Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου / Μέρος 1ο – Αναστασία αντωνακάκη

Γνώρισα τον Καλύτερο Άνθρωπο του Κόσμου. Και πρέπει να τον γνωρίσετε κι εσείς. Πάντα αναρωτιόμουν αν υπάρχει. Κι αν υπάρχει, στ’ αλήθεια, πώς μοιάζει.  Υπάρχει, λοιπόν, που λέτε και έμαθα γι’ αυτόν τα εξής. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου δεν βγάζει πολλά χρήματα. Θα ήθελε να βγάζει, αλλά δεν ξέρει πώς. Κι αυτό είναι σίγουρα λογικό. Γιατί, αν ήξερε πώς να βγάζει πολλά χρήματα, δεν θα ήταν ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου είναι άντρας, γιατί Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου-γυναίκα είναι μόνο η Σεν Τε στο Σετσουάν. Ε, και γιατί δεν κάνει να τα βάζεις με τον Μπρεχτ. Αυτό είναι σίγουρα λογικό. (Το “Σεν Τε” μοιάζει με το “CNT”. Σεν Τε, Σε-Εν-Τε. Αυτό δεν ξέρω καθόλου αν είναι λογικό, ξέρω όμως ότι σίγουρα είναι έτσι.) Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου αγκαλιάζει μια γυναίκα και μαζί με το σώμα της, αγκαλιάζει και τον κόσμο της. Όποιος κι αν είναι αυτός. Σημασία έχει, μόνο, που είναι δικός της.  Την αγαπάει αυτήν την γυναίκα που αγκαλιάζει. Ακόμη κι αν την αγκαλιάζει πρόσκαιρα. Εννοείται πως την αγαπάει. Αν την αγκάλιαζε χωρίς να την αγαπάει, δεν θα ήταν ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Κι αυτό είναι σίγουρα λογικό. Δεν καταλαβαίνει γιατί χρειάζεται να συζητάει κανείς για άντρες που φοράνε φουστάνια, για γυναίκες που βγάζουν μούσια ή για όλα αυτά τα πράγματα γενικώς, τέλος πάντων. Πιστεύει ότι όλες αυτές οι συζητήσεις είναι μέρος μιας ατζέντας που έχει έναν αόριστο κακό σκοπό – να αλλοιώσει το ανθρώπινο είδος, ή κάτι τέτοιο δυστοπικό, τέλος πάντων.  Κι αυτή η σκέψη είναι σίγουρα λογική, γιατί σε τι κόσμο θα φέρει τα παιδιά του, τέλος πάντων. Εν τω μεταξύ εγώ, όταν ακούω την λέξη “ατζέντα” σκέφτομαι πάντα το ματζέντα, το χρώμα, που πάντα στο μυαλό μου είναι ένα χρώμα που θα το έβαζε στις κουρτίνες του ο Λυντς. Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, ο Λυντς βάζει κουρτίνες στα δάση του, οπότε στο σαλόνι του μπορεί να μην τις θέλει και τόσο. Ταυτόχρονα, ή μάλλον, αμέσως μετά, σκέφτομαι ένα τετράδιο που είναι ατζέντα και έχει χρώμα ματζέντα και το ανοίγεις και σημειώνεις κάτι τις, ας πούμε τον αόριστο κακό σου σκοπό για την αλλοίωση του ανθρώπινου είδους. Κι αυτή η σκέψη είναι σίγουρα λογική. Που λέτε, για να γυρίσουμε στο θέμα μας, ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου έχει παιδιά. Δύο. Παιδιά. “Όνομα ουσιαστικόν, πολύ ουσιαστικόν”, πληθυντικού αριθμού, γένους και θηλυκού και αρσενικού, “γένους ανυπεράσπιστου”. Όταν ήταν πιο νέος, είχε γνωρίσει μια γυναίκα που δεν ήθελε να κάνει παιδιά. Την αγάπησε τόσο πολύ, που προσπάθησε κι αυτός να μην θέλει να κάνει παιδιά. Τελικά, δεν τα κατάφερε. Κι αυτό ήταν σίγουρα λογικό.  Δεν θα ήταν ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου αν δεν προχωρούσε με συνέπεια προς τον προορισμό του. Κι ο προορισμός του ήταν να γίνει πατέρας. Υπάρχει μεγαλύτερος προορισμός από αυτόν; Και να σας πω και κάτι άλλο; Αν δεν γίνει πατέρας ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου, τότε δηλαδή ποιος θα γίνει;

ΥπερΈκθεση – Αναστασία Αντωνακάκη

“Εδώ τους δίνεις πάρα πολλά στο πιάτο. Θα πρέπει να το δώσεις λίγο πιο υπαινικτικά, δεν χρειάζεται να τα αποκαλύπτεις όλα. Άστους να σκεφτούν και τίποτα. Δεν χρειάζεται να καταλαβαίνουν κι ακριβώς τι εννοείς.” είπε ο επιμελητής στην Ω. “Συμβουλές σου δίνω, από την εμπειρία μου. Για να σε βοηθήσω.” Η Ω. αναρωτήθηκε, γιατί ο επιμελητής άραγε παρεμβαίνει στο περιεχόμενο μ’ αυτόν τον τρόπο. Αναρωτήθηκε από μέσα της, γιατί ο επιμελητής είναι παιδί του εκδότη και η Ω. δεν είναι παιδί κανενός. Και δεν γίνεται να περάσει μια ζωή μέσα στην μιζέρια για αυτά που θα μπορούσε να καταφέρει αν – έτσι, ξεκίνησε να προσπαθεί να γίνει παιδί ολωνών. Βγαίνοντας απ’ το γραφείο του επιμελητή, προσπάθησε να σκεφτεί γιατί της τα είπε όλα αυτά. Υποθέτει ότι μάλλον, τους ενοχλεί η θεματολογία. Αλλά οι χαρακτήρες είναι της μοδός, οπότε το θέλουν. Κι αφού το θέλουν, προσπαθούν να το ισιώσουν. Να μην πάρει τον στραβό τον δρόμο. Η Ω. αναρωτήθηκε, πώς αλλιώς θα μπορούσε να μιλήσει για τα χρήματα. Γιατί δεν μιλάει, πια, κανείς για τα χρήματα; Ίσως γιατί η αποδοχή είναι μέσα στις επαγγελματικές απολαβές. Ανταγωνιστικό περιβάλλον, προοπτικές εξέλιξης, μικρότερη αμοιβή, μεγαλύτερη αποδοχή. Και, αλήθεια, πώς αλλιώς να υπάρξεις; Και η ίδια της προτιμάει να μην απλώνονται χέρια πάνω της στην δουλειά και να παίρνει λιγότερα χρήματα, παρά το αντίστροφο. Γιατί, όμως, πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο; Πότε έγινε αυτό; Η Ω. θέλει να μιλήσει για τα χρήματα. Είναι λίγο αστείο, βέβαια, να θέλεις να βγάλεις χρήματα, μιλώντας για τα χρήματα – για τα χρήματα που δεν έχεις ή μάλλον, για τα χρήματα που δεν βρήκες. Αλλά, απ’ την άλλη, γιατί όχι; Η Ω. θέλει να μιλήσει για όλα και θέλει να τα βάλει με όλα – αλλιώς, τι νόημα έχει; Αν δεν τα βάζεις με όλα, σημαίνει ότι κάπου έχεις βρει την απόλυτη αλήθεια. Η Ω. δεν την έχει βρει και σίγουρα ζηλεύει πολύ αυτούς που την έχουν βρει. Τους ζηλεύει πιο πολύ κι από αυτούς με τα πολλά χρήματα. Η Ω. θέλει να μιλήσει για όλους αυτούς που γεννήθηκαν στον πλούτο και παρ’ όλα αυτά, γκρινιάζουν για το ότι δεν έχουν χρήματα να βάλουν βενζίνη. Ή να πάρουν τσιγάρα. Ή να πληρώσουν το ενοίκιο. Ή να φάνε έξω. Όταν ήταν μικρότερη και άκουγε κάτι τέτοιο, το πίστευε. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κάποιος να πει ψέμματα για κάτι τέτοιο. Γιατί να’ χεις λεφτά και να θες να παριστάνεις ότι δεν έχεις; Καθώς μεγάλωνε, η Ω. έβλεπε τους ανθρώπους που έλεγαν ότι δεν μπορούν να αγοράσουν τσιγάρα, να αποκτούν σπίτια στα βόρεια προάστια, αυτοκίνητα, καινούργιες ηλεκτρικές συσκευές τελευταίας τεχνολογίας. Κι ακόμη ένα εξοχικό, κι ακόμη ένα τετραώροφο στην επαρχία, κι εκείνο το άλλο το σπίτι στο χωριό, και στο άλλο το χωριό – δύο γονείς, δύο χωριά – και τα λεφτά στην τράπεζα για να σπουδάσει το παιδί, να πάρει σπίτι το παιδί, να παντρευτεί το παιδί, να πάει το εγγόνι σε καλό σχολείο είπε η γιαγιά και ο παππούς Α’ που είχαν κάτι κτήματα με ελιές στο χωριό που τα δούλευαν οι Αλβανοί και τα είχαν βάλει και στο ΕΣΠΑ και η νονά με την μόνιμη δουλειά που μπήκε εγγυητής για εκείνο το μεγάλο το δάνειο των γονιών για να πάρουν εκείνη την γκαρσονιέρα απέναντι, για να’ χει ένα νοίκι να παίρνει το παιδί. Φτάνοντας σπίτι, η Ω. θυμήθηκε εκείνον τον μαθητή της με το σπίτι δίπλα στην πρεσβεία του Ισραήλ, που είχε μια καστρόπορτα για να μπεις μέσα και έναν μεγάλο καταπράσινο κήπο με ελάφια και κυνηγόσκυλα, που της είχε κάνει δώρο κάποια Χριστούγεννα μια πετσέτα θαλάσσης. Τι να την κάνω, τον ρώτησε, είναι Δεκέμβριος, κάνει κρύο. Για να μπαίνετε στην πισίνα σας, κυρία, της απάντησε. Θυμήθηκε που το αγόρι αυτό μεγάλωσε και έφυγε, για λίγο, από το σπίτι δίπλα στην πρεσβεία και άρχισε να κάνει παρέα με αυτούς που καταζητούσαν οι πρεσβείες. Φόρεσε άλλα ρούχα, για να τους μοιάζει, μα ήταν τόσο λευκός, τόσο λεπτός, τόσο καθόλου ταλαιπωρημένος, που ποτέ δεν τα κατάφερε. Δεν θα άντεχε, έτσι κι αλλιώς. Η Ω. θυμήθηκε μια φορά που τον είχε συναντήσει, ήταν ντυμένος με μαύρα ρούχα και γυαλιά Rayban και της είπε “δεν έχω λεφτά να πάρω τσιγάρα”. Η Ω. έκανε μια κίνηση προς την τσάντα της. Το αγόρι, καθώς περίμενε την Ω. να του δώσει χρήματα, έβγαλε το κινητό του. Η Ω. είδε να καθρεφτίζονται στα Rayban νούμερα και δείκτες. Στο χρηματιστήριο, είχε επενδύσει σε μία καινούργια εταιρεία. Η Ω. σταμάτησε να κινείται προς την τσάντα της και σήκωσε το κεφάλι της ψηλά. Στα δευτερόλεπτα που τον κοίταξε, πριν του μιλήσει, σκέφτηκε ότι πέρασε όλη της την ζωή μαθαίνοντας να μην εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Κι όμως, μέχρι και σήμερα, είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως. Δυστυχώς. Καλή συνέχεια, του είπε. Η Ω. έκλεισε την πόρτα πίσω της, έβγαλε τα παπούτσια της και ξάπλωσε στον καναπέ. Ποια ταινία να δω σήμερα, αναρωτήθηκε. Ευτυχώς, έχει έναν φίλο που της στέλνει συνέχεια ταινίες. Ποια ταινία να δω σήμερα; Τι ωραίο που είναι να σε απασχολεί αυτό. Το ποια ταινία θα δεις σήμερα. Τι ωραίο. Ειρήνη. Η ειρήνη που συμβαίνει όταν είσαι ανεπίδεκτη μαθήσεως. Ευτυχώς. Γιατί, αλλιώς, πώς θα είχε βρει τον φίλο που της στέλνει συνέχεια ταινίες; Καλή προβολή.

Το έυκολο και το Αδύνατο – Αναστασία Αντωνακάκη

“«Αδύνατο» είναι ο ορισμός ενός γεγονότος μία στιγμή προτού συμβεί.” “Σήμερα εσείς είστε ένα είδος κοσμικού ασκητή, απομονώνεστε σε ένα έρημο μέρος για να μην μοιραστείτε το παρόν.” “Κάνετε λάθος ως προς το παρελθόν, δε μένει ανέπαφο. Ο χρόνος είναι λέπρα, το ξεφτίζει και το σκορπίζει.” “Δε μου έρχεται στο μυαλό ταπείνωση χειρότερη από εκείνη ενός παιδιού που βάζει τα δυνατά του και δέχεται κατάμουτρα την χλεύη των ενηλίκων.” “Όμως, ποιον μπορεί να ενδιαφέρει ο χαρακτήρας μου; […] Δεν είναι ζήτημα προσωπικότητας, δεν έχω κάποια δική μου. Έχω μία πολλαπλή, μία απ’ όλους μας […].” “Παλιότερα φανταζόμουν πως ήμουν μόνος σε μια ταβέρνα να μονολογώ, τώρα μου φαίνεται ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια βουβή συνέλευση, σ’ ένα πλήθος απόντων, μπροστά στους οποίους κάνω την παρέμβασή μου.” “Είναι ένας τόπος για ανθρώπους μόνους, ένας διάδρομος με μονά κελιά, σαν μοναστήρι χωρίς τις προσευχές. Οι μοναχοί εδώ εμπιστεύονται δικηγόρους, αυτοί φροντίζουν για τις προσευχές.” “Πιο πολύ από το να κάθομαι στην ίδια θέση, μετράει για μένα να βρισκόμαστε μέσα στα ίδια λεπτά της μέρας. Μου αρέσει αφάνταστα να σε ρωτάω τι ώρα είναι, για ν’ ακούω από σένα πως είναι ίδια με την δική μου. Μου αρέσει η φωνή σου που μου το επιβεβαιώνει ενοχλημένη.” “- Έχετε την τάση να διαγράφεστε από παντού; – Μπορεί. Το αντίθετο όμως είναι να υπογραμμίζει κανείς την παρουσία του, η ιδεοληπτική επιθυμία να αφήνει ίχνη, εικόνα, έκφραση. Να θέλει να προσθέσει το όνομά του στη λίστα των διασημοτήτων, που είναι αμέτρητες, τόσο που συμπίπτουν με των ανωνύμων. Η μανία να με θεωρούν οι άλλοι σημαντικό δε με αφορά.” “[…] Η αλήθεια βρίσκεται στον πάτο του πηγαδιού κι αν κάποιος σκύψει από πάνω βλέπει την αντανάκλαση του ήλιου ή του φεγγαριού. Όμως, αν κατέβει στο πηγάδι, δεν θα βρει ούτε τη μία ούτε την άλλη. Θα βρει την αλήθεια. Έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει ή να κατεβείς ή να πέσεις μέσα.” Δεν λέω πως είναι εύκολο. Λέω, απλώς, πως δεν είναι αδύνατο. Όλα τα αποσπάσματα που βρίσκονται σε εισαγωγικά προέρχονται από το βιβλίο “Το Αδύνατο” του Erri De Luca, σε μετάφραση της Άννας Παπασταύρου, από τις εκδόσεις Κέλευθος (Αθήνα, 2022).

Τα Κουτάλια – Αναστασία Αντωνακάκη

Η Ζ. τρώει το φαγητό της, συνήθως, με κουτάλι. Τα μακαρόνια, τις πατάτες, τα μπιφτέκια, τον αρακά, την ντομάτα. Το κινέζικο, το γαλλικό, το ταϊλανδέζικο, το αγγλικό, το αραβικό. Η Ζ. βλέπει την αφθονία, συνήθως, αλλά δεν την αγγίζει ποτέ. Η επαφή της με την αφθονία είναι μόνον μέσα από εικόνες, κινούμενες και μη. Άφθονο φαγητό. Άφθονες διακοπές. Άφθονη μουσική. Άφθονο σεξ. Άφθονη πληροφορία. Άφθονο φαγητό. Γι’ αυτό της αρέσει να τρώει το φαγητό της με κουτάλι. Της θυμίζει την αφθονία. Και με το κουτάλι μπορεί, λιγάκι, να την αγγίξει. Γιατί το κουτάλι μπορεί να πιάσει άφθονη ποσότητα. Αν θέλει. Αν δεν θέλει, μπορεί να γεμίσει μόνο την άκρη του. Το κουτάλι μπορεί να παίξει με το πόσα θα σηκώσει. Μπορεί να παίξει με το πόσα θα βάλει μέσα του – και η Ζ. ξέρει πως όταν παίζεις, αυτό σημαίνει ότι η αφθονία είναι η εργοστασιακή σου ρύθμιση και αν θες, την ελαττώνεις. Αν θες. Η Ζ. αγαπάει τα κουτάλια γιατί είναι πάντα σαν να τρώει γλυκό, αν και βέβαια τα γλυκά τα τρώνε με μικρά κουτάλια, και επίσης στην Ζ. δεν αρέσουν και τόσο τα γλυκά, αλλά πάντως όταν οι άνθρωποι τρώνε γλυκά πάντα γιορτάζουν κάτι. Τα γενέθλιά τους, μια επέτειο, το τέλος μιας σχέσης, το τέλος της μέρας. Η Ζ. αγαπάει τα κουτάλια γιατί της θυμίζουν την γιορτή. Όταν ήτανε μικρή, μέσα στο συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα είχε βρει ένα σετ κουτάλια πιασμένα μαζί με λαστιχάκι, που είχαν την άκρη τους τυλιγμένη με σελοτέιπ. Ήταν τα κουτάλια που έπαιρνε ο πατέρας της και τα έπαιζε για κρουστά. Η μαμά της φώναζε. Κι εδώ που τα λέμε, είχε και δίκιο. Σελοτέιπ μέσα στο συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα δεν είναι κι ό,τι καλύτερο – για όλους τους λόγους του κόσμου. Όμως, τα κουτάλια είχαν ήδη μετατραπεί σε κάτι μαγικό. Ήταν ήδη ένα αντικείμενο τελετουργίας, που ξεπερνούσε το φαγητό. Τα κουτάλια, πια, ήταν μουσικό όργανο που βγάζει ρυθμό και φτιάχνει ήχο.  Δεν είχε δει να συμβαίνει κάτι παρόμοιο με τα πηρούνια. Ή με τα μαχαίρια. Δεν λέω ότι δεν συμβαίνει. Λέω, απλώς, ότι εκείνη δεν το είχε δει. – Ναι, πράγματι, τα πηρούνια γράφονται με “η”, γιατί το “η” φέρνει πιο πολύ στις μύτες τους απ’ ό,τι το “ι”. Αντικειμενικά. – Η Ζ. τρώει το φαγητό της, συνήθως, με κουτάλι. Τα μεγάλα τα κουτάλια, αυτά που ο πατέρας της τα έπαιζε κρουστά. Της αρέσει να τρώει το φαγητό της με κάτι που έχει ρυθμό, της θυμίζει την γιορτή και συμβολίζει την αφθονία. Και δεν πειράζει αν τίποτα απ’ όλα αυτά δεν βγάζει νόημα για κανέναν. Βγάζει νόημα, πάντως, για την Ζ. Κι αυτό είναι το μόνο πράγμα που έχει σημασία. Γι’ αυτό, η Ζ. συνεχίζει να τρώει το φαγητό της με κουτάλι. Δεν λέω ότι αυτό είναι το σωστό. Λέω, απλώς, ότι αυτό συμβαίνει.

Η συγχώρεση – Αναστασία Αντωνακάκη

Η Χ. περπατούσε στο σκονισμένο από το χώμα πεζοδρόμιο. Κοίταζε τα βήματά της και σκεφτόταν ένα μόνο πράγμα. “Εδώ δεν γίνεται τίποτα.”  Κρανίου τόπος. Μαύρο, γκρι και ώχρα, σαν τους μαύρους πίνακες του Γκόγια. Σκόνη. Χώματα. Νερά που ξερνάνε ψάρια κι ελπίδες, όλα νεκρά. Τα νερά, τα ίδια αυτά νερά που λαχταρούσε τόσο να δει όταν ήταν παιδί, πριν καν περπατήσει ακόμη. Περπατούσε και σκεφτόταν το όνειρο που είδε χθες βράδυ: τρομοκράτες να τρομοκρατούν την τρομοκρατημένη της ζωή. Ήταν, λέει, σε μια γειτονιά που έμοιαζε ταυτόχρονα με την Βεϊκου  στο Κουκάκι και με εκείνη την στοά στην Βουλής – ήταν η Βεϊκου μέσα σ’ αυτήν την στοά, μάλλον, με πολυκατοικίες πολύ μουντές, που απέξω είχαν συρματοπλέγματα και ταυτόχρονα ένα πεζοδρόμιο ανοιχτό, πολύ ανοιχτό, σαν αυτά που έχει στο Μπρνο και την Βιέννη – και η Χ. ήταν ανάμεσα. Χόρευε μπροστά από την μία πολυκατοικία και την έβγαζε βίντεο μία περαστική αλλά ήταν σκοτεινό το βίντεο και σκεφτόταν “δεν πειράζει, θα το φτιάξουμε στο post”, και την άκουσε, λέει, η Χάρις Αλεξίου που έμενε σ’ εκείνη την πολυκατοικία και κατέβηκε κάτω μαζί με μία κιθάρα και άρχισε να την συνοδεύει στον χορό της και μαζεύτηκε κόσμος και σταμάτησε το βίντεο και τραγουδούσαν όλοι μαζί σ’ έναν κύκλο. Αλλά τίποτα δεν κρατάει για πάντα, κι αυτό είναι πολύ ωραίο όταν στο λένε την στιγμή που συμβαίνει κάτι άσχημο, αλλά δυστυχώς ισχύει και όταν συμβαίνει κάτι όμορφο – κι έτσι στην επόμενη σκηνή, η Χ. βρίσκεται στο πεζοδρόμιο, αυτό το ανοιχτό, το μεγάλο, μπροστά από το σπίτι της. Στέκεται πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών. Από τον κάδο, εξέχει μια πολύ μεγάλη σακούλα, είναι γαλάζια κι είναι πολύ μεγάλη, είναι τόσο φουσκωμένη που νομίζεις πως θα σκάσει, μοιάζει με παραμορφωμένη φάλαινα. Και κάνει ηρεμία, πολύ ηρεμία. Για πρώτη φορά, δεν κάνει φασαρία στο κεφάλι της.  Βλέπει μπροστά της έναν άντρα να τρέχει με μανιακή αγωνία, σαν να τον κυνηγάνε. Η σακούλα σκίζεται. Από την γωνία του δρόμου, ξεπροβάλλει μια συμμορία αντρών, της φαίνονται πολλοί, αλλά είναι λιγότεροι απ’ όσοι φαίνονται. Πάντα είναι λιγότερο απ’ αυτό που φαίνεται. Χτυπάνε τα βήματά τους στο πεζοδρόμιο, το ανοιχτό πεζοδρόμιο, χτυπάνε με καδρόνια τους φράχτες, τις πόρτες, τους στύλους. Άνθρωποι βγαίνουν απ’ τα σπίτια τους και τρέχουν τρομαγμένοι. Τρέχει κι αυτή, δεν ξέρει κανέναν, δεν ξέρει πού πηγαίνει, τρέχει απλώς επειδή τρέχουν κι οι άλλοι.  Εγκλωβίζεται μέσα σε μια αποθήκη, αλλά έχει τζαμαρίες, μάλλον δεν είναι αποθήκη, αν ήταν αποθήκη δεν θα είχε τζαμαρίες. Γιατί μπήκε σε κάτι που έχει τζαμαρίες, την βλέπουν απέξω, μπορούν να μπουν, γιατί νομίζει ότι κρύφτηκε, αφού φαίνεται από τις τζαμαρίες. Προσπαθεί να πάει στο βάθος, να κρυφτεί μέσα στο πλήθος – δεν είναι πλήθος, είναι λιγότεροι απ’ όσοι φαίνονται. Η συμμορία τους βλέπει, μπαίνει μέσα, κάποιοι έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους, κάποιοι όχι. Μπορεί να δει τα μάτια τους, τουλάχιστον μπορεί να δει τα μάτια τους – “τουλάχιστον”, συμβιβασμός ή ευγνωμοσύνη, ή μήπως και τα δύο;  Κοιτάζει τα μάτια τους, τα ακολουθεί, ψάχνει να βρει κάποιο σημάδι, να καταλάβει γιατί το κάνουν αυτό, τι σκέφτονται, μισούν ή αγαπούν, ή μήπως και τα δύο. Μιλάνε στους αιχμαλώτους τους – είναι πια αιχμάλωτοι, είναι όμηροι, έτρεξαν σ’ αυτήν την αποθήκη με τις τζαμαρίες για να σωθούν και τελικά έγιναν όμηροι. Τους κρατάνε. Φωνάζουν, τους λένε, τι έγινε τώρα, τι έγινε, τώρα τρέξατε, τώρα τρέξατε να ξεφύγετε, τόσον καιρό γιατί δεν τρέχατε να ξεφύγετε – τόσον καιρό δεν τρέχατε να ξεφύγετε και τώρα θα πληρώσετε, θα πληρώσεις που τόσον καιρό δεν τρέχεις να ξεφύγεις, τώρα είσαι όμηρος, η ζωή σου κρέμεται απ’ τα χέρια μου, σ’ αρέσει; Δεν μπορείς να ξεφύγεις πια, δεν μπορείς. Η Χ. περπατάει στο σκονισμένο από το χώμα πεζοδρόμιο. Σηκώνει το βλέμμα της στον ουρανό και σκέφτεται ένα μόνο πράγμα. “Εδώ δεν γίνεται τίποτα”.  Λένε πως, όταν ψάχνεις κάτι, αλλά δεν ξέρεις ακριβώς τι, πρέπει πάντα να γυρνάς στον τόπο σου. Και λένε και κάτι άλλο – ότι για να ξεπεράσεις, πρέπει πρώτα να αποδεχτείς. Να κάνεις ειρήνη. Μόνο έτσι θα προχωρήσεις. Αν συγχωρήσεις πρώτα. Αυτά σκεφτόταν η Χ., καθώς περπατούσε ανάμεσα σε σωρούς από χώματα, λακκούβες, “πέτρες γραμματόσημα πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά πτώματα απ’ τον ουρανό λουλούδια κι ό,τι το καλό σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο κινδυνεύει.”

ένα Τοστ – αναστασια Αντωνακάκη

Γιατί πάντα έχω αυτήν την αίσθηση – ότι δεν έχω αρκετό χρόνο; Τι είναι ακριβώς αυτό που θέλω να κάνω, που δεν έχω όντως τον χρόνο να το κάνω; Το μυαλό μου είναι εθισμένο στο να λειτουργεί. Αν δράσω με έναν τρόπο, αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι δεν δρω με έναν άλλον. Κάνω μία επιλογή. Κάνω μία επιλογή και δεν ξέρω πώς να υπάρξω, χωρίς να δουλεύω. Πώς είναι η ζωή, έξω από την δουλειά; Γιατί έκανα αυτήν την επιλογή; Γιατί δεν έκανα μία άλλη; Γιατί την απέκλεισα; Τόσες πολλές επιλογές. Τελικά, ίσως είναι καλύτερα να μην έχεις επιλογή. Να είσαι μέσα σ’ έναν φαύλο κύκλο, που οδηγεί αυτός τις επιλογές σου.  Κι εσύ σηκώνεις τις συνέπειες των επιλογών. Αλλά τουλάχιστον δεν σηκώνεις το ότι εσύ έκανες την επιλογή. Αυτή, απλώς συνέβη. Είναι πιο ελαφρύ αυτό, πώς να το κάνουμε. Γοητεύομαι από το παροδικό. Αναζητώ το αιώνιο. Εύχομαι να μπορούσα να ήμουν ζωγράφος. Μία ζωγράφος καθισμένη στο κρεβάτι σου, να κρατάω τα πινέλα μου κι ένα κομμάτι χαρτί. Και να σε παρατηρώ. Την ώρα που διαβάζεις, που παίζεις, που πίνεις καφέ, που φτιάχνεις τοστ. Ή μάλλον όχι, σβησ’ το αυτό το τελευταίο, δεν μπορείς να χρησιμοποιείς την λέξη “τοστ” σε ένα ποίημα. Αλήθεια, υπάρχει κάποια μορφή τέχνης που η λέξη “τοστ” φαίνεται αρκετά ποιητική; Ρωτάω, επειδή είναι το αγαπημένο μου φαγητό.

Ο Τόπος μου – Αναστασία Αντωνακάκη

Κάποτε, ο τόπος μου ήταν φτιαγμένος από σκηνές, πανιά, κοστούμια και αυλαίες.  Ο τόπος μου είχε Μαύρο Θέατρο της Πράγας. Είχε τον Έμπορο της Βενετίας, την Αγκάθα Κρίστι, τους Επτά επί Θήβας, τον Ιππόλυτο. Είχε όλα τα έργα του Σαίξπηρ και του Αισχύλου και του Σοφοκλή και του Ευριπίδη και του Αριστοφάνη. Είχε τα πιο όμορφα Χριστούγεννα με τον Μαρσέλ Μαρσό κι εκείνες τις φούσκες, στο μικρό το θέατρο όχι στο μεγάλο, σ’ εκείνο το μικρό που κάναμε και τις παραστάσεις με τις σχολές χορού. Είχε τα πιο όμορφα καλοκαίρια με τις παραστάσεις στο ανοιχτό το θέατρο, που πηγαίναμε κάθε βράδυ εκείνο το καλοκαίρι πριν τις πανελλήνιες και είχε κι εκείνες τις συναυλίες με όλους αυτούς που άκουγαν οι γονείς μας και τους ακούγαμε κι εμείς μετά και ευτυχώς προλάβαμε να τους προλάβουμε γιατί είναι ωραίο να προλαβαίνεις τις εποχές. Είχε τους άλλους που είχαν πολλά λεφτά ή μάλλον όχι, είχε τους άλλους που νόμιζαν ότι έχουν πολλά λεφτά, εμείς δεν είχαμε αλλά δεν έχει σημασία γιατί γύρω ήταν όλοι χαρούμενοι, οπότε έπρεπε να είσαι κι εσύ χαρούμενος γιατί αλλιώς θα έχανες την εποχή σου και δεν είναι ωραίο να χάνεις τις εποχές. Είχε ένα πολύ μεγάλο πάρτι που κάποιοι νόμιζαν ότι θα κρατήσει για πάντα, θα είναι για πάντα έτσι και θα κάνει για πάντα ένα πολύ μεγάλο πάρτι και δεν θα κάνει ποτέ βροχή και χιόνι και χαλάζι. Είχε αυτούς που νόμιζαν ότι το πολύ μεγάλο πάρτι είναι για όλους και όσοι δεν ήταν μέσα στο πολύ μεγάλο πάρτι, έφταιγαν αυτοί, λογικά, γιατί αλλιώς γιατί να μην είσαι στο μεγάλο πάρτι, δεν είναι ωραίο να χάνεις ένα πάρτι και μάλιστα ένα τόσο μεγάλο πάρτι. Είχε αυτούς που νομίζουν ότι τα κάνουν όλα σωστά. Και είχε όλους αυτούς που δεν τους έβλεπε κανείς, όλους αυτούς που δεν τους άρεσε το Μαύρο Θέατρο της Πράγας, ούτε η Άνοιξη της Πράγας τους άρεσε ούτε η Πράγα η ίδια. Δεν ήξεραν καν κατά πού πέφτει και δεν τους ένοιαζε κιόλας, γιατί, γιατί να τους νοιάζει στο κάτω-κάτω. Δεν τους άρεσε η Αγκάθα Κρίστι και η αγγλική εξοχή, δεν τους άρεσε ο Αισχύλος κι ο Αριστοφάνης, δεν τους άρεσαν τα όμορφα Χριστούγεννα. Ή μάλλον όχι, τους άρεσαν τα Χριστούγεννα, αλλά τα δικά τους Χριστούγεννα ήταν όμορφα με άλλους τρόπους κι αυτό κανείς δεν το είδε και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Κανείς δεν τους έδωσε σημασία.  Ήταν πολύ δυνατά η μουσική στο πάρτι, φαίνεται. Και δεν τους άκουγαν. Δεν τους άκουγαν που αυτοί ήθελαν άλλα Χριστούγεννα, γεμάτα με μπλε φώτα, μπλε, μόνο μπλε, όχι το μπλε του “Μια πόλη δίπλα στην θάλασσα” ούτε το μπλε του “Μπλε Βελούδου”, το άλλο μπλε, εκείνο το μπλε που τρυπάει τα μάτια σου, και την ψυχή σου, εκείνο το μπλε που σου φέρνει στον νου όλα τα άσχημα της ανθρώπινης φύσης, εκείνο το μπλε που σε ζαλίζει, που λιποθυμάς μαρτυρώντας “δεν θα το ξανακάνω”. Αυτοί ήθελαν άλλα Χριστούγεννα, με φωνές, με δυνατούς ήχους, με χαρά, με μεθύσια – κυριολεκτικά ή μεταφορικά, δεν έχει σημασία. Ήθελαν να δείξουν ότι περνάνε καλά, ήθελαν να κοιτάξουν τον διπλανό τους και να νοιώσουν ότι είναι καλύτεροι απ’ αυτόν, ήθελαν να περνάνε καλά. Αυτό, όμως, το ήθελαν όλοι στα Χριστούγεννα τους. Όπου κι αν βρίσκονταν. Όπως κι αν ήταν. Αυτοί ήθελαν άλλα Χριστούγεννα. Και τα πήραν. Επιτέλους. Κάποιος τους είδε. Σήμερα ο τόπος μου δεν έχει Μαύρο Θέατρο. Ούτε άσπρο θέατρο έχει. Γενικά, δεν έχει κανένα θέατρο. Γενικά. Δεν έχει. Δεν έχει πια πανιά, που βλέπαμε παλιές ταινίες. Φτάνει με τα παλιά, βαρεθήκαμε. Να φύγουν οι Ερινύες, να έρθουν οι Ευμενίδες. Έχουμε πόλεμο. Φτάνει με τα παλιά, βαρεθήκαμε. Φωνάζει ο τόπος μου, φτάνει με τα παλιά, βαρεθήκαμε. Κι οι άλλοι επιμένουν, τι καλά που ήμασταν παλιά, ο παλιός καλός καιρός. Αυτός ο παλιός καλός καιρός που για κάποιους ήταν πάρτι και για κάποιους, αποκλεισμός. Τους απέκλεισες. Και αντέδρασαν. Ήρθαν να πάρουν μόνοι τους τα Χριστούγεννα που τους ανήκουν και τους στέρησες. Τώρα, σε αποκλείουν αυτοί. Δεν έχουν χώρο για σένα.  Γιατί κι εσύ, δεν έκανες ποτέ χώρο γι’ αυτούς. Κάντε χώρο, επιτέλους. Όλοι. Κάντε χώρο. Ο τόπος μου.  Θέλει να αναπνεύσει.

Η Μέθοδος – Αναστασία Αντωνακάκη

Κάθε φορά που ξεκινάω να γράψω, φοβάμαι. Σαν να μην θέλω. Νοιώθω ότι δεν μπορώ. Ας χορέψω καλύτερα. Όχι γιατί εκεί είμαι καλή. Αλλά γιατί εκεί δεν έχει λέξεις. Ποια είναι η μέθοδός σου, με ρωτάνε. Η δοκιμή, τους απαντάω. Και κυρίως, η αποτυχία. Οι άλλοι δεν σου αναγνωρίζουν το δικαίωμα να αποτύχεις. Ένας λόγος παραπάνω για να το πάρεις μόνη σου. Δεν το κάνουν επίτηδες. Απλώς χρειάζονται να βλέπουν κάποιον που νικάει πάντα, για να ξεχνάνε τις δικές τους ήττες.  Η παρατήρηση.  Άκου. Πώς συζητάνε όταν περπατάνε; Όταν κάθονται; Όταν βρίσκονται; Όταν είναι μόνοι τους; Μιλάνε όταν είναι μόνοι τους; Κοίτα. Τι παρατηρείς περισσότερο; Τα χέρια. Πού κάθονται; Πώς κινούνται; Πού σταματάνε; Τα μάτια. Πού πηγαίνουν; Πώς ταξιδεύουν; Η αναπνοή. Βγαίνει εύκολα; Το σώμα. Στέκεται; Πώς στέκεται; Πηγαίνει; Πού πηγαίνει; Σταματάει; Γιατί δεν σταματάει; Έχει λέξεις; Πώς τις βγάζει; Η ειλικρίνεια. Τώρα. Τώρα, αυτό έχω. Μετά, μπορεί να έχω κάτι άλλο. Δεν έλεγα ψέμματα πριν. Πριν, έλεγα αυτό που είχα. Τώρα έχω και κάτι άλλο. Ή ίσως, τώρα έχω και κάτι λιγότερο. Ποια είναι η μέθοδός σου, με ρωτάνε. Η υπομονή. Αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμη. Η υπομονή είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Και η εμπιστοσύνη. Χωρίς υπομονή, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, έτσι κι αλλιώς. Κάθε φορά που ξεκινάω να γράψω, φοβάμαι. Σαν να μην θέλω. Νοιώθω ότι δεν μπορώ. Ας χορέψω καλύτερα. Όχι γιατί εκεί είμαι καλή. Αλλά γιατί εκεί δεν έχει λέξεις. Άλλος θεός εκεί. Ο ντε Σαντ λέει “Για μένα, ο τελευταίος λόγος δεν υπάρχει. Δεν μπορεί να ειπωθεί. Μένω πάντα με μία ερώτηση. Μένω πάντα με μία ερώτηση, που μένει πάντα ανοιχτή.” Τι θα απαντούσε ο Λάρυ του Ο’ Νηλ στον ντε Σαντ του Βάις; Θα του απαντούσε ότι, το μυστικό για να γίνει η επανάσταση είναι να μην έχεις ερωτηματικά. Να μην αναρωτιέσαι. Τόσο ανακουφιστικό να μην αναρωτιέσαι. Τόσο παρηγορητική η βεβαιότητα. Δύναμη για το κάθε αύριο που έρχεται. Και σίγουρα, όχι μέρος της μεθόδου μου.

Η Αγάπη της Φιλίας – Αναστασία Αντωνακάκη

“Η πραγματική τέχνη έχει την ικανότητα να μας κάνει νευρικούς. Με το να ελαχιστοποιούμε το έργο τέχνης στο περιεχόμενό του και μετά να ερμηνεύουμε αυτό το περιεχόμενο, υποτάσσουμε το έργο τέχνης. Η ερμηνεία κάνει την τέχνη διαχειρίσιμη, εύχρηστη. […] Πρέπει να σημειωθεί ότι, η ερμηνεία δεν είναι απλώς ο φόρος τιμής που πληρώνει η μετριότητα στην ιδιοφυία. Είναι, στ’ αλήθεια, ο σύγχρονος τρόπος να καταλαβαίνουμε κάτι […].“ – λέει η Susan Sontag στο δοκίμιό της, Against Interperation. Εγώ, λέω ότι αγαπάω πολύ τους φίλους μου.  Αγαπάω πολύ τους φίλους μου.  Αγαπάω την Μαρία, που πήγε στο Ηρώδειο να δει τους Πέρσες του Αισχύλου, που σκηνοθετούσε ο Καραντζάς. Πήγε να τους δει, επειδή της είχα πει ότι λάτρεψα την παράσταση. Και μου έστελνε βίντεο από τα σημεία που ήξερε ότι μου είχαν αρέσει, χωρίς να της έχω πει ποια σημεία είναι αυτά.  Αγαπάω την Ελεονώρα, που πριν από λίγες βδομάδες πήγε να δει τον Σιωπηλό Μάρτυρα του Χίτσκοκ σε θερινό. Ενθουσιάστηκα που θα πάει να δει μία από τις αγαπημένες μου ταινίες και όταν της το είπα, μου είπε “εγώ το διάλεξα!” και μετά μου έστειλε να μου πει πόσο της άρεσε η ταινία.  Αγαπάω τον Αλέξανδρο, που είδε την ταινία μου και μου είπε “εγώ δεν ξέρω απ’ αυτά, αλλά εκείνο το σημείο στο δάσος μου θύμισε αμέσως την σκηνή από τον Αστακό του Λάνθιμου!”. Να αγαπάτε τους φίλους σας – ειδικά τους φίλους σας που δεν ερμηνεύουν. Τους φίλους σας που απλώς, καταλαβαίνουν. Να αγαπάτε τους φίλους σας – ειδικά αυτούς που σας μαθαίνουν ότι το να καταλαβαίνετε, είναι πιο απλό απ’ ότι νομίζετε. Να αγαπάτε τους φίλους σας – ειδικά αυτούς που δεν είναι επαγγελματίες καλλιτέχνες. Αυτοί, είναι οι πιο καλλιτέχνες απ’ όλους μας. Να αγαπάτε τους φίλους σας – να θυμάστε να τους αγαπάτε κάθε μέρα λίγο περισσότερο. Γιατί οι φίλοι σας, είναι αυτοί που είναι οι πραγματικές ιδιοφυίες.

Το Καλοκαίρι του Καλοκαιριού – Αναστασία Αντωνακάκη

– Ω, καλοκαίρι. 2004 Καλοκαίρι είναι να ακούς τα παιδιά που έχουν εξοχικά, να μιλάνε για τα εξοχικά τους. Τα καλοκαίρια τους, δεν είναι τα καλοκαίρια σου. Το δικό σου ελληνικό καλοκαίρι ήταν πάντα μέσα στην πόλη. Διαμέρισμα, τσιμέντο, αγάπη και βιβλία. Ευτυχώς, πολύ κοντά στο τσιμέντο, υπήρχε η θάλασσα. Κι έτσι, μπορούσες πάντα να πηγαίνεις στην θάλασσα. Γι’ αυτό, μεγαλώνοντας, ονειρεύεσαι πάντα την θάλασσα – ό,τι εποχή κι αν κάνει. Καλοκαίρι είναι το Πήλιο και οι παραλίες που δεν τις ήξερε κανείς, γιατί τις έφτανες μόνο με βάρκα – και ευτυχώς, οι γονείς σου είχαν φίλους που είχαν και βάρκες, εκτός από εξοχικά, και σας πήγαιναν στην Φακίστρα και είχε πολλά χρώματα, σαν ουράνιο τόξο ήταν η Φακίστρα και βουτούσες στην θάλασσα από την βάρκα και η μαμά σου φοβότανε, αλλά εσύ κοίταζες τα χέρια σου να δεις αν βάφτηκαν χρωματιστά απ’ το ουράνιο τόξο και δεν είχαν βαφτεί ή τουλάχιστον δεν φαινόταν γιατί εσύ ήξερες ότι είσαι χρωματιστή, κι ας μην το έβλεπαν οι άλλοι. Καλοκαίρι είναι η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα. Η πρώτη φορά που είδες δουλειά του Παπαϊωάννου. Δεν ανέπνεες. Μαγεύτηκες. Θα την θυμάσαι για πάντα. Καλοκαίρι είναι να έχεις πάντα τα βιβλία σου. Που τα λατρεύεις, τα μισείς, τσακώνεσαι, τα εγκαταλείπεις και τα ξαναβρίσκεις. Γιατί είναι πάντα εκεί. Ό,τι και να κάνεις. Γιατί σε αναγκάζουν να συμφιλιωθείς με την παρουσία. 2024 Καλοκαίρι είναι να πηγαίνουν διακοπές όλοι σου οι γνωστοί κι εσύ όχι. Γιατί δεν μπορείς. Ούτε φέτος. Ούτε του χρόνου. Ούτε την μεθεπόμενη χρονιά. Ούτε και την επόμενη της μεθεπόμενης. Είναι να κλείνεις το ίντερνετ, για να μην τους βλέπεις να περνάνε καλά στα νησιά. Για να μην τους ζηλεύεις. Καλοκαίρι είναι να καταφέρνεις, τελικά, να πας στα νησιά. Και καλοκαίρι είναι εκείνο το καλοκαίρι που μπορούσες να πας στα νησιά, αλλά δεν ήθελες πια. Γιατί είναι τα νησιά των άλλων. Και δεν ζηλεύεις, πια. Καλοκαίρι είναι να φτιάχνεις το δικό σου νησί. Να το βρίσκεις και κυρίως, να σε βρίσκει αυτό. Καλοκαίρι είναι να κάνεις παύση και να βάζεις στόχο για την νέα χρονιά να σταματάς πιο συχνά. Περισσότερες παύσεις, λιγότερες ενοχές. Καλοκαίρι είναι μια παρουσία που σε δροσίζει σαν αεράκι. Σαν κρύο νερό, μέσα στην κάψα – την στιγμή που δεν αντέχεις κανένα ρούχο πάνω σου. Εντάξει, εκτός αν είναι το δικό του σώμα. Αυτό το θέλεις, όση ζέστη κι αν κάνει. Καλοκαίρι είναι να δέχεσαι την παρουσία. Καλοκαίρι είναι οι ουρανοί και οι αγκαλιές και τα αστέρια και οι πολλές πανσέληνοι που δεν έχει σημασία αν τις βλέπεις όντως, σημασία έχει που σκέφτεσαι με ποιον θα ήθελες να τις δεις. Όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο που σε κάνει να καταλάβεις ότι κι εσύ, πού και πού, έχεις άδικο – όταν γνωρίζεις έναν τέτοιον άνθρωπο, είναι πάντα καλοκαίρι. Καλοκαίρι είναι οι ταινίες του Ρομέρ, που δεν τις έχω δει ακόμη. Είναι να σκέφτομαι ότι θα τις δω μαζί σου και το καλοκαίρι του Ρομέρ θα γίνει το καλοκαίρι μας, το δικό μας καλοκαίρι. Καλοκαίρι είναι η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων στο Παρίσι. Όπερα και μέταλ μαζί, επισήμως. Επιτέλους, τα εφηβικά σου όνειρα βρίσκουν τον χώρο τους εκεί που τους αρμόζει: στην παγκόσμια σκηνή. Μαγεύτηκες. Θα την θυμάσαι για πάντα. Καλοκαίρι είναι αυτό που θα γεννήσει, ξανά και ξανά, την καινούργια χρονιά: τον Σεπτέμβρη. Γιατί, όποιος λέει ότι η αρχή του χρόνου είναι ο Γενάρης, λέει ψέμματα. Καλοκαίρι είναι να συγχωρείς τον εαυτό σου λίγο πιο συχνά. Και να τον αγαπάς, λίγο περισσότερο. Αυτό είναι καλοκαίρι. Είναι όλος ο κόσμος. Όλος ο κόσμος σου. Καλό καλοκαίρι! ♥