή είναι ένα κείμενο για το φιλμ της Robertson, που λέγεται Apologies και κανονικά θα έπρεπε να είναι μόνον αυτό, συγγνώμη που έχω γράψει τόσα άλλα πράγματα ενώ δεν χρειαζόταν, συγγνώμη γι’ αυτό. Συγγνώμη που βγήκα εκτός θέματος και μάλλον σας γίνομαι δυσάρεστη, γιατί δεν είμαι αυτό που περιμένατε. Ούτε εγώ είμαι αυτό που περιμένατε ούτε αυτό το κείμενο είναι αυτό που περιμένατε – αλήθεια, τι περιμένατε και γιατί; Συγγνώμη αν αυτή η ερώτηση σας φέρνει σε δύσκολη θέση. Το Apologies κάνει θόρυβο μέσα στην απλότητά του: μια γυναίκα που το’ χει χάσει, ζητάει ακατάπαυστα συγγνώμη. Μόνο της βοήθημα, μια κάμερα. Την κρατάει ή την βάζει απέναντί της. Κάπως πρέπει να απευθύνει την συγγνώμη της, άλλωστε. Η Robertson κάνει, επιτέλους, αυτό που όλοι περιμένουν από αυτήν: ζητάει συγγνώμη για ολόκληρη την ύπαρξή της. Ξέρει ότι, ό,τι κι αν κάνει, είναι λάθος. Καπνίζει πολύ, πίνει πολύ καφέ, βρίζει, δεν είναι περιποιημένη, είναι πολύ περιποιημένη, τραβάει με την κάμερα στο χέρι, δεν τραβάει με την κάμερα στο χέρι, είναι ενεργή πολιτικά, δεν είναι ενεργή πολιτικά, οδηγεί, δεν οδηγεί, είναι απολογητική, δεν είναι απολογητική, είναι ψυχικά ασθενής, δεν είναι ψυχικά ασθενής, φωνάζει, δεν φωνάζει, κοιτάζει την κάμερα, δεν κοιτάζει την κάμερα, εξαντλείται, δεν εξαντλείται, κάνει λάθη. Κάνει λάθη. Όλοι κάνουν λάθη, αλλά τα δικά της λάθη είναι ακόμη πιο ασυγχώρητα. Γιατί, έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν κάνει, είναι λάθος. Είναι και γυναίκα και συγγνώμη που το λέω αυτό. Συγγνώμη αν σας ενοχλεί που το αναφέρω αυτό το πράγμα. Υπάρχει καλύτερος τρόπος να πάρεις τον έλεγχο, από την ειρωνεία; Συγγνώμη αν αυτή η τελευταία ερώτηση σας φέρνει σε δύσκολη θέση. Συγγνώμη που η αλήθεια είναι πως, δεν με νοιάζει αν σας φέρνω σε δύσκολη θέση με αυτό που ρώτησα. Συγγνώμη που ζητάω τόσες φορές συγγνώμη, μάλλον έχω γίνει βαρετή και δυσάρεστη που έχω ζητήσει τόσες πολλές φορές συγγνώμη. Συγγνώμη γι’ αυτό. Ειλικρινά, συγγνώμη. Το Apologies μπορείτε να το δείτε εδώ: Apologies Συγγνώμη που δεν το ανέφερα νωρίτερα.  

Πρισίλα -ή αλλιώς: Η γυναίκα πίσω από τον μύθο (του Έλβις) – Μαίρη Τζέιν

Παρακολουθώντας την ταινία “Priscilla” (2023) αναγεννήθηκε η ανάγκη να ανακαλέσω αυτό το εξιδανικευμένο ειδύλλιο, το σύμβολο του αμερικανικού ροκ ονείρου, το παραμυθένιο ζευγάρι με το οποίο πολλές και πολλοί θα ήθελαν να ταυτιστούν. Προσωπικά, ανήκω στους ανθρώπους όπου την Πρισίλα δεν την είχαν ποτέ στο μυαλό τους ως πρωταγωνίστρια. Την ήξερα ως την “σύζυγο του Έλβις”. Λοιπόν, αυτή η ταινία ήρθε για να βάλει στη θέση τους άτομα σαν εμένα. Το “Priscilla” (2023) είναι μια βιογραφική ταινία που εμβαθύνει στη ζωή της Priscilla Presley, εστιάζοντας στη σχέση της με τον εκλιπόντα σύζυγό της, Elvis Presley, καθώς και στην προσωπική της πορεία. Η ταινία αναμένεται να αναδείξει διάφορες πτυχές της ζωής της, συμπεριλαμβανομένων των πρώτων χρόνων της, του γάμου τους και των προκλήσεων που αντιμετώπισαν μαζί. Ποιά ήταν όμως η Πρισίλα και ποια ήταν η σχέση της με τον βασιλιά του ροκ-εν-ρολ; Η Priscilla Presley, γεννημένη τον Μάιο του 1945, ασχολήθηκε με την υποκριτική, την τηλεπαρουσίαση και τις επιχειρήσεις. Είναι περισσότερο γνωστή για τους υποκριτικούς της ρόλους σε ταινίες όπως το “Naked Gun 33 1/3: The Final Insult” (Ελληνιστί: Τρελές Σφαίρες). Ξεκίνησε την καριέρα της ως χορεύτρια και μοντέλο, ενώ τελικά μεταπήδησε στην υποκριτική στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της, αντιμετώπισε διάφορες προκλήσεις και συμμετείχε σε πολλά  επιχειρηματικά εγχειρήματα, συμπεριλαμβανομένης της δικής της σειράς αρωμάτων. Γνώρισε τον Elvis μέσω ενός κοινού φίλου, ο οποίος πίστευε ότι θα ταίριαζαν καλά λόγω των κοινών τους ενδιαφερόντων και χόμπι. Τους ένωσε η αγάπη τους για τη μουσική, τον κινηματογράφο και την τέχνη και σύντομα άρχισαν να περνούν περισσότερο χρόνο μαζί, σχηματίζοντας τελικά μια στενή φιλία που τελικά εξελίχθηκε σε ρομαντική σχέση. Η Πρισίλα είχε σημαντική σχέση μαζί του τόσο ως σύζυγος όσο και ως έμπιστη συνεργάτης. Ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου το 1967, λίγα χρόνια μετά το διαζύγιο του Έλβις από την πρώτη του σύζυγο και παρέμειναν παντρεμένοι για έξι χρόνια. Κατά τη διάρκεια της κοινής τους ζωής, η Πρισίλα υπήρξε υποστηρικτική σύντροφος, διαχειριζόμενη την καριέρα και την προσωπική ζωή του Έλβις. Ήταν στο πλευρό του κατά τη διάρκεια της ανόδου του στη φήμη και της ενδεχόμενης παρακμής του. Μετά το διαζύγιό τους το 1973, η Priscila συνέχισε να διατηρεί στενή σχέση με τον Elvis μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1977. Όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε υπέρμαχος της κληρονομιάς του εκλιπόντος συζύγου της, μοιραζόμενη ιστορίες και αναμνήσεις που αναδεικνύουν τον βαθύ δεσμό και την αγάπη τους. Οι ακριβείς λόγοι για το διαζύγιο της Priscilla και του Elvis Presley δεν είναι απολύτως σαφείς. Ένα σημαντικό ζήτημα ήταν η πίεση της διαφοράς ηλικίας τους και η πίεση της φήμης στη σχέση τους. Ένας άλλος παράγοντας θα μπορούσε να είναι οι προσωπικοί αγώνες του Elvis με τον εθισμό, οι οποίοι επηρέασαν τόσο την επαγγελματική όσο και την προσωπική του ζωή. Εκείνη προσπάθησε να τον βοηθήσει να διαχειριστεί την καριέρα του και τα προσωπικά του ζητήματα, αλλά οι προκλήσεις αποδείχθηκαν συντριπτικές για τη σχέση τους. Παρά το διαζύγιό τους, η Priscilla και ο Elvis διατήρησαν στενό δεσμό μέχρι το θάνατό του, γεγονός που δείχνει ότι εξακολουθούσαν να τρέφουν βαθιά αγάπη και σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Πρόκειται για μια γυναίκα υποστηρικτική και πετυχημένη, ακόμα και αν μεγάλο μέρος της λάμψης της επισκιάστηκε από την αείμνηστη, ιστορική περσόνα του συζύγου της.

ο Ταξιτζής – Πως διαβάζουμε μια ταινία – mary D.

Ο ταξιτζής – 1976 Ο Μάρτιν Σκορσέζε είναι από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες και έχει επηρεάσει σημαντικά τον αμερικάνικο κινηματογράφο. Από τα παιδικά του χρόνια αγάπησε τον κινηματογράφο, σπούδασε σκηνοθεσία στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και καταξιώθηκε στο χώρο. Το στυλ που τον χαρακτηρίζει είναι η γρήγορη δράση, η δυνατή ηχητική επένδυση και ο ιδιαίτερος πρωταγωνιστής. Το 1970 γνωρίζετε με τον Φράνσις Φόρντ Κόπολα ο οποίος του γνωρίζει τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο που πήρε μέρος στη συνέχεια σε πολλές ταινίες που σκηνοθέτησε. Το 1976 ο Σκορσέζε γράφει ιστορία στον κινηματογράφο με την ταινία «Ο Ταξιτζής». Με αφορμή τον πόλεμο του Βιετνάμ μεταφέρει το πολεμικό κλίμα στη ταινία για να μιλήσει για την περίοδο που διαδραματίζεται το έργο.Η ταινία αναφέρεται στον Travis Bikl (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) έναν ψυχικά διαταραγμένο βετεράνο του πολέμου που πάσχει απόαυπνίες και για να τις καταπολεμήσει αναζητά εργασία ως ταξιτζής τις νύχτες. Όσο όμως μπαίνει στον ρυθμό της πόλης βυθίζεται όλο και περισσότερο στην μοναξιά του και νιώθει ότι απειλείται καθώς όλα γύρω του φαντάζουν ως επικίνδυνα και άγρια. Ο σκηνοθέτης παρασύρει τον θεατήσε μια εφιαλτική περιπλάνηση στους δρόμους της Νέας Υόρκης όπου το στοιχείο της διεφθαρμένης κοινωνίας ξεπροβάλλετέσε κάθε γωνιάτης (Going Out, 2017). Η ταινία δέχτηκε λογοκρισία για την βία που μετέδιδε από την Ένωση Κινηματογραφιστών Αμερικής, ωστόσο κατάφερε να προβληθεί ως ακατάλληλη για ανηλίκους. (ΔΕΛΗΜΗΤΡΟΣ , 2016) Αρχικά η ταινία ξεκινάει με το τοπίο θολωμένο από τους καπνούς για να μας εντάξει στην πόλη της Νέας Υόρκης όπου είναι χαρακτηριστικότης γνώρισμα μαζίμε το υγρό στοιχείο. Το πολύ κοντινό στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή και η εναλλαγή των χρωμάτων με κυρίαρχο το κόκκινο το χρώμα του αίματος αλλά του μπλε της ψυχρότητας μας εισάγει μαζί με την μελοδραματική μουσική σε ένα μυστήριο. Όλα γίνονται θολάακόμα και οι άνθρωποι οι οποίοι καταγράφονται με αργήκίνηση στους δρόμους. Απότις πρώτες σκηνές ο χαρακτήρας αναζητάεργασία ως Ταξιτζής και χωρίς να έχουμε κάποια ένδειξη που τον  καθιστά ψυχικά ασταθή ή κάποιο στοιχείο για τον κοινωνικό του περίγυρο τον ακολουθούμε σε όλη την περιπλάνησή του με το ταξί. Δίνεται μια αίσθηση του ντοκιματέρ αφούη κάμερα καταγράφει όλα όσα συμβαίνουν καθώς περνάει το ταξί και ακούμε την αφήγηση του πρωταγωνιστή. Οι σκέψεις του ωστόσο, προδίδουν την εικόνα που έχει για τους ανθρώπους. Σκέψεις αρκετά καταθλιπτικές. Εικόνα αλλοτρίωσης και περιορισμένης ανθρώπινης συναναστροφής. Τους μισεί όλους. Δεν μπορεί να συνδεθεί μαζί τους. Έχει εμμονή με το είδος των ανθρώπων. Τους αντιπαθεί. Υποδηλώνεται η μοναξιά του του Travis μέσα στο όχημά του. Το παρμπρίζ του οχήματος λειτουργείσαν φακός μέσω του οποίου ο Travis βλέπει την πόλη , και το ίδιο το ταξί είναι ένα όχημα της μοναξιάς και της απομόνωσης του. Οι εικόνες της πόλης είναι άλλοτε καθαρές και άλλοτε θολές, όπως θολή είναι και η οπτική του Travis για την πόλη και τους ανθρώπους της. «Καμιά γερή βροχή ίσως ξεπλύνει όλα τα αποβράσματα απότο δρόμο». Οπότε έχουμε το «ξεπλύνει», νερό στο δρόμο που ξεπλένει το δρόμο πάνω στον οποίο αντανακλούν τα φώτα της πόλης, άρα η βροχή, το νερό , ξεπλένει τα αποβράσματα απότο δρόμο. Οι αντιθέσεις κυριαρχούν σε όλη την διάρκεια της ταινίας καθώς υπάρχει και το άλλο κομμάτι της πόλης με τους πιο καθώς πρέπει ανθρώπους και τις πιο «καθαρές» γειτονιές όπου ο ίδιος προσπαθεί να ενταχθείαλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το ενδιαφέρον του για την κοπέλα που γνωρίζει στο γραφείο τον μετατρέπει σε κάτι που δεν είναι. Παίζει ένα ρόλο ο οποίος δεν τον αντιπροσωπεύει. Οι διαφορές που προβάλλονται στην συνάντησήτους ως προς την παιδεία, το χιούμορ, την κοινωνική ζωή είναι έντονες και όταν αυτές γίνονται απροσπέλαστες αποφασίζει να μεταμορφωθείσε τιμωρό όλων. Δεν έχει μάθει να είναι μέρος της κοινωνίας, έχει μάθει να εκτελείκαθήκοντα και να είναι ένας καλός στρατιώτης και αυτό δεν τον αφήνει να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο. Επειδή όμως θέλει να γίνει αποδεκτός αναλαμβάνει να «καθαρίσει» μόνος του την βρωμιά της πόλης. Με αφορμήτην ζωή της πόρνης ξεπλένει την βρωμιάπου υπάρχει και γίνεται εθνικός ήρωας. Ο Travis ένας ψυχολογικά ασταθής χαρακτήρας γίνεται είδωλο και παίρνει τελικάτην αναγνώριση που ήθελε. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας οι εικόνες της τηλεόρασης παραπέμπουν σε μια άλλη πραγματικότητα όπου ο Travis θέλει να ενταχθεί. Τα γεγονότα της τηλεόρασης του φαίνονται πιο αληθινά από ότι τα πραγματικά. Η σκηνή στην τηλεόραση με τα παπούτσια που δεν υπάρχει κανείς μέσα σε αυτά αντικατοπτρίζει τον ίδιο, που εισπράττει μια απόρριψη απότους επιβάτες στο ταξί. Νιώθει ότι γι’ αυτούς δεν υπάρχει και κλείνεται περισσότερο στον προσωπικό του χώρο το ταξί και απομονώνεται. Παρόλα αυτά ο Travis δεν είναι ο μόνος που αισθάνεται μοναξιά στην ταινία. Όλοι οι χαρακτήρες είναι συναισθηματικά άδειοι. (ΔΕΛΗΜΗΤΡΟΣ , 2016) Μια ταινία με γρήγορο μοντάζ, ελλείψεις και σφιχτά κάδρα που έχουν πάντα τον πρωταγωνιστή μέσα, για να μας μεταφέρει το κλίμα μέσα από την δική του ματιά, την αντίληψή του για τον κόσμο και την εξέλιξη της παράνοιάς του. (Βενάκη, 2007) Τα γκρο πλάνα κυριαρχούν στην ταινία απομονώνοντας το πρόσωπο και τα μάτια, δίνοντας έμφαση στην ψυχολογική κατάσταση του ήρωα, αποκαλύπτοντας τις εσωτερικές του αντιδράσεις. Επιπλέον οι εκφράσεις του προσώπου του δηλώνουν όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις. ‘Όλα συμβάλουν για να αποδοθεί όσο το δυνατόν καλύτερα η αστάθεια του χαρακτήρα και η μη προσαρμογήτου στον χώρο ο οποίος τον περιβάλει.                                                                                                                                                                       MARY D.