Η Γυναίκα της Greta Gerwig – Αναστασία Αντωνακάκη

Μπορούμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας; Μα, φυσικά και μπορείτε. Με συγκεκριμένο τρόπο, φυσικά και μπορείτε. Κατά προτίμηση, δραματικό. Η κωμωδία δεν κάνει για σας. Για να κάνεις πλάκα, πρέπει να καταλαβαίνεις με τι κάνεις πλάκα. – Το πρόβλημα δεν είναι το εμπορικό προϊόν. Το πρόβλημα είναι που δεν ξέρετε να κάνετε το εμπορικό προϊόν να έχει ποιοτικό βάθος. – Πάντως, η εισπρακτική επιτυχία σίγουρα δεν οφείλεται σε εσάς.  Οφείλεται στην εταιρεία. Στο προϊόν. Στην προώθηση. Στον καπιταλισμό. Πάντως, όχι σε εσάς, “μικρή μου”. – Και πάντως, δεν γίνεται η πτώση να είναι δίπλα με την κούκλα. Δεν γίνεται οι δύο αυτές γυναίκες να στέκονται μαζί, δεν το καταλαβαίνετε;  Μάλλον δεν το καταλαβαίνετε, γιατί δεν ξέρετε τι σημαίνει τέχνη. – Το δράμα είναι αυτό που μπορεί να αναδείξει τον φεμινισμό. Και το τι είναι φεμινιστικό και τι όχι, το αποφασίζουμε εμείς. – Πρέπει να σας συγκρίνουμε. Είναι υποχρεωτικό. Δεν μπορείτε να στέκεστε μαζί. Πρέπει να βρίσκεστε απέναντι. Πρέπει να θέλετε να σας συγκρίνουμε. Εμείς είμαστε ο κριτής. Εσείς, πρέπει να θέλετε να σας διαλέξουμε. – Δεν υπάρχουν φιλίες. Δύο όμορφες γυναίκες. Δύο δυναμικές γυναίκες. Δύο διανοούμενες γυναίκες. Ποτέ δεν είναι μαζί.  Έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δικά μας. Σε εμάς, συμπληρώνονται. Σε εσάς, αλληλοαποκλείονται.  Γιατί, πάντα, ανταγωνίζεστε για την προσοχή μας. – Στον δικό σας κόσμο. Στον δικό μας κόσμο, είναι όλα αλλιώς. Είναι μαύρα και ροζ και όλα τα χρώματα ανάμεσα. Στον καινούργιο κόσμο που φτιάχνουμε Τώρα πια Μιλάμε εμείς για εμάς. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε η μούσα κανενός πάπα. Είμαστε ο πάπας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν χρειάζεται να είμαστε μόνο ηθοποιοί. Είμαστε και σκηνοθέτες. Δεν χρειάζεται να κάνουμε μόνο δράμα. Κάνουμε και κωμωδία. Και θρίλερ. Και επιστημονική φαντασία. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε και του εμπορικού και του ποιοτικού. Ταυτόχρονα – αφού μεταξύ τους αποκλείονται.  Και η επιτυχία είναι δική μας. Δημιουργική. Και εισπρακτική. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε τις δικές μας ιστορίες. Για την γυναικεία φιλία. Αυτή που πάντα δίνει την λύση. Για τις φίλες που είναι εκεί. Όταν είμαστε απελπισμένες για το παιδί που δεν θέλουμε. Και για το παιδί που θέλουμε και δεν μπορούμε να κάνουμε. Και για το παιδί που έχουμε. Για τις φίλες που είναι πάντα εκεί. Γι’ αυτά που έχουμε. Και γι’ αυτά που δεν έχουμε. Αυτή είναι η αλήθεια. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε την αλήθεια μας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε ο εαυτός μας. Δεν είναι πάντα όμορφος. Ούτε πάντα άσχημος. Αλλά τουλάχιστον, τον αφηγούμαστε εμείς. Ευχαριστούμε, Greta Gerwig, που άνοιξες, ακόμη περισσότερο, τον δρόμο. Που είσαι δίπλα στην Margot Robbie και την Justine Triet. Όχι πιο πάνω.  Ούτε πιο κάτω.  Δίπλα. Σ’ ευχαριστούμε, εμείς και οι φίλες μας. Είσαι μεγάλη. Τα λέμε εκεί. Στον κόσμο. ΥΓ. Ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο της φίλης και συνεργάτιδάς μου, Νατάσας Δεληβοριά, για την Barbie της Greta Gerwig: “Η σημασία της Barbie δεν έγκειται απλά στο εξαιρετικό subtlety που κάνει κριτική στο male cinema – και culture κατ’ επέκταση- αλλά στο γεγονός ότι μας υπογραμμίζει για ακόμα μία φορά τα double standards του κινηματογράφου και το πόσο δρόμο έχουμε ακόμα μέχρι να βγάλουμε επιτέλους τα male gazing γυαλιά που ακόμα φοράμε. Και ναι wow το Χόλυγουντ έφτιαξε κάτι που είναι προϊόν… shocking. Is it though? Δεν το σκέφτηκε κανείς αυτό όταν ο Spielberg μόνο που δεν μας τάισε Reese’s Pieces στο Ε.Τ. και δεν το σκέφτηκε κανείς όταν ο Tarantino μας έχωσε ολόκληρη την αμερικάνικη υποκουλτούρα στη μάπα με μπέργκερς, γκάνια και πειραγμένες χάρλεϋ στο Pulp Fiction. Όχι. Αυτά ήταν, είναι και θα είναι τέχνη. Revolution. Γιατί, είναι πιο δυνατό statement το ανελέητο μακελειό τρώγοντας μπέργκερ και απαγγέλοντας κομμάτια από το ευαγγέλιο. Don’t get me wrong. Λατρεύω τον Tarantino. Αλλά, γι’ αυτό ακριβώς, λάτρεψα και την Barbie.”.

Για μία προσέγγιση στο έργο – Νίκος Γκενές

Σε τι επίπεδο μπορούμε να προσεγγίσουμε την τέχνη; Πόσο μπορούμε να αντιληφθούμε την αισθητική; Κατά πόσο μπορούμε να αντιληφθούμε την έννοια της αισθητικής; Αν ρωτήσεις κάποιον γύρω σου σχετικά με την σημασία της τέχνης, μπορεί να σου επιβεβαιώσει την σημασία της και την σπουδαιότητά της, αλλά δεν θα μπορέσει εύκολα να σου ορίσει τον λόγο. Όταν ανοίξει το θέμα του κάλλους και της έννοιάς του γίνονται ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Οι συγκεκριμένες έννοιες έχουν απασχολήσει τους φιλοσόφους και τους κρητικούς της τέχνης. Όλη αυτή η απασχόληση σε μεγάλο βαθμό ανήκει στην κατεύθυνση της φιλοσοφίας που από τον διαφωτισμό και μετά ονομάζεται αισθητική. Αισθητική λοιπόν είναι ο φιλοσοφικός κλάδος που ασχολείται με την έννοια της τέχνης και του κάλλους. Φτάνει αυτή η γνώση για να μπορέσεις να κατανοήσεις ένα έργο τέχνης; Η απάντηση είναι όχι, για να μπορέσει ένας θεατής να επικοινωνήσει με ένα έργο τέχνης χρειάζεται επίσης να μπορεί να το εντάξει στο κοινωνικό του πλαίσιο. Το έργο αλληλεπιδρά με την εποχή του, “κουβαλάει” τους προβληματισμούς του δημιουργού του, σε σχέση πάντα με την εποχή του. Πρέπει λοιπόν να γνωρίζει ο θεατής το κοσμοείδωλο της εποχής του δημιουργού για να μπορεί να αντιληφθεί την εικόνα που εμφύτευσε ο δημιουργός μέσα στο έργο του. Απο τα προλεγόμενα ο αναγνώστης μπορεί να σχηματίσει κάποια συμπεράσματα για την σημασία της τέχνης. Η σπουδαιότητα της τέχνης ως πυλώνας του πολιτισμού βέβαια είναι μία μεγαλύτερη συζήτηση, αλλα δεν είναι κατάλληλος τοπος ένα άρθρο για να αναπτυχθεί.

Τα Γενέθλια του Γιώργου Λάνθιμου – Αναστασία Αντωνακάκη

ΕΣΩΤ./ΣΑΛΟΝΙ – ΝΥΧΤΑ Η Χ. και ο Α. κάθονται στον καναπέ. Κοιτάνε ο ένας τον άλλον. Συζητάνε. Στο βάθος, μπροστά τους, φαίνεται μία τηλεόραση. Είναι κλειστή. Χ. … Και μέσα σε όλο αυτό, αναρωτιέμαι, τι μου βρίσκεις. Α.  Εγώ έχω σταματήσει να αναρωτιέμαι τέτοια πράγματα. Αυτός είμαι και σ’ όποιον αρέσω. Οι άλλοι έξω απ’ την πόρτα. Χ. Δεν εννοώ τι βρίσκεις σ’ εμένα. Εννοώ τι βρίσκεις στην κατάσταση. Α. Δηλαδή; Χ. Σ’ αυτό εδώ, στο μεταξύ μας ρε παιδί μου. Δεν θα ήθελες να είσαι σε μία κατάσταση πιο συγκεκριμένη; Με ωράριο, αργίες, μόνιμο τόπο διαμονής; Α. Νομίζω σου έχω ξαναπεί ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι το να δείχνεις τον εαυτό σου. Χ. Δηλαδή εσύ λες ότι δεν έχει και τόση σημασία η δουλειά που κάνεις ή το αν σου αρέσει να πηγαίνεις θέατρο, αν … Α. Ναι, αυτό. Αυτά βρίσκονται. Το να δείχνεις ποιος είσαι στ’ αλήθεια, όμως – αυτό δεν βρίσκεται. Η οθόνη της τηλεόρασης που είναι μπροστά τους σιγά-σιγά φωτίζεται. Βλέπουμε ότι παίζουν σκηνές από τον Αστακό (2015) σε fast forward. Οι εικόνες αρχίζουν να κινούνται πιο αργά. Παίζουν οι σκηνές όπου o Ντέιβιντ γνωρίζει την Μυωπική Γυναίκα. Αγαπιούνται. Είναι δύο μυωπικοί. Εκείνη τυφλώνεται. Τώρα είναι ένας μυωπικός και μία τυφλή. Η εικόνα παγώνει στην σκηνή που περπατούν στον δρόμο μαζί. Η εικόνα διαλύεται. Η οθόνη της τηλεόρασης γυρίζει στο μαύρο. Η Χ. κοιτάζει τον Α. Το ένα της χέρι στηρίζει το κεφάλι της. Το άλλο είναι αφημένο στο πόδι του Α. Τον χαϊδεύει στα μαλλιά. Χ. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Ο Α. της χαμογελάει. Χ. Τουλάχιστον, έχουμε την ίδια μέρα γενέθλια. ΤΕΛΟΣ

JOKER – Mary D

Η ταινία γυρισμένη το 2019 εξελίσσεται στην πόλη του Γκόθαμ Σίτυ, γνωστή από τα κόμικς με τις περιπέτειες του Batman ενός σούπερ ήρωα που προσπαθούσε να εξολοθρεύσει το έγκλημα που υπήρχε σε αυτήν, με μόνιμο εχθρό του τον Joker έναν  παρανοϊκό κλόουν. Ο σκηνοθέτης Τόντ Φίλιπς επιλέγει να εστιάσει στον Joker παρουσιάζοντας την ζωή του από άλλη οπτική ανατρέποντας το μύθο. Ο πιο διάσημος κακός και σκοτεινός χαρακτήρας στην ιστορία των κόμικς μεταμορφώνεται σε έναν καθημερινό άνθρωπο ο οποίος πλήττεται από την κοινωνική αδικία λόγω της ιδιαιτερότητας του. Η ταινία προκάλεσε πολλά σχόλια όταν προβλήθηκε στους κινηματογράφους για τα πολιτικά μηνύματα που μετέφερε και τηνβία η οποία ήταν υπερβολική ειδικά για τους νέους. Ωστόσο η επιτυχία ήταν μεγάλη και κατάφερε να είναι υποψήφια για 11 Όσκαρ από τα οποία απέσπασε τα 2 το ένα για την καλύτερη μουσική και το άλλο Ά ανδρικού ρόλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι μια από τις λίγες ταινίες του Todd Philips με δραματικό περιεχόμενο καθώς στο παρελθόν κυρίως έχει ασχοληθεί με κωμωδίες. Έχοντας λοιπόν ένα πρόσωπο γνωστό του οποίου δεν γνωρίζουμε την ιστορία του, πλάθει από την αρχή την προσωπικότητα του και μας την παρουσιάζει με το δικό του τρόπο χωρίς να μας συγκινήσει ή να μας ταυτίσει μαζί του. Αρχικά παρατηρούμε ότι όλη η ιστορία είναι στο Γκόθαμ Σίτυ την σκοτεινή πόλη των κόμικς όπου κυριαρχεί το κακό, από τα πρώτα κιόλας πλάνα το άκουσμα ενός ραδιοφωνικού σταθμού μας εισάγει σε έναν κόσμο βρώμικο που κυριαρχεί η δυσωδία και τα ποντίκια. Η σκοτεινή φωτογραφία και οι κλόουν που υπάρχουν στο πλάνο με τα έντονα και κόκκινα χρώματα μας προκαλούν αρνητικά συναισθήματα. Αν και η φιγούρα του κλόουν παραπέμπει σε κάτι αστείο και χαρούμενο εδώ παρουσιάζεται διαφορετικά τρομάζοντας τον θεατή. Το πολύ κοντινό στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή καθώς αναφέρονται τα ποντίκια που κυριεύουν την πόλη και βλέποντάς τον να κάνει γκριμάτσες δίνουν την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένα ακόμα στοιχείοπου παρατηρείται στα πρώτα πλάνα είναι ότι αρκετά συχνά το σκηνικό θολώνει γύρω από τον πρωταγωνιστή εστιάζοντας σε αυτόν και αποκόβοντάς τον από το σύνολo. Μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά της ταινίας με ένα ασυνεχές ελλειπτικό μοντάζ έχουμε δει την δουλειά του, το πρόβλημα υγείας του και την πόλη που μένει. Έχοντας δημιουργηθεί ένα μυστήριο γύρω του περιμένουμε να να δούμε τον προσωπικό του χώρο και πως προκλήθηκε το θέμα του. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας παρατηρούμε ότι σε κάθε σκηνή παρουσιάζεται μια αντίθεση, από την μια έχει τη θέλησή να ενταχθεί στο κοινωνικό περιβάλλον, να μπορέσει να προσφέρει στους ανθρώπους γύρω του, όμως πάντα κάτι πάει λάθος και τον επαναφέρει στην κατάρρευση και του υπενθυμίζει ότι δεν είναι καλά. Όλα είναι εναντίον του χωρίς να του δίνεται η επιλογή να καλυτερεύσει την ζωή του. Δεν μας γίνεται αμέσως γνωστό τι προκάλεσε την ψυχολογική του πάθηση αλλά φαίνεται πως βιώνει την κοινωνική ανισότητα από την επίδειξη ρατσιστικής συμπεριφοράς σε βάρος του όπως επίσης και την στέρηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων του την εργασία και την υγεία. Συνεπώς είναι αναπόφευκτη η πορεία του προς το έγκλημα και την καταστροφή. Σε ότι έχει πιστέψει αναιρείται οπότε φτιάχνει έναν άλλο χαρακτήρα τον Joker όπως αποκαλέστηκε και τον κάνει πραγματικό δολοφόνο. Μπορεί οι προηγούμενοι φόνοι να ήταν ένα τυχαίο γεγονός όμως από ένα σημείο και μετά επέλεξε να γίνει τιμωρός αυτών που τον απογοήτευσαν. Μεταμορφώνεται μόνιμα σε κλόουν, υιοθετεί τον χαρακτήρα του κακού που έχει ξεσηκώσει τον κόσμο άθελά του και δρα κατά αυτών που συνέβαλλαν στην καταστροφή του. Χαρακτηριστικό είναι το κόκκινο χρώμα που προβάλλεται σε όλη την ταινία στους φωτισμούς, τα ρούχα του Joker, το αίμα για να αποτυπώσει και να τονίσει τα ψυχολογικά συναισθήματα του πρωταγωνιστή και τις καταστάσεις που ζει. Επιπλέον σε πολλά σημεία ο σκηνοθέτης τον βάζει να περνά μέσα από στενούς μακριούς διαδρόμους εγκλωβίζοντάς τον, περνώντας μας το μήνυμα της πίεσης που νιώθει και οδηγείται σε μονόδρομο χωρίς διαφυγή. Οι καθρέφτες που δεν λείπουν από κάποιες σκηνές δείχνουν τον ίδιο να κοιτά το είδωλο που έχει δημιουργήσει κατά την μεταμόρφωσή του σε κλόουν. Η σκηνή που μέσα από τον καθρέπτη απεικονίζεται ο Γουέιν μεγάλος και πίσω του ο Άρθουρ πιο μικρός δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι θα ήθελε αυτό που αντανακλά ο καθρέφτης να είναι αληθινό και να γίνει αποδεκτός από τον πατέρα του. Επιλέον τα γκρο πλάνα είναι ένα άλλο εκφραστικό μέσο για ψυχολογικές και συμβολικές ερμηνείες καθώς η αμεσότητα σκιαγραφεί το υποσυνείδητο του υποκειμένου. Για να ενταθεί όμως καλύτερα αυτή η ψυχική ανισορροπία τα πλάνα από λοξές γωνίες υπερτερούν για να μας μεταφέρουν την ανησυχία και την διαταραχή της προσωπικότητάς του. Ειδικά οι σκηνές του χορού από τις διάφορες γωνίες λήψης και την αργή κίνηση μας μεταφέρουν αυτά που αντιπροσωπεύουν και θέλουν να τονιστούν. Βασικό συστατικό αποτελεί και ο ήχος που μεταδίδει την μελαγχολική ατμόσφαιρα που απλώνεται σε όλη την διάρκεια και μας εισάγει από την μια σκηνή στην άλλη. Ο ήχος καθοδηγεί τον θεατή συναισθηματικά και τραβάει την προσοχή του σε θέματα που θέλει να αγγίξει. Η σιωπή από την άλλη χρησιμοποιείται για δραματικούς σκοπούς και εδώ υπάρχουν αρκετά σημεία που επικρατεί σιωπή ή μόνο το γέλιο του Joker δημιουργώντας ένα βαρύ κλίμα. Συνοψίζοντας τα παραπάνω στοιχεία που συντελούν για την απόδοση μια ψυχικά φορτισμένης ταινίας ο σκηνοθέτης καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή. Χωρίς να ερμηνεύονται όλα ξεκάθαρα και με τις συνεχείς ελλείψεις ανάμεσα στις σκηνές περνάει τα μηνύματα του κοινωνικού αποκλεισμού και τις συνέπειες αυτού. Καθηλώνει καιπροβληματίζει το κοινό με την ζωή κάποιου ψυχικά ασθενούς που δεν έχει επιλογές για να επιβιώσει μέσα στην κοινωνία και αφήνει ο καθένας να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Η Μουσική του Wong Kar-Wai – Αναστασία Αντωνακάκη

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου  Τελειώνει το Fallen angels (1995) και σχεδόν αμέσως, με παίρνει ο ύπνος. Τα όνειρα μου έχουν για μουσική υπόκρουση την μουσική της ταινίας. Ολόκληρη. Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου Τελειώνει το Chunking Express (1994). Δεν καταλαβαίνω και πολύ γιατί η ταινία έπρεπε να πει δύο ιστορίες. Η δεύτερη ιστορία, έτσι κι αλλιώς, φαίνεται να είναι η μοναδική. Ήταν μία εισαγωγή η πρώτη στην δεύτερη; Μου αρέσουν οι εισαγωγές, αλλά εδώ δεν ένοιωσα ότι την χρειάζομαι. Βγαίνω για ποτό. Δεν πίνω καν ποτό, είμαι πολύ κουρασμένη. Γυρίζω σπίτι. Ξαπλώνω και τα όνειρα μου έχουν για μουσική υπόκρουση το California dreaming. Δεν το ξέρω ακόμη, αλλά είναι η ταινία που θα μείνει μαζί μου πιο πολύ απ’ όλες. Τετάρτη 15 Ιανουαρίου Βλέπω το In the mood for love (2000). Το σταματάω ανά δέκα λεπτά, για να μην τελειώσει. Θέλω να ζήσω λίγο ακόμη εκεί μέσα. Δεν έχω παρατηρήσει ακόμη αρκετά, δεν τα έχω δει ακόμη όλα. Τελειώνει, γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Δυστυχώς. Ή ευτυχώς. Είμαι ξύπνια και τα ανοιχτά μου μάτια έχουν για μουσική υπόκρουση την μουσική της ταινίας. Την έχω ακούσει τόσες φορές αυτή τη μουσική – δεν ήξερα ότι είναι γραμμένη γι’ αυτήν την ταινία. Ευτυχώς, πρόλαβα να το μάθω. Σε όλες του τις ταινίες, βλέπω εικόνες απ’ την καθημερινή μου ζωή που απλώς έχουν αποτυπωθεί στην οθόνη.  Όταν περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο. Και κυρίως, όταν παρακαλάω να μην χτυπήσει. Όταν, τελικά, μιλάω στο τηλέφωνο και γύρω μου παρελαύνουν άνθρωποι, βυθισμένοι στις δικές τους τελετουργίες. Σαν να παίζω σε video clip. Όταν γνωρίζω κάποιον, που ξέρω ότι θα με απασχολήσει για πολύ καιρό. Ή αλλιώς, όταν σκέφτομαι τον Δ. και παίζει στο κεφάλι μου το Happy together(1997). Όταν “ακόμη κι αν είσαι δολοφόνος, έχεις συμμαθητές από το δημοτικό. Κάθε φορά που τους συναντάς, σου κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις”. Είμαι 5 χρόνια παντρεμένη, τα 4 συγκατοικούμε, εσύ τι κάνεις, παντρεύτηκες, όχι ε; Όταν ο τρόμος παίρνει την μορφή ενός ανθρώπου που δεν μιλάει. Όταν σκιές από όλους μου τους χρόνους γλιστράνε γύρω μου, σε όλα τα χρώματα αλλά κυρίως, σε κόκκινο. “Κάθε άνθρωπος έχει παρελθόν”. “Είναι λίγο δύσκολα τελευταία. Θέλω να αλλάξω αυτήν την συνήθεια. Δεν ξέρω αν είναι καλή απόφαση. Αλλά τουλάχιστον είναι δική μου”. Όταν παίρνω μία εντελώς παράλογη απόφαση, που είναι εντελώς λογική. Λογική και αναπόφευκτη. Όπως το να μπαίνω στο σπίτι αυτού του κάποιου που θα με απασχολήσει για καιρό και να αλλάζω θέση στα πράγματά του. Και να τα κάνω πιο όμορφα. Ή να πάω ένα ταξίδι στην Καλιφόρνια, γιατί θέλω να δω αν έχει όντως τόσο ήλιο, όσο λέει το τραγούδι. Στο Λος Άντζελες θα πάω. Το ανικανοποίητο. Σκέφτομαι την Ν., που μου έλεγε ότι η φίλη της η Ν. είχε κάνει δείπνο με θεματική “Wong Kar-Wai” και είχε φτιάξει dumplings. Σίγουρα σου ανοίγει η όρεξη για dumplings με τον Wong Kar-Wai. Και σίγουρα σου ανοίγει και η όρεξη για βόλτες, για χρώματα και για κάτι καινούργιο. Μέσα από τον έρωτα. Το ταξίδι. Την απώλεια. Πάντως κάτι καινούργιο. Κάτι καινούργιο και κάτι τυχαίο, που τελικά, δεν είναι και τόσο τυχαίο. Ποτέ δεν είναι. Η μαγεία του Wong Kar-Wai μένει μαζί σου για πάντα. Όσο κρατάει το για πάντα. Όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Η μαγεία του μένει μαζί σου για πάντα. Με μουσική υπόκρουση.

Η Συγγνώμη της Anne Charlotte Robertson – Αναστασία Αντωνακάκη

“Μία σειρά από κινηματογραφημένες απολογίες συμβαίνουν διαδοχικά, ενώ η Anne Charlotte Robertson αντιμετωπίζει την κάμερα και το κοινό με μία αίσθηση οργής, μοναξιάς και ενόχλησης, που πηγάζει από την καθημερινή της μάχη με την ψυχική ασθένεια.” – διαβάζω στο IMDb, για το Apologies (1990) της Robertson. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που το είδα – ήταν σε ένα σεμινάριο κινηματογράφου που παρακολούθησα πρόσφατα στην Αθήνα. Ήταν η στιγμή που ανοίχτηκε μπροστά μου, για πρώτη φορά σε εικόνα, ο κόσμος του ημερολογίου. Ο κόσμος της Akerman, του Mekas και της Menken. Η στιγμή που άρχισα να καταλαβαίνω το Les plages d’Agnès (2008) της Varda. Η στιγμή που άρχισε να βγάζει νόημα η μνήμη και ο συνειρμός. Που δεν βγάζουν κανένα νόημα συνήθως, αλλά, όπως λέει κι ο Lynch, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι περιμένουν από την τέχνη να βγάλει νόημα, ενώ η ίδια τους η ζωή δεν βγάζει κανένα απολύτως. Ο Lynch μου θυμίζει πάντα την Ν., γιατί τον αγαπάει πολύ και αυτή μου τον έμαθε. Δεν μπορώ ποτέ να σκεφτώ τον Lynch, χωρίς να σκεφτώ την Ν. Και η Varda μου θυμίζει πάντα την Ν., γιατί κι αυτήν την αγαπάει πολύ. Η Ν. μου είχε πει να δω το Les plages d’Agnès. Φλυαρώ, ε; Συγγνώμη που φλυαρώ και συγγνώμη αν σας γίνομαι δυσάρεστη επειδή φλυαρώ. Αυτό που διαβάζετε αυτή τη στιγμή είναι ένα κείμενο για το φιλμ της Robertson, που λέγεται Apologies και κανονικά θα έπρεπε να είναι μόνον αυτό, συγγνώμη που έχω γράψει τόσα άλλα πράγματα ενώ δεν χρειαζόταν, συγγνώμη γι’ αυτό. Συγγνώμη που βγήκα εκτός θέματος και μάλλον σας γίνομαι δυσάρεστη, γιατί δεν είμαι αυτό που περιμένατε. Ούτε εγώ είμαι αυτό που περιμένατε ούτε αυτό το κείμενο είναι αυτό που περιμένατε – αλήθεια, τι περιμένατε και γιατί; Συγγνώμη αν αυτή η ερώτηση σας φέρνει σε δύσκολη θέση. Το Apologies κάνει θόρυβο μέσα στην απλότητά του: μια γυναίκα που το’ χει χάσει, ζητάει ακατάπαυστα συγγνώμη. Μόνο της βοήθημα, μια κάμερα. Την κρατάει ή την βάζει απέναντί της. Κάπως πρέπει να απευθύνει την συγγνώμη της, άλλωστε. Η Robertson κάνει, επιτέλους, αυτό που όλοι περιμένουν από αυτήν: ζητάει συγγνώμη για ολόκληρη την ύπαρξή της. Ξέρει ότι, ό,τι κι αν κάνει, είναι λάθος. Καπνίζει πολύ, πίνει πολύ καφέ, βρίζει, δεν είναι περιποιημένη, είναι πολύ περιποιημένη, τραβάει με την κάμερα στο χέρι, δεν τραβάει με την κάμερα στο χέρι, είναι ενεργή πολιτικά, δεν είναι ενεργή πολιτικά, οδηγεί, δεν οδηγεί, είναι απολογητική, δεν είναι απολογητική, είναι ψυχικά ασθενής, δεν είναι ψυχικά ασθενής, φωνάζει, δεν φωνάζει, κοιτάζει την κάμερα, δεν κοιτάζει την κάμερα, εξαντλείται, δεν εξαντλείται, κάνει λάθη. Κάνει λάθη. Όλοι κάνουν λάθη, αλλά τα δικά της λάθη είναι ακόμη πιο ασυγχώρητα. Γιατί, έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν κάνει, είναι λάθος. Είναι και γυναίκα και συγγνώμη που το λέω αυτό. Συγγνώμη αν σας ενοχλεί που το αναφέρω αυτό το πράγμα. Υπάρχει καλύτερος τρόπος να πάρεις τον έλεγχο, από την ειρωνεία; Συγγνώμη αν αυτή η τελευταία ερώτηση σας φέρνει σε δύσκολη θέση. Συγγνώμη που η αλήθεια είναι πως, δεν με νοιάζει αν σας φέρνω σε δύσκολη θέση με αυτό που ρώτησα. Συγγνώμη που ζητάω τόσες φορές συγγνώμη, μάλλον έχω γίνει βαρετή και δυσάρεστη που έχω ζητήσει τόσες πολλές φορές συγγνώμη. Συγγνώμη γι’ αυτό. Ειλικρινά, συγγνώμη. Το Apologies μπορείτε να το δείτε εδώ: Apologies Συγγνώμη που δεν το ανέφερα νωρίτερα.  

Επισκευαστής Αναμνήσεων – Tink

Αν έλειπε αυτό το σιγανό τρυπάνισμα στο μυαλό                                                                                      Μ.ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ Πάλι λοιπόν ξανά και ξανά, διαβάζοντας τις άγραφες σελίδες της ζωής σου, προσθέτοντας κι αφαιρώντας αισθήματα, όσα έζησες κι όσα θα ήθελες να ζήσεις, γνωρίζοντας στο βάθος πως μάταια παλεύεις. “Ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά” [Γ. Σεφέρης]. Αποδέξου το λοιπόν, αν μπορείς, να βρείς τη λύτρωση. Όμως προσθέτοντας κι αφαιρώντας αισθήματα, όσα έζησες κι όσα θα ήθελες να ζήσεις, πάντα στο τέλος η ίδια διαπίστωση. “Άσπρο μέτρημα, μελανό άθροισμα” [Ο. Ελύτης]. Της ζωής σου τώρα ανατόμος, ανασκάπτοντας ιζήματα αδικαίωτων αισθημάτων, έτσι καθώς αντικρύζεις απέναντι τον ήλιο να βασιλεύει και θέλεις να κρυφτείς στα χρώματα του. Κερδίζοντας κομμάτι κομμάτι ένα παρελθόν δικό σου, που σαν τον Ιούδα εξαργύρωσες στου βίου σου την καθημερινή τριβή, που σημαίνει πως δεν το έζησες, δεν συναντήθηκες με την πραγματική ζωή που πάντα ονειρευόσουν, τη δική σου ζωή…

Ο άνθρωπος του Thomas Vinterberg – Αναστασία Αντωνακάκη

Βλέπω για δεύτερη φορά το Another Round (2020), την τελευταία ταινία του Vinterberg. Τελειώνει – η γλυκόπικρη αίσθηση που μου αφήνουν όλα όσα φτιάχνει, είναι ξανά εδώ. Το στομάχι μου σφιγμένο, το μυαλό μου ανοιγμένο, τα μάγουλά μου βρεγμένα. Και σκέφτομαι, ότι είναι ο σκηνοθέτης των αντιθέσεων. Η αθωότητα και η ενοχή. Η τρυφερότητα και η σκληρότητα. Το αδιέξοδο και η επιλογή. Η τραγωδία και η κωμωδία. Το φως και το σκοτάδι. Αφηγείται πάντα ένα παραμύθι, κάποιες φορές γλυκά, όπως στο Far From the Madding Crowd (2015), άλλες σκληρά, όπως στο It’s all about love (2003), κι άλλες παιδικά, όπως στο Dear Wendy (2005). Η κάμερα του είναι προσκεκλημένη, στο Celebration (1998), συμμέτοχη, στο The Commune (2016), ο ίδιος ο ήρωας, στο Submarino (2010) και στο The Hunt (2012). Συχνά, η κάμερα του είναι το παιδί. Που απορεί, προσπαθεί, διαμορφώνεται, εξελίσσεται. Όχι πάντα καλά. Και όχι πάντα κακά. Ο σκηνοθέτης της ισορροπίας. Αυτός που ξεκίνησε από το Δόγμα του 95 και έφτιαξε κανόνες για να παίξει. Και για να τους σπάσει. Και για να τους ξεπεράσει. Το Δόγμα είχε νόημα στην εποχή του, τώρα πια δεν έχει κάτι να μας πει. Αγαπάει να βάζει μουσική στις ταινίες του και αυτό τον δυσκόλεψε στο Celebration – γι’ αυτό, σκέφτηκε να βάλει το ανσάμπλ του να τραγουδάει. Δουλεύει μαζί με τους ηθοποιούς του, αυτοσχεδιάζουν το σενάριο, αλλάζουν φράσεις που βγάζουν νόημα στον γραπτό, αλλά όχι στον προφορικό λόγο. Μιλάει για την ισορροπία ανάμεσα στην προετοιμασία και το ένστικτο. Για τον χρόνο που χρειάζεται για να ωριμάσει το σενάριο. Για την δουλειά της ανάλυσης του χαρακτήρα. Τελικά, για την στιγμή που η μαγεία παίρνει το πάνω χέρι και συμβαίνει ο κινηματογράφος. Ισορροπία. Όχι ίσες αποστάσεις. Ο σκηνοθέτης της ειλικρίνειας. Αυτός που θα μιλήσει για τα πράγματα που ξέρει. Για παρέες ανδρών, για κοινόβια, για την χώρα του. Για τις γυναίκες, χωρίς να φετιχίζεται, αλλά και χωρίς να αρνείται ότι είναι άντρας. Για την Δανία, με τον πιο αληθινό τρόπο. Κρύο και χιόνι, που αποτυπώνεται και στην ψυχρή χρωματική παλέτα που συνήθως χρησιμοποιεί. Κλειστοί άνθρωποι, που δυσκολεύονται να εκφράσουν τι σκέφτονται, τι νοιώθουν. Παλεύουν γι’ αυτό. Η ανάγκη τους να επικοινωνήσουν και η αδυναμία τους να τα καταφέρουν, συχνά καταλήγουν σε εξαρτήσεις. Άλλωστε, τα πάντα γύρω τους ευνοούν τις εξαρτήσεις. Αδιέξοδο. Εγκλωβισμός. Κάπου εκεί, αχνοφαίνεται και η επιλογή. Οι χαρακτήρες του Vinterberg είναι ειλικρινείς, γιατί είναι ανθρώπινοι. Τους μισείς, τους δικαιολογείς, τους αγαπάς, τους αποστρέφεσαι. Ο θάνατος της κόρης του συμβαίνει μόλις ξεκινούν τα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας (Another Round, 2020). Αντί να αποσυρθεί για να πενθήσει, αποφασίζει να αλλάξει το σενάριο και να κάνει μία ταινία για να γιορτάσει την ζωή. Η τελευταία σκηνή είναι μια ωδή στην πραγματικότητα. Στο γλυκόπικρο της καθημερινότητας. Συμφιλιωμένος με την φύση του, ο ήρωας χορεύει για την αποδοχή του αναπόφευκτου. Η πιο ανθρώπινη στιγμή του Vinterberg. Γι’ αυτό, και η πιο σπουδαία. Ο σκηνοθέτης της μαγείας, μέσα από τον ρεαλισμό. Έχει έναν μαγικό τρόπο να περιγράφει το νήμα ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Πάντα μόνοι, πάντα ανάμεσα σε άλλους. Μιλάει για τις εξαρτήσεις. Για τις εξαρτήσεις που, εκεί που σταματάς να πονάς εσύ, αρχίζουν να πονάνε όλοι οι άλλοι γύρω σου. Μιλάει συχνά για την οικογένεια – σε όλες της τις μορφές. Την συμβατική, στο Another Round. Την διαλυμένη, στο Submarino. Την διευρυμένη, στο The Commune. Την υποκριτική, στο Celebration. Την επικίνδυνη, στο The Hunt. Την επικίνδυνη παντού, μάλλον, εδώ που τα λέμε. Ο Vinterberg είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες, γιατί είναι βαθιά συναισθηματικός, χωρίς να το κάνει θέμα. Απλώς, είναι. Το Another Round τελειώνει – ο ήρωας έχει μεγαλώσει. Και μαζί του, έχω μεγαλώσει κι εγώ.

Τί μας Αφηγείται ένας πίνακας ; – Mary D

Το αίνιγμα ενός χρησμού – 1910 – Giorgio de Chirico Ulysses and Calypso – Arnold Böcklin 1883 Στις αρχές του 20ου αιώνα στην Ιταλία παράλληλα με τον Φουτουρισμό μια νέα καλλιτεχνική τάση ξεπροβάλει η οποία αποκαλείται «Μεταφυσική Ζωγραφική» με κύριο εκπρόσωπό της τον Giorgio de Chirico. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Ελλάδα και έζησε εκεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του ως την ενηλικίωση. Μετά τις σπουδές του στη ζωγραφική βρέθηκε στο Μόναχο όπου οι πίνακες με το μυθολογικό-ονειρικό περιεχόμενο του Arnold Bocklin τράβηξαν το ενδιαφέρον του. Οι ήδη υπάρχουσες επιρροές του από τους Έλληνες φιλοσόφους και την ελληνική μυθολογία στην αρχή και έπειτα από τον Nietzsche ο οποίος μιλά για την ομορφιά που κρύβει ο ονειρικός κόσμος που φτιάχνει ο κάθε άνθρωπος, χτίζοντας εκεί μια νέα πραγματικότητα, ο de Chirico παίρνει τα πρώτα του ερεθίσματα. Λίγο αργότερα μελετώντας και τον φιλόσοφο Schopenhauer που γράφει ότι για να έχει κάποιος πρωτότυπες ιδέες πρέπει να μείνει μόνος ώστε κάποια συνηθισμένα πράγματα να τα δει με άλλο μάτι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η λογική είναι ενάντια στην τέχνη. Όλοι αυτοί λοιπόν ήταν το έναυσμα για το ξεκίνημά του σε μια μεταφυσική ζωγραφική. Στη Φλωρεντία λοιπόν δημιουργεί το έργο για το οποίο γίνεται λόγος «Το αίνιγμα ενός χρησμού» που είναι επηρεασμένο από το «Οδυσσέας και Καλυψώ» (1882) του Bocklin όπου αναπαριστά μια σκηνή από την «Οδύσσεια» του Όμηρου. Στα δύο έργα παρατηρούμε κοινά στοιχεία ως προς τη θεματολογία τους που είναι επηρεασμένη από τη μυθολογία, τα σκούρα χρώματα, τις ανθρώπινες φιγούρες ενώ αυτό που τα διαφοροποιεί είναι ότι ο de Chirico με τον τίτλο που βάζει και με τον τρόπο που εκθέτει το άγαλμα θέλει να παντρέψει το μύθο με το μυστήριο. Αντιλαμβανόμαστε στα έργα του μια σύζευξη της τέχνης με την φιλοσοφία και αυτό είναι που τον κάνει ξεχωριστό. Η είσοδός του σε ένα κόσμο συμβολικό και ονειρικό είναι που τον κατέστησε πρόδρομο του Σουρεαλισμού. Αναλύοντας περαιτέρω τον πίνακα του, θα λέγαμε ότι στην ζωγραφική του αναδύεται μια Αναγεννησιακή προοπτική όχι για να αποδόσει ρεαλιστικά το έργο αλλά για να δώσει μια φιλοσοφική ερμηνεία (Χαραλαμπίδης, 2018). Σε πρώτο επίπεδο παρατηρούμε αριστερά ένα άγαλμα το οποίο το βλέπουμε από πίσω τυλιγμένο με ένα μανδύα και δεν διακρίνεται καθαρά αν υπάρχει κεφάλι, γι’ αυτό το λόγο θα το χαρακτηρίζαμε ανδρείκελο, ενώ από πάνω του σε τριγωνικό σχήμα είναι μια κουρτίνα η οποία δίνει την αίσθηση ότι κινείται από τον αέρα. Από την δεξιά πλευρά πίσω από μια μαύρη κουρτίνα με ορθογώνιο σχήμα, αποκαλύπτεται ένα άσπρο κεφάλι από ένα αρχαίο άγαλμα που μοιάζει να είναι σκυμμένο προς το μέρος μας ενώ η κατασκευή του, δίνει μια μαρμάρινη αίσθηση. Ανάμεσά τους υπάρχει το δάπεδο και ο τοίχος που είναι και αυτά ορθογώνια, στα οποία οι μαύρες γραμμές κάθετες και οριζόντιες δημιουργούν παραλληλόγραμα. Γενικά παρατηρούμε γεωμετρικά σχήματα σε όλη την σύνθεση γιατί ο De Chirico ήθελε να δώσει έναν αρχιτεκτονικό σχεδιασμό στα έργα του και επιπλέον τα θεωρούσε συμβολικά ως προς τα μηνύματα που ήθελε να περάσει (Χαραλαμπίδης, 2018). Οι μορφές διατηρούν μια αποστάση μεταξύ τους, φαίνονται αποξενωμένες και εδώ είναι που δημιουργείται το αίνιγμα. Όλα αυτά τα στοιχεία σου δημιουργούν την εντύπωση ότι βρίσκονται κάπου ψηλά αφού ο ουρανός με τα άσπρα πυκνά σύννεφα είναι στο ίδιο ύψος, ενώ η πόλη, τα βουνά και ίσως η θάλασσα που διακρίνονται στο βάθος αριστερά είναι μικρά, πυκνά και σου δίνουν μια αίσθηση μακρινή. Αυτό το κομμάτι είναι σαν ένας άλλος πίνακας μέσα στον πίνακα αφού έχει διαφορετικά χρώματα από αυτά που κυριαρχούν στο πρώτο επίπεδο και απεικονίζει την υποκειμενική ματιά της φιγούρας που δείχνει ότι τον κοιτάει. Παρατηρούμε επίσης ότι ο πίνακας που απεικονίζει την πόλη είναι λουσμένος από το φως της ημέρας ενώ τα πιο σκούρα χρώματα που υπάρχουν στο υπόλοιπο μέρος του αποπνέουν μια σκοτεινιά σαν σε εκείνο το μέρος να έχει δύσει ο ήλιος. Τέλος είναι ευδιάκριτο ότι το έργο είναι μια αναπαράσταση καθώς τα στοιχεία που το συντελούν είναι οικεία και ευανάγνωστα όμως αποδίδεται με μια αινιγματική ατμόσφαιρα, είναι αυτό που ο καλλιτέχνης ήθελε να φτιάξει μια μεταφυσική ζωγραφική που τα νοήματα που θα βγαίνουν από αυτήν, θα υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική. Αδιαμφισβήτητα είναι ένα έργο γεμάτο συμβολισμούς με το οποίο ο καλλιτέχνης δείχνει την δική του οπτική στα πράγματα. Χρησιμοποιώντας τον μύθο καταφέρνει να αποδώσει την αποξένωση, την μοναξιά, την συμβολική φόρτιση και την «αθεράπευτη ανθρώπινη ανησυχία» όπως έλεγε ο Breton (Χαραλαμπίδης, 2018). Χαρακτηριστικά αυτό φαίνεται από το κεφάλι του αγάλματος που καταρχήν είναι κομμάτι του αρχαίου κόσμου και ταυτόχρονα μέσα από το άσπρο και ψυχρό του υλικό από πέτρα παραπέμπει στην απομόνωση. Αν λάβουμε υπόψη μας και το γεγονός ότι είναι κρυμμένο πίσω από μια κουρτίνα ίσως μεταφερθούμε σε μια απόλυτη απομάκρυνση των πολιτισμικών μας στοιχείων. Επιπλέον το ανδρείκελο που εκτίθεται από την άλλη πλευρά είναι και αυτό ένα σώμα άψυχο και μηχανικό επηρεασμένο από την σύγχρονη εποχή. Ένα απόλυτο κενό επικρατεί ανάμεσα τους χωρίς να υπάρχει καμιά δράση σύμφωνα με τον Giuliano Briganti και συμπληρώνει ότι είναι ένα αίνιγμα που δεν περιμένει απάντηση αλλά παραμένει σταθερό (Χαραλαμπίδης, 2018). Υπάρχει επίσης μια αντίθεση ανάμεσα στο παλιό και στο νέο την οποία πετυχαίνει ο De Chirico με βάση την άποψη της Coen που υποστηρίζει ότι όταν συγκρούονται αντίθετα πράγματα τα οποία είναι οικεία, εκδηλώνεται κάτι νέο μια άλλη πραγματικότητα (Χαραλαμπίδης, 2018). Ωστόσο μια άλλη ερμηνεία του έργου είναι ότι το ανδρείκελο αντιπροσωπεύει τον καλλιτέχνη- φιλόσοφο που παρατηρεί τον κόσμο από ψηλά προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις στα μυστήρια που συμβαίνουν, ενώ το άγαλμα που είναι πίσω από την κουρτίνα δείχνει την κρυφή πλευρά της ύπαρξης (Ψήφας,2015). Συγκεκριμένα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καλλιτέχνης εδώ εμπνέεται από την φιλοσοφία και θέλει να περάσει νοήματα που θα προβληματίσουν το θεατή δείχνοντας μια άψυχη φιγούρα να κοιτάει μια πόλη στην οποία ο ίδιος δεν συμμετέχει αλλά βρίσκεται εκεί ψηλά αμόλυντος και αποστασιοποιημένος από τα προβλήματα του πραγματικού κοσμου όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι που περιέγραφε ο Πλάτωνας, αναλογιζόμενος, αν θα κατέβει να βοηθήσει. Άπο την άλλη μεριά οι άνθρωποι που είναι κρυμμένοι και απομονωμένοι μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν την ζωή αντικατροπτίζονται σαν πέτρινα ψυχρά αγάλματα που μένουν

Η Σταυρωμένη Πατρίδα του Νίκου – Tink

Εσύ βροντοφώναζες εκείνο το βράδυ το τραγούδι μας μέσα στο μαγαζί. Έχεις την ελπίδα να άκουγες την ίδια σου τη φωνή μέσα στον χαμό που γινόταν. Εγώ καθόμουν αγκαλιά με τη Μαρία, κρατώντας σφιχτά το ποτήρι με το κρασί στο χέρι, λες και θα μου το άρπαζε κανείς. Σε χάζευα υπνωτισμένη. Χανόσουν μέσα στις μελωδίες, τους ανθρώπους και τους καπνούς απ’ τ’ αποτσίγαρα με κάθε λεπτό που περνούσε. Μέχρι σήμερα αναρωτιέμαι πώς σε συνέπαιρνε έτσι ο ρυθμός, οι στίχοι του τραγουδιού σαν να ήταν γέννημα δικό σου. Πώς κατάφερνες και ξέφευγες με τέτοια ευκολία ενώ το ίδιο βράδυ προηγουμένως είχες χάσει για λίγο τον κόσμο κάτω από τα πόδια σου; Η μέρα σου ήταν δύσκολη. Τουλάχιστον αυτό είχες πει. Η δουλειά σε λύγισε, μάλωσες με τους δικούς σου και η σπιτονοικοκυρά σε έδιωχνε από το σπίτι για να το κάνει AirBnb ο γιος της. Σπάνια πρόδιδες ένα τέτοιο αίσθημα ευχαρίστησης στη ματιά σου. Ένα ηδονικό σύνολο που συντόνιζε τόσο αρμονικά τη ψυχή και το σώμα ήταν τουλάχιστον αναζωογονητικό. Πόσες φορές έχεις την ευκαιρία να συνειδητοποιείς ότι ζεις τη στιγμή, τη ζωή τώρα που τη βλέπεις να εκτυλίσσεται μπροστά σου και είσαι εκεί, εσύ πρωταγωνιστής. Αισθάνθηκα οριακά ενοχές που τόλμησα να θελήσω να βιώσω λίγη απ’ αυτή σου την απόλαυση. Σε θυμάμαι… καμία φορά ο καπνός θόλωνε τη φιγούρα σου. Εγώ ακόμα εδώ κι εσύ εκεί, όμορφος στον κόσμο σου. Άλλαζε ο φωτισμός και άλλαζες μαζί του χρώματα. Χόρευες και ήταν σαν να ανέπνεες μέσα σου τις νότες, τις έκανες κτήμα σου και τις μετέφραζες σε έναν χορό που καταλάβαιναν όλοι. Μας χώριζαν μερικά απρόσωπα κορμιά και η ζεστασιά του αλκοόλ που μας περιέβαλε. Πού βρισκόμασταν; Λίγες ώρες μέχρι να τελειώσει το όνειρο κι επιστρέψουμε σε μια πραγματικότητα, της δουλειάς, των υποχρεώσεων της συνήθειας και της ασφάλειας. Μα, δε θέλω άλλη ησυχία! Φαύλες πολιτείες, φαύλοι άνθρωποι και αναστήματα που αυτοί γερά κρατάνε. Πώς ήθελα να ξεχυνόμουν μαζί σου στη σκηνή, να έβλεπα τις σκιές μας να χορεύουν, να φλερτάρουν και να λικνίζονται μεταξύ τους. Δε μας τυχαίνουν έτσι απλόχερα πολλές στιγμές ξεγνοιασιάς όπως αυτή που προσέφερες. Εκεί κι τότε, εδώ και τώρα. Κι εγώ να κάθομαι να αγχώνομαι για το αύριο; Ψεύτικα βρίσκω να με παρηγορώ με κυνικές χαζομάρες. Είναι επειδή έχει συνηθίσει το βλέμμα σε ραγισμένες βιτρίνες καταστημάτων και πληγωμένες καρδίες, σιωπηλές κραυγές σιωπής, υποσχέσεις που δόθηκαν πριν τα μεσάνυχτα και μια ματαιότητα για τα πράγματα που δύσκολα αλλάζει. Καθεστώτα άναρχα και τσαπατσούλικα ενωμένα, μπερδεμένα που συνθέτουν τα περίπλοκα Εγώ και ψυχοσύνθεσή μας. Μια προσπάθεια ανεπιτυχούς συνήπαρξής τους, για την ώρα. Έτσι μάθαμε; Μπορεί κάποια στιγμή να ξέραμε, όταν τα πράγματα έμοιαζαν πιο απλά. Έτσι είναι η δεκαετία των 20s; Όλα για την επιμέλεια και κατάκτηση μιας κοσμιοτάτης αγωγής για τις “φυλακές” και τους “φύλακές” της, των κρατούμενων τους εντός κι εκτός των θεωρητικά ελεύθερων ανθρώπων τους; Ανυπομονώ να αποδράσουμε. Ισχύει πως μόλις συνειδητοποιείς την ασημαντότητα όσων καθιστούν τον κόσμο που ξέρεις ως σήμερα, τότε το σύμπαν γίνεται δικό σου; Δεν έχεις τίποτα να χάσεις, σου “ανήκουν” όλα και ταυτόχρονα τίποτα. Τρεχάματα πάνω-κάτω στο δωμάτιο, τα ξυπόλυτα πόδια τρίβονται στο σκονισμένο ξύλινο πατάρι και διαμαρτύρονται τρίζοντας κάθε λίγο και λιγάκι στο πάτωμα. Έχει συγκεκριμένα αδύναμα “σημεία” που με τα βήματά σου, σα βιρτουόζος που είσαι, μεταπηδάς χαριτωμένα από το ένα στο άλλο. Συνθέτεις στο ξυλόφωνό σου ήχους που μόνο σε σένα βγάζουν νόημα. Σπάει λίγο το χείλος, καταλαβαίνεις το παιχνίδι. Αυτό έχουμε μόνο, στιγμές. Κάτι πάει στραβά στην υπόθεση και δεν είναι το παλιό ξύλινο πάτωμα και η τόσο δα μικρή γωνία που προεξέχει και σκοπό της έχει να σε καρφώνει τη φτέρνα αφήνοντας πίσω δυό – τρεις σταγόνες αίμα σε αντίθεση με αυτή του Αχιλλέα… Μήπως ούτε με ένα χαλάκι η προεξοχή στο πάτωμα δε διορθώνεται; Να βρούμε άλλη λύση τότε ή να φτιάξουμε κάτι καινούριο. Θα χαζεύουμε για πολύ ακόμα αναρωτώμενοι πως αυτό δεν είναι για εμάς και δε μας ταιριάζει; Εκεί που συμφωνούν κατά κάποιον τρόπο το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι στη σχετική, μονογαμική πια και συντηρητική σχέση που έχουμε μαζί τους. Είναι οι στιγμές του τώρα που γίνονται αναμνήσεις κι αυτές οι αναμνήσεις μπορούν και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό αυτές που θα ‘ρθουν. Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να χορέψω, αλήθεια! Δύο εβδομάδες να σε ερωτευτώ κι δύο μήνες να σε αγαπήσω. Λες να χρειάζεται πρώτα να σε αγαπήσω κι μετά να σε ερωτευτώ; Δεν έχει σημασία. Τώρα ανακαλύπτουμε τι υπάρχει εκεί έξω κι μέχρι στιγμής ακολουθούμε την πεπατημένη, χωρίς πολλές αμφιβολίες. Ή με πάρα πολλές. Δεν έχει ενδιάμεσο. Θέμα χρόνου βέβαια μέχρι και το “νέο” που έρθει να μας φανεί κι αυτό συντηρητικό. Μελετάμε την ιστορία για να αποφύγουμε λάθη και ταυτόχρονα μοιάζει να είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε τα ίδια. Είναι σαν τη σχέση που έχει ο καθένας με το “Θεό” του. Προσωπική, μητρική, πατρική, αδελφική, ερωτική, καθαρτική και σημαντικά καθοριστική. Ο χρόνος είναι σχετικός. Να ξες πως κάθε φορά που παίζει στο μυαλό μου το σενάριο αυτό, θα συνεχίζω να επιλέγω να σηκωθώ να μοιραστώ μαζί τη σκηνή μαζί σου. Κάθε φορά. Κι αν δεν τα κατάφερα σε αυτό το σύμπαν, θα τα έχω καταφέρει σε ένα παράλληλό του. Το κλειδί το πήραμε, μένει τώρα να δοκιμάζουμε ποιες πόρτες ξεκλειδώνει…