Τα Σύμβολα στο  «Mulholland Drive» του David Lynch – Μαίρη Τζέιν

Το σουρεαλιστικό νεο-νουάρ «Mulholland Drive» του David Lynch είναι μια ονειρική εξερεύνηση του κατακερματισμένου ψυχισμού και των θολών γραμμών μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Επιφανειακά, η ταινία ακολουθεί μια νεαρή ηθοποιό που εμπλέκεται σε ένα μυστήριο γύρω από μια εξαφανισμένη γυναίκα και μια σκοτεινή συνωμοσία. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια κρύβεται μια βαθιά προσωπική και ψυχολογική εξερεύνηση της ταυτότητας, του τραύματος και της δύναμης της μνήμης. Παρακάτω θα διερευνήσουμε το ευφυές έργο του Lynch, σε ένα επίπεδο κυρίως συμβολικό και -το σημαντικότερο- χωρίς spoilers. Σαφώς, οι αντισυμβατικές μέθοδοι και η ιδιοφυία του Lynch είναι αυτά που παίρνουν την πλοκή της ταινίας και την απογειώνουν, καθιστώντας την ένα από τα αριστουργήματα του σύγχρονου κινηματογράφου. Το «Mulholland Drive» είναι μια πολύπλοκη και ονειρική ταινία που χρησιμοποιεί αντισυμβατικές τεχνικές αφήγησης για να εξερευνήσει θέματα όπως η ταυτότητα, η μνήμη, το τραύμα και η πραγματικότητα. Η αφήγηση της ταινίας είναι μη γραμμική, μεταπηδώντας μεταξύ διαφορετικών χρονικών γραμμών, χαρακτήρων και σεναρίων, δημιουργώντας μια αίσθηση αποπροσανατολισμού. Η ιστορία χωρίζεται σε ξεχωριστές ενότητες με μοναδικούς τόνους και επίπεδα πραγματικότητας, αντικατοπτρίζοντας τον κατακερματισμένο ψυχισμό του πρωταγωνιστή. Η ταινία διαθέτει επίσης συμβολισμούς, όπως το μπλε κουτί, η γάτα, ο αριθμός 27 και το Club Silencio, οι οποίοι έχουν πολλαπλές πιθανές σημασίες. Η χρήση αυτών των τεχνικών από τον Lynch δημιουργεί μια αίσθηση αβεβαιότητας και παρασύρει το κοινό στον κόσμο της ταινίας. Οι προαναφερθείς συμβολισμοί μπορούν να έχουν ποικίλες ερμηνείες, αλλά υπάρχουν και κάποιες κυρίαρχες θεωρίες όσον αφορά στην ερμηνεία των χαρακτηριστικών αυτών συμβόλων. Για παράδειγμα, το μπλε κουτί μπορεί να αντιπροσωπεύει τη μυστικότητα ή το άγνωστο και να συνδέεται με το ταξίδι του κύριου χαρακτήρα ή με ένα σημείο καμπής στην ιστορία. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι το μπλε επίσης, ως χρώμα, συχνά συνδέεται και με τη μελαγχολία (δεν είναι τυχαία η έκφραση “Feeling blue” για να εκφράσουμε ότι αισθανόμαστε μελαγχολικοί, όπως επίσης αυτή είναι και η προέλευση του ονόματος της μουσικής blues). Στην ίδια θεματική ανάγεται και το μπλε κλειδί. Βέβαια, βάζοντας το κλειδί στην εξίσωση εδραιώνεται και η ερμηνεία που θέλει αυτό το ταιριαστό ντουέτο να αποτελεί κάποιον συμβολισμό για την ερωτική πράξη. Εμμένοντας στο χρώμα μπλε, συναντάμε κάτι σιέλ τριαντάφυλλα καθώς η Μπέτι και η Ρίτα μελετούν στου Γουίνκι. Δίπλα τους σε αυτό το σκηνικό βρίσκεται ένα βάζο με μπλε τριαντάφυλλα. Δεδομένου ότι τα μπλε τριαντάφυλλα δεν υπάρχουν στη φύση, το νόημά τους είναι σαφές. Ο όρος «γαλάζιο τριαντάφυλλο» χρησιμοποιείται συχνά ως μεταφορά για μυστηριώδη γεγονότα ή περιπτώσεις που δεν μπορούν να εξηγηθούν με την επιστήμη ή τη λογική σκέψη, και συχνά αφορούν υπερφυσικά ή ανεξήγητα φαινόμενα. Σε πολλές μεγάλες και αγαπημένες παραγωγές, όπως το Twin Peaks και το Blue Velvet, συναντάμε την κλασική βαριά κόκκινη κουρτίνα του θεάτρου. Το να ονειρεύεστε να τραβάτε κουρτίνες ή να βρίσκεστε πίσω από αυτές μπορεί να υποδηλώνει ότι ο ονειρευόμενος προσπαθεί να κρύψει κάτι από τον εαυτό του ή από τους άλλους. Εναλλακτικά, το όνειρο μπορεί να υπονοεί το τέλος κάποιου πράγματος, μια κατάληξη ή μια οριστικότητα. Όπως είπε και ο ίδιος ο David Lynch: «Οι κουρτίνες κρύβουν και αποκαλύπτουν. Μερικές φορές είναι τόσο όμορφο αυτό που κρύβουν, που εξάπτει τη φαντασία σου. Αλλά στο θέατρο, όταν ανοίγουν οι κουρτίνες, έχεις αυτή τη φανταστική ευφορία, ότι θα δεις κάτι καινούργιο, ότι κάτι θα αποκαλυφθεί». Τέλος, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το Club Silencio. Αυτό το μυστηριώδες νυχτερινό κέντρο θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει μια πύλη στο συλλογικό ασυνείδητο των χαρακτήρων, επιτρέποντάς τους να έχουν πρόσβαση στις βαθύτερες επιθυμίες, τους φόβους ή τις αναμνήσεις τους. Θα μπορούσε επίσης να είναι ένα σύμβολο της σύγχυσης της πραγματικότητας και της φαντασίας, ή ένας χώρος όπου οι χαρακτήρες μπορούν να ξεφύγουν από τη συνηθισμένη ζωή τους. Το Club Silencio ως ένα σουρεαλιστικό και τεχνητό καμπαρέ που αναγνωρίζει ειρωνικά τη δική του τεχνητότητα. Είναι ένας παράδοξος χώρος που αποκαλύπτει την αλήθεια πίσω από την ψευδαίσθηση, εκθέτοντας το θέμα «No hay banda» (δεν υπάρχει μπάντα), το οποίο υποδηλώνει μια εξερεύνηση του καλού και του κακού. Αυτές είναι μερικές μόνο πιθανές ερμηνείες, και τα πραγματικά νοήματα μπορεί να παραμείνουν σκόπιμα διφορούμενα και ανοιχτά στην ατομική ερμηνεία του κοινού.

Έχθρός του Λαού (Ερρίκος Ίψεν) – Γιάννης Μυλερός

Ξεκινώ αυτήν την σειρά άρθρων για την λογοτεχνία μ’ εφαλτήριο την ανάγκη να θίξω τις χορδές των εκλεκτικά συγγενών μου. Να δώσω, αυτό που γνώρισα κ’ εκτιμώ απ’ τα διαβάσματά μου μα πάνω απ’ όλα την αφορμή σ’ όσους συγγενείς ν’ ασχοληθούν, να ψάξουν, να ξεδιακρίνουν την αξία που λαμπιρίζει κάτω απ’ τα θολά κι αδρανή νερά της μινιμαλιστικής μας εποχής. Ν’ αγρεύσουν οτιδήποτε στάθηκ’ όρθιο μέσα στην ισοπέδωση και εξομοίωση κάθε λογοτεχνικής Αξίας απ’ τον άκρατο Υποκειμενισμό της μετά-δομιστικής λαίλαπας, τις αυθαίρετες μεθερμηνείες των Μεγάλων Έργων στο χαρτί και στο σανίδι από αλληλοεξυπηρετούμενους ακαδημαϊκούς, σκηνοθετάδες και αυλικούς των εκδοτικών οίκων.. Κι αν ο τόνος είναι αιχμηρός, αιχμηρότατο και το πρώτο θεατρικό έργο που παρουσιάζω: En Folkefiende, ελληνιστί «Ένας εχθρός του Λαού» του Ερρίκου Ίψεν. Και ξεκινώ με θέατρο γιατί τί συνιστά το θέατρο αν όχι λογοτεχνία; Τέχνη του λόγου δεν είναι; Και μάλιστα σε μία εποχή, διαστρεβλωτική των έργων και των νοημάτων τους, καλά θα κάναμε-συνιστούν τόσο ο πνευματώδης κριτικός Χάρολντ Μπλουμ, όσο κι ο μεγάλος σύγχρονος δραματουργός Ευγένιος Ο’ Νηλ-να  διαβάζαμε  τα κείμενα παρά να παρακολουθούμε τις κακοποιές παραστάσεις, που μόνο να μας απομακρύνουν μπορούν απ’ τα μεγάλα έργα, δίνοντας μας την λανθασμένη εντύπωση πως παρακολουθήσαμε Σοφοκλή, Σαίξπηρ, Ίψεν… Ο Ερρίκος Ίψεν (1828-1906) γεννήθηκε και πέθανε στη Νορβηγία. Έζησε ωστόσο μια ζωή πνευματικού πλάνητα, με συχνά ταξίδια σε Δανία, Γερμανία και Ιταλία κατά το συνήθειο των σημαντικών πνευμάτων της εποχής του, όπως ο αντίτεχνός του Στρίντμπεργκ, ο Νίτσε και πολλοί ακόμα. Ανήσυχο πνεύμα, γνώρισε τον σπουδαίο κριτικό Γκέοργκ Μπραντές και συνδέθηκε στενά με τον μουσικό Έντβαρντ Γκρήγκ και τον ζωγράφο Έντβαρντ Μυνχ με τους οποίους και συνεργάστηκε: φανταστείτε μια εποχή όπου ο Ίψεν δραματουργεί, ο Γκρήγκ γράφει τη μουσική κι ο Μυνχ ζωγραφίζει και κατασκευάζει τα σκηνικά. Αυτή είναι η παράσταση του «Πέερ Γκυντ» που ανεβαίνει το 1876 στο θέατρο της Χριστιανίας και ορίζει μια ολόκληρη εποχή. Πέθανε αναγνωρισμένος και καταξιωμένος απ’ τους συγκαιρινούς του στο Όσλο, τότε Χριστιανία της πατρίδας του. Ο Έχθρός του Λαού (1882) συνιστά ένα από τα κοινωνικά δράματα του Ίψεν. Η -στα σπάργανα ακόμα- αστική ζωή μιας μέχρι πρότινος αγροτικής, κτηνοτροφικής κοινωνίας, αρχίζει ν’ αποκτά τους δικούς της αντι-ήρωες και σύμβολα. Ο Ίψεν γίνεται ο ραψωδός αυτής της ζωής και κραδαίνει την ακονισμένη του πένα πάνω απ ‘ όσα διασθάνεται ως καταπιεστικά του Εγώ, σε μια κοινωνία που με το ζόρι απηχεί τις μεγάλες εξελίξεις στην Ευρώπη, μιας ζωής ικανής να κλειστεί σε τρία σκηνικά όλα κι όλα κι ωστόσο καταφέρνει να πνίξει τον Έναν και την Αλήθεια: «Η πλειοψηφία έχει πάντα άδικο, το δίκιο το έχουν πάντα οι λίγοι» το αξίωμα του Στόκμανν. Ο γιατρός ανακαλύπτει πως το νερό της λουτρόπολης που ζει είναι δηλητηριασμένο από απόβλητα. Αφελής κι αυτός, σκιαμάχος της Αλήθειας που κανέναν δεν κινεί αν δεν ικανοποιήσει το οικονομικό, ατομικό και συλλογικό συμφέρον, αποφασίζει να δημοσιεύσει την έκθεσή του με αβανταδόρους τους εκδότες της τοπικής εφημερίδας που λογαριάζουν να γίνουν πάνω στις πλάτες του Στόκμανν οι κομιστές της Επανάστασης, χωρίς όμως τον ξενοδόχο. Φτάνει ο Δήμαρχος και αδερφός του Στόκμανν να τους επισημάνει τις οικονομικές συνέπειες στην πόλη -και στους ίδιους-αν μια τέτοια έκθεση δημοσιευθεί. Οι τουρίστες θα εξαφανιστούν, τα ενοίκια θα πέσουν και τ’ ακίνητα θα χάσουν την αξία τους. Οι ίδιοι οι μέχρι πριν συνδαυλιστές της υπόθεσης, αρνούνται να δημοσιεύσουν την Αλήθεια  και αυτό που ακολουθεί είναι μια απολογητική του Ενός και της Αλήθειας απέναντι στην τυραννία των πολλών, του κοινωνικού συμφέροντος και της πολιτικής. Ο γιατρός, φιλελεύθερος κι αυτός, ζει απ’ την ανάποδη τον φιλελευθερισμό που αξίωνε για σύμμαχό του. Ανακηρύσσεται ομόφωνα «Εχθρός του Λαού» και σπρώχνεται βίαια στο περιθώριο μαζί μ΄όλη του την οικογένεια. Ο Ερρίκος Ίψεν, πίνακας του Edvard Munch Ακόμα και σε μια πρόσφατα στημένη αστική ζωή που ακόμα αναδύει τη μυρωδιά του ψαριού και της κτηνοτροφίας, με ασχημάτιστες τις κοινωνικές της δυνάμεις, όπου η Αλήθεια δεν αναφέρεται δα και στην πάλη των τάξεων που μαίνεται στην ηπειρωτική Ευρώπη, μα στα νερά των λουτρών, που φορέας της δεν είναι η Επανάσταση κ’ η Συντήρηση με τον ισοπεδωτικό τους βηματισμό πάνω στα πράγματα, μα ο γιατρός Στόκμανν με όλη την αφέλειά του να γίνεται το παρανάλωμα διαχρονικών Δυνάμεων, που τόσο αριστοτεχνικά βρίσκουν τους εκφραστές τους στους «μικρούς», κουτσουρεμένους, περιφερειακούς των εξελίξεων ήρωες ενός δραματουργού που έχει καταλάβει όσο λίγοι, τι υπόκειται, τι κινεί, τι είναι διαχρονικό πίσω από τη μασκαράτα και τους επιχρωματισμούς της πολιτικής ανά τους αιώνες. Κατά τη γνώμη μου, στ’ αρνητικά του έργου, η υπερβολικά ρητή διατύπωση των Ιψενικών θέσεων μέσα απ’ τον Στόκμανν κατά το Εγωτικό του κήρυγμα στο σπίτι του Χόρστερ, σε ένα συγκεκριμένο σημείο όπου το έργο απεκδύεται τον συμβολισμό και παίρνει μια κάπως πιο διδακτική τροπή. Θέσεων που διατρέχουν όλο του το έργο και που συνιστούν το μεγαλείο του άλλωστε, μα εδώ παίρνουν μια κάπως αμήχανη, ρητή και ίσως άτεχνη μορφή. Καμία σχέση δεν έχει αυτή η κρίση με το περιεχόμενο και τις Ιδέες, αλλά με την αρχιτεκτονική του κειμένου. Ας είναι. Οι μεγάλοι δημιουργοί ασφυκτιούν ακόμα και στα καλούπια που έχουν φτιάξει οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Η αλήθεια τους ξεχειλίζει ακόμα και αν πρέπει ο ήρωάς τους να αναλυθεί σε σκόνη μπροστά στο εκρηκτικό ξέσπασμα του ίδιου τους του Λόγου. Η έκδοση που επέλεξα ήταν αυτή του οίκου Gutenberg (Μάρτιος 2016), σε εισαγωγή-μετάφραση- σχόλια του Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου και πρόλογο-επιμέλεια-σχόλια του Ήρκου Ρ. Αποστολίδη. Έχοντας υπ’ όψιν κάποιες από τις υπάρχουσες -σχεδόν πάντα- προβληματικές, διασκευαστικές μεταφράσεις καθώς και την άμεση, προσωπική γνώση της σοβαρότητας, μεθοδικότητας και της Αγάπης του επιμελητή για το ιψενικό έργο, συνιστώ τη συγκεκριμένη ως την επαρκέστερα μεταφρασμένη, προλογισμένη, σχολιασμένη κ’ αισθητικά άρτια έκδοση του έργου. Εις το επανειδείν… Γιάννης Μυλερός

Bridgerton: Το ροκοκό στη μικρή οθόνη – Μαίρη Τζέιν

Λίγες μέρες πριν βγήκε στον αέρα του Netflix το πρώτο μέρος του τρίτου κύκλου της σειράς Bridgerton. Για όσους δεν γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται η σειρά, η πλοκή είναι αρκετά απλή, καθώς ακολουθούμε τις ζωές των οκτώ αδελφών της ομώνυμης οικογένειας στην υψηλή κοινωνία του Λονδίνου. Κάθε σεζόν και ένα διαφορετικό κεντρικό ειδύλλιο, ίντριγκες, κουτσομπολιά και πολλοί βασιλικοί χοροί. Πρόκειται για μια από τις πιο ευχάριστες -στο μάτι- σειρές των τελευταίων ετών, κατά την ταπεινή άποψη αυτής της συγγραφέως (αν έχεις δει έστω λίγο από τη σειρά, κατάλαβες την αναφορά). Πέραν της βατής, ευχάριστης πλοκής, η σειρά Bridgerton συνδέει με έναν τρόπο υπέροχο τα παστέλ χρώματα με την αριστοκρατία της εποχής και τα μουσικά κουαρτέτα των βασιλικών χορών με τη σύγχρονη μουσική βιομηχανία. Μελετώντας -ακόμη και επιφανειακά- την αισθητική η οποία παρουσιάζεται, δεν είναι υπερβολή να χαρακτηρίσει κανείς τη συγκεκριμένη παραγωγή ως επιτηδευμένα επηρεασμένη από το ροκοκό. Το ροκοκό είναι ένα στυλ διακοσμητικής και εικαστικής τέχνης που εμφανίστηκε τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία και τη Γερμανία. Χαρακτηρίζεται από τη χρήση παστέλ χρωμάτων, λεπτών καμπυλών και παιχνιδιάρικων διακοσμήσεων. Το ροκοκό συνδέεται συχνά με τις επιπόλαιες και παρακμιακές υπερβολές της αριστοκρατίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου XV. Επηρέασε διάφορες μορφές τέχνης, συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της εσωτερικής διακόσμησης, και είναι γνωστό για τις ιδιότροπες και ευφάνταστες απεικονίσεις της φύσης, της μυθολογίας και της καθημερινής ζωής της υψηλής κοινωνίας. Jean-Honoré Fragonard The swing, 1766 Elisabeth Vigée-Le Brun Queen Marie Antoinette, 1783 Βλέποντας μόλις ένα επεισόδιο του Bridgerton, ο καθένας αντιλαμβάνεται πως το παραπάνω θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί και ορισμό της ίδιας της σειράς. Το δεύτερο μέρος του τρίτου κύκλου αναμένεται να δοθεί στο κοινό στις 15 Ιουνίου.

Η Γυναίκα της Greta Gerwig – Αναστασία Αντωνακάκη

Μπορούμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας; Μα, φυσικά και μπορείτε. Με συγκεκριμένο τρόπο, φυσικά και μπορείτε. Κατά προτίμηση, δραματικό. Η κωμωδία δεν κάνει για σας. Για να κάνεις πλάκα, πρέπει να καταλαβαίνεις με τι κάνεις πλάκα. – Το πρόβλημα δεν είναι το εμπορικό προϊόν. Το πρόβλημα είναι που δεν ξέρετε να κάνετε το εμπορικό προϊόν να έχει ποιοτικό βάθος. – Πάντως, η εισπρακτική επιτυχία σίγουρα δεν οφείλεται σε εσάς.  Οφείλεται στην εταιρεία. Στο προϊόν. Στην προώθηση. Στον καπιταλισμό. Πάντως, όχι σε εσάς, “μικρή μου”. – Και πάντως, δεν γίνεται η πτώση να είναι δίπλα με την κούκλα. Δεν γίνεται οι δύο αυτές γυναίκες να στέκονται μαζί, δεν το καταλαβαίνετε;  Μάλλον δεν το καταλαβαίνετε, γιατί δεν ξέρετε τι σημαίνει τέχνη. – Το δράμα είναι αυτό που μπορεί να αναδείξει τον φεμινισμό. Και το τι είναι φεμινιστικό και τι όχι, το αποφασίζουμε εμείς. – Πρέπει να σας συγκρίνουμε. Είναι υποχρεωτικό. Δεν μπορείτε να στέκεστε μαζί. Πρέπει να βρίσκεστε απέναντι. Πρέπει να θέλετε να σας συγκρίνουμε. Εμείς είμαστε ο κριτής. Εσείς, πρέπει να θέλετε να σας διαλέξουμε. – Δεν υπάρχουν φιλίες. Δύο όμορφες γυναίκες. Δύο δυναμικές γυναίκες. Δύο διανοούμενες γυναίκες. Ποτέ δεν είναι μαζί.  Έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δικά μας. Σε εμάς, συμπληρώνονται. Σε εσάς, αλληλοαποκλείονται.  Γιατί, πάντα, ανταγωνίζεστε για την προσοχή μας. – Στον δικό σας κόσμο. Στον δικό μας κόσμο, είναι όλα αλλιώς. Είναι μαύρα και ροζ και όλα τα χρώματα ανάμεσα. Στον καινούργιο κόσμο που φτιάχνουμε Τώρα πια Μιλάμε εμείς για εμάς. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε η μούσα κανενός πάπα. Είμαστε ο πάπας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν χρειάζεται να είμαστε μόνο ηθοποιοί. Είμαστε και σκηνοθέτες. Δεν χρειάζεται να κάνουμε μόνο δράμα. Κάνουμε και κωμωδία. Και θρίλερ. Και επιστημονική φαντασία. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε και του εμπορικού και του ποιοτικού. Ταυτόχρονα – αφού μεταξύ τους αποκλείονται.  Και η επιτυχία είναι δική μας. Δημιουργική. Και εισπρακτική. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε τις δικές μας ιστορίες. Για την γυναικεία φιλία. Αυτή που πάντα δίνει την λύση. Για τις φίλες που είναι εκεί. Όταν είμαστε απελπισμένες για το παιδί που δεν θέλουμε. Και για το παιδί που θέλουμε και δεν μπορούμε να κάνουμε. Και για το παιδί που έχουμε. Για τις φίλες που είναι πάντα εκεί. Γι’ αυτά που έχουμε. Και γι’ αυτά που δεν έχουμε. Αυτή είναι η αλήθεια. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε την αλήθεια μας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε ο εαυτός μας. Δεν είναι πάντα όμορφος. Ούτε πάντα άσχημος. Αλλά τουλάχιστον, τον αφηγούμαστε εμείς. Ευχαριστούμε, Greta Gerwig, που άνοιξες, ακόμη περισσότερο, τον δρόμο. Που είσαι δίπλα στην Margot Robbie και την Justine Triet. Όχι πιο πάνω.  Ούτε πιο κάτω.  Δίπλα. Σ’ ευχαριστούμε, εμείς και οι φίλες μας. Είσαι μεγάλη. Τα λέμε εκεί. Στον κόσμο. ΥΓ. Ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο της φίλης και συνεργάτιδάς μου, Νατάσας Δεληβοριά, για την Barbie της Greta Gerwig: “Η σημασία της Barbie δεν έγκειται απλά στο εξαιρετικό subtlety που κάνει κριτική στο male cinema – και culture κατ’ επέκταση- αλλά στο γεγονός ότι μας υπογραμμίζει για ακόμα μία φορά τα double standards του κινηματογράφου και το πόσο δρόμο έχουμε ακόμα μέχρι να βγάλουμε επιτέλους τα male gazing γυαλιά που ακόμα φοράμε. Και ναι wow το Χόλυγουντ έφτιαξε κάτι που είναι προϊόν… shocking. Is it though? Δεν το σκέφτηκε κανείς αυτό όταν ο Spielberg μόνο που δεν μας τάισε Reese’s Pieces στο Ε.Τ. και δεν το σκέφτηκε κανείς όταν ο Tarantino μας έχωσε ολόκληρη την αμερικάνικη υποκουλτούρα στη μάπα με μπέργκερς, γκάνια και πειραγμένες χάρλεϋ στο Pulp Fiction. Όχι. Αυτά ήταν, είναι και θα είναι τέχνη. Revolution. Γιατί, είναι πιο δυνατό statement το ανελέητο μακελειό τρώγοντας μπέργκερ και απαγγέλοντας κομμάτια από το ευαγγέλιο. Don’t get me wrong. Λατρεύω τον Tarantino. Αλλά, γι’ αυτό ακριβώς, λάτρεψα και την Barbie.”.

Τα Γενέθλια του Γιώργου Λάνθιμου – Αναστασία Αντωνακάκη

ΕΣΩΤ./ΣΑΛΟΝΙ – ΝΥΧΤΑ Η Χ. και ο Α. κάθονται στον καναπέ. Κοιτάνε ο ένας τον άλλον. Συζητάνε. Στο βάθος, μπροστά τους, φαίνεται μία τηλεόραση. Είναι κλειστή. Χ. … Και μέσα σε όλο αυτό, αναρωτιέμαι, τι μου βρίσκεις. Α.  Εγώ έχω σταματήσει να αναρωτιέμαι τέτοια πράγματα. Αυτός είμαι και σ’ όποιον αρέσω. Οι άλλοι έξω απ’ την πόρτα. Χ. Δεν εννοώ τι βρίσκεις σ’ εμένα. Εννοώ τι βρίσκεις στην κατάσταση. Α. Δηλαδή; Χ. Σ’ αυτό εδώ, στο μεταξύ μας ρε παιδί μου. Δεν θα ήθελες να είσαι σε μία κατάσταση πιο συγκεκριμένη; Με ωράριο, αργίες, μόνιμο τόπο διαμονής; Α. Νομίζω σου έχω ξαναπεί ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι το να δείχνεις τον εαυτό σου. Χ. Δηλαδή εσύ λες ότι δεν έχει και τόση σημασία η δουλειά που κάνεις ή το αν σου αρέσει να πηγαίνεις θέατρο, αν … Α. Ναι, αυτό. Αυτά βρίσκονται. Το να δείχνεις ποιος είσαι στ’ αλήθεια, όμως – αυτό δεν βρίσκεται. Η οθόνη της τηλεόρασης που είναι μπροστά τους σιγά-σιγά φωτίζεται. Βλέπουμε ότι παίζουν σκηνές από τον Αστακό (2015) σε fast forward. Οι εικόνες αρχίζουν να κινούνται πιο αργά. Παίζουν οι σκηνές όπου o Ντέιβιντ γνωρίζει την Μυωπική Γυναίκα. Αγαπιούνται. Είναι δύο μυωπικοί. Εκείνη τυφλώνεται. Τώρα είναι ένας μυωπικός και μία τυφλή. Η εικόνα παγώνει στην σκηνή που περπατούν στον δρόμο μαζί. Η εικόνα διαλύεται. Η οθόνη της τηλεόρασης γυρίζει στο μαύρο. Η Χ. κοιτάζει τον Α. Το ένα της χέρι στηρίζει το κεφάλι της. Το άλλο είναι αφημένο στο πόδι του Α. Τον χαϊδεύει στα μαλλιά. Χ. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Ο Α. της χαμογελάει. Χ. Τουλάχιστον, έχουμε την ίδια μέρα γενέθλια. ΤΕΛΟΣ

Ο άνθρωπος του Thomas Vinterberg – Αναστασία Αντωνακάκη

Βλέπω για δεύτερη φορά το Another Round (2020), την τελευταία ταινία του Vinterberg. Τελειώνει – η γλυκόπικρη αίσθηση που μου αφήνουν όλα όσα φτιάχνει, είναι ξανά εδώ. Το στομάχι μου σφιγμένο, το μυαλό μου ανοιγμένο, τα μάγουλά μου βρεγμένα. Και σκέφτομαι, ότι είναι ο σκηνοθέτης των αντιθέσεων. Η αθωότητα και η ενοχή. Η τρυφερότητα και η σκληρότητα. Το αδιέξοδο και η επιλογή. Η τραγωδία και η κωμωδία. Το φως και το σκοτάδι. Αφηγείται πάντα ένα παραμύθι, κάποιες φορές γλυκά, όπως στο Far From the Madding Crowd (2015), άλλες σκληρά, όπως στο It’s all about love (2003), κι άλλες παιδικά, όπως στο Dear Wendy (2005). Η κάμερα του είναι προσκεκλημένη, στο Celebration (1998), συμμέτοχη, στο The Commune (2016), ο ίδιος ο ήρωας, στο Submarino (2010) και στο The Hunt (2012). Συχνά, η κάμερα του είναι το παιδί. Που απορεί, προσπαθεί, διαμορφώνεται, εξελίσσεται. Όχι πάντα καλά. Και όχι πάντα κακά. Ο σκηνοθέτης της ισορροπίας. Αυτός που ξεκίνησε από το Δόγμα του 95 και έφτιαξε κανόνες για να παίξει. Και για να τους σπάσει. Και για να τους ξεπεράσει. Το Δόγμα είχε νόημα στην εποχή του, τώρα πια δεν έχει κάτι να μας πει. Αγαπάει να βάζει μουσική στις ταινίες του και αυτό τον δυσκόλεψε στο Celebration – γι’ αυτό, σκέφτηκε να βάλει το ανσάμπλ του να τραγουδάει. Δουλεύει μαζί με τους ηθοποιούς του, αυτοσχεδιάζουν το σενάριο, αλλάζουν φράσεις που βγάζουν νόημα στον γραπτό, αλλά όχι στον προφορικό λόγο. Μιλάει για την ισορροπία ανάμεσα στην προετοιμασία και το ένστικτο. Για τον χρόνο που χρειάζεται για να ωριμάσει το σενάριο. Για την δουλειά της ανάλυσης του χαρακτήρα. Τελικά, για την στιγμή που η μαγεία παίρνει το πάνω χέρι και συμβαίνει ο κινηματογράφος. Ισορροπία. Όχι ίσες αποστάσεις. Ο σκηνοθέτης της ειλικρίνειας. Αυτός που θα μιλήσει για τα πράγματα που ξέρει. Για παρέες ανδρών, για κοινόβια, για την χώρα του. Για τις γυναίκες, χωρίς να φετιχίζεται, αλλά και χωρίς να αρνείται ότι είναι άντρας. Για την Δανία, με τον πιο αληθινό τρόπο. Κρύο και χιόνι, που αποτυπώνεται και στην ψυχρή χρωματική παλέτα που συνήθως χρησιμοποιεί. Κλειστοί άνθρωποι, που δυσκολεύονται να εκφράσουν τι σκέφτονται, τι νοιώθουν. Παλεύουν γι’ αυτό. Η ανάγκη τους να επικοινωνήσουν και η αδυναμία τους να τα καταφέρουν, συχνά καταλήγουν σε εξαρτήσεις. Άλλωστε, τα πάντα γύρω τους ευνοούν τις εξαρτήσεις. Αδιέξοδο. Εγκλωβισμός. Κάπου εκεί, αχνοφαίνεται και η επιλογή. Οι χαρακτήρες του Vinterberg είναι ειλικρινείς, γιατί είναι ανθρώπινοι. Τους μισείς, τους δικαιολογείς, τους αγαπάς, τους αποστρέφεσαι. Ο θάνατος της κόρης του συμβαίνει μόλις ξεκινούν τα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας (Another Round, 2020). Αντί να αποσυρθεί για να πενθήσει, αποφασίζει να αλλάξει το σενάριο και να κάνει μία ταινία για να γιορτάσει την ζωή. Η τελευταία σκηνή είναι μια ωδή στην πραγματικότητα. Στο γλυκόπικρο της καθημερινότητας. Συμφιλιωμένος με την φύση του, ο ήρωας χορεύει για την αποδοχή του αναπόφευκτου. Η πιο ανθρώπινη στιγμή του Vinterberg. Γι’ αυτό, και η πιο σπουδαία. Ο σκηνοθέτης της μαγείας, μέσα από τον ρεαλισμό. Έχει έναν μαγικό τρόπο να περιγράφει το νήμα ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Πάντα μόνοι, πάντα ανάμεσα σε άλλους. Μιλάει για τις εξαρτήσεις. Για τις εξαρτήσεις που, εκεί που σταματάς να πονάς εσύ, αρχίζουν να πονάνε όλοι οι άλλοι γύρω σου. Μιλάει συχνά για την οικογένεια – σε όλες της τις μορφές. Την συμβατική, στο Another Round. Την διαλυμένη, στο Submarino. Την διευρυμένη, στο The Commune. Την υποκριτική, στο Celebration. Την επικίνδυνη, στο The Hunt. Την επικίνδυνη παντού, μάλλον, εδώ που τα λέμε. Ο Vinterberg είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες, γιατί είναι βαθιά συναισθηματικός, χωρίς να το κάνει θέμα. Απλώς, είναι. Το Another Round τελειώνει – ο ήρωας έχει μεγαλώσει. Και μαζί του, έχω μεγαλώσει κι εγώ.