Bridgerton: Το ροκοκό στη μικρή οθόνη – Μαίρη Τζέιν

Λίγες μέρες πριν βγήκε στον αέρα του Netflix το πρώτο μέρος του τρίτου κύκλου της σειράς Bridgerton. Για όσους δεν γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται η σειρά, η πλοκή είναι αρκετά απλή, καθώς ακολουθούμε τις ζωές των οκτώ αδελφών της ομώνυμης οικογένειας στην υψηλή κοινωνία του Λονδίνου. Κάθε σεζόν και ένα διαφορετικό κεντρικό ειδύλλιο, ίντριγκες, κουτσομπολιά και πολλοί βασιλικοί χοροί. Πρόκειται για μια από τις πιο ευχάριστες -στο μάτι- σειρές των τελευταίων ετών, κατά την ταπεινή άποψη αυτής της συγγραφέως (αν έχεις δει έστω λίγο από τη σειρά, κατάλαβες την αναφορά). Πέραν της βατής, ευχάριστης πλοκής, η σειρά Bridgerton συνδέει με έναν τρόπο υπέροχο τα παστέλ χρώματα με την αριστοκρατία της εποχής και τα μουσικά κουαρτέτα των βασιλικών χορών με τη σύγχρονη μουσική βιομηχανία. Μελετώντας -ακόμη και επιφανειακά- την αισθητική η οποία παρουσιάζεται, δεν είναι υπερβολή να χαρακτηρίσει κανείς τη συγκεκριμένη παραγωγή ως επιτηδευμένα επηρεασμένη από το ροκοκό. Το ροκοκό είναι ένα στυλ διακοσμητικής και εικαστικής τέχνης που εμφανίστηκε τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία και τη Γερμανία. Χαρακτηρίζεται από τη χρήση παστέλ χρωμάτων, λεπτών καμπυλών και παιχνιδιάρικων διακοσμήσεων. Το ροκοκό συνδέεται συχνά με τις επιπόλαιες και παρακμιακές υπερβολές της αριστοκρατίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου XV. Επηρέασε διάφορες μορφές τέχνης, συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της εσωτερικής διακόσμησης, και είναι γνωστό για τις ιδιότροπες και ευφάνταστες απεικονίσεις της φύσης, της μυθολογίας και της καθημερινής ζωής της υψηλής κοινωνίας. Jean-Honoré Fragonard The swing, 1766 Elisabeth Vigée-Le Brun Queen Marie Antoinette, 1783 Βλέποντας μόλις ένα επεισόδιο του Bridgerton, ο καθένας αντιλαμβάνεται πως το παραπάνω θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί και ορισμό της ίδιας της σειράς. Το δεύτερο μέρος του τρίτου κύκλου αναμένεται να δοθεί στο κοινό στις 15 Ιουνίου.
Χρωματική Θεωρία και Κινηματογράφος | Πώς η παλέτα επηρεάζει τα συναισθήματά μας – Μαίρη Τζειν

Η χρήση του χρώματος στις ταινίες δεν αποτελεί απλώς ένα αισθητικό μέσο, αλλά και ένα βασικό εργαλείο για την αφήγηση της ιστορίας. Τα χρώματα στην οθόνη χρησιμοποιούνται για να “δρομολογήσουν” και να εντείνουν τα συναισθήματά μας. Από τα φωτεινά, ευφάνταστα χρώματα των ταινιών επιστημονικής φαντασίας μέχρι τις θαμπές, σοβαρές αποχρώσεις μιας θλιβερής ιστορίας, τα χρώματα βοηθούν στην αφήγηση μιας ιστορίας χωρίς τη χρήση λέξεων ή πράξεων. Είναι οι ξεχασμένοι ήρωες των ταινιών. Οι άνθρωποι δεν τα παρατηρούν πάντα, αλλά έχουν μεγάλη επίδραση. Η ψυχολογία των χρωμάτων έχει να κάνει με το πώς τα διάφορα χρώματα κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται και πώς αντιδρούν σε αυτά. Αυτή η ιδέα δεν αφορά μόνο στην τέχνη- βασίζεται στην ψυχολογία και τη μελέτη του εγκεφάλου. Η μετάβαση από τον ασπρόμαυρο στον έγχρωμο κινηματογράφο δεν ήταν απλώς μια τεχνική βελτίωση. Άνοιξε νέες δυνατότητες για την αφήγηση ιστοριών. Επέτρεψε στους κινηματογραφιστές να χρησιμοποιούν τα χρώματα για να δείξουν πιο αποτελεσματικά συναισθήματα και ιδέες, κάνοντας τις ιστορίες τους πιο πλούσιες και πιο ενδιαφέρουσες. Στις ταινίες, όπως αναφέρθηκε, τα χρώματα μπορούν να εκφράσουν συναισθήματα χωρίς τη χρήση λέξεων. Για παράδειγμα, το κόκκινο και το κίτρινο μπορούν να προκαλέσουν συναισθήματα ζεστά και οικεία. Το μπλε και το πράσινο μπορούν να συνοδεύουν συναισθήματα ηρεμία ή ακόμη και λύπης. Τα χρώματα στις ταινίες μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αισθάνονται χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τα πράγματα και το πώς αισθάνονται συναισθηματικά. Μελέτες στην ψυχολογία των χρωμάτων δείχνουν ότι συγκεκριμένα χρώματα μπορούν να κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται και να σκέφτονται με συγκεκριμένους τρόπους, επειδή επηρεάζουν τον εγκέφαλο. Για παράδειγμα, η χρήση μπλε χρωμάτων σε μια εικόνα μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται γαλήνιοι και σκεπτόμενοι. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη ενός χρώματος σε μεγάλη έκταση, μπορεί να σημαίνει και κάτι το διαφορετικό από το δεδομένο. Ενδεικτικά, η έντονη χρήση κόκκινων χρωμάτων μπορεί να φέρει κάποιο συναίσθημα έντασης και επαγρύπνησης. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα χρώματα στις ταινίες είναι σημαντικός για να μπορέσει ο θεατής να νιώσει ότι είναι πραγματικά μέρος της ιστορίας. Το μέλλον των χρωμάτων στις ταινίες είναι εξίσου φωτεινό και συναρπαστικό με τα χρώματα που βλέπουμε στην οθόνη. Η νέα τεχνολογία καθιστά δυνατή τη χρήση των χρωμάτων στις ταινίες με διαφορετικούς και καλύτερους τρόπους και επιτρέπει στους σκηνοθέτες να είναι πιο δημιουργικοί. Αδιαμφισβήτητα, το χρώμα από μόνο του (καθ)ορίζει τις ζωές μας, πόσο μάλλον όταν αναφερόμαστε σε μια αναπαραστατική και παρούσα στη ζωή μας τέχνη, όπως ο κινηματογράφος.
Δημήτρης Χορν – ευγενία (Ζένια) Σοφία

«Δεν αρκεί να θέλεις κάτι. Πρέπει να είσαι και έτοιμος να παλέψεις γι’ αυτό» Ο Δημήτρης Χορν (9 Μαρτίου 1921 – 16 Ιανουαρίου 1998), εμβληματική μορφή του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, κοσμούσε τόσο τη σκηνή όσο και την οθόνη με ένα απαράμιλλο ταλέντο, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στον κόσμο της τέχνης. Γεννημένος στην Αθήνα, το ταξίδι του Χορν στην υποκριτική ξεκίνησε με προορισμό την επιτυχία. Από τις αρχές σαγήνευσε το κοινό με την επιβλητική παρουσία του και τις βαθιές ερμηνείες του. Η σχέση του με τη σκηνή άνθισε σε νεαρή ηλικία, τροφοδοτούμενος από το πάθος για την αφήγηση και για τις αποχρώσεις του ανθρώπινου συναισθήματος. Εξέλιξε την τέχνη του, σπουδάζοντας στο Εθνικό Θέατρο και αργότερα έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Το μαγνητικό του χάρισμα και το ακατέργαστο ταλέντο του τράβηξαν γρήγορα την προσοχή, ωθώντας τον στο προσκήνιο ως έναν από τους πιο σεβαστούς ηθοποιούς της Ελλάδας. Το όνομά του συνδυάστηκε με την ηθοποιό Έλλη Λαμπέτη, που από το 1952 σύναψαν σχέση και κράτησε για 7 χρόνια. Το πρώτο συναίσθημα που ένιωσαν όταν γνωρίστηκαν ήταν η αντιπάθεια, αλλά σύντομα εξελίχθηκε σε ένα θυελλώδη έρωτα. Όταν χώρισαν οι θαυμαστές τους δυσαρεστήθηκαν, αλλά ποτέ δεν μαθεύτηκε ο λόγος που διάλεξαν διαφορετικούς δρόμους. Δεν είχαν καμία επαφή από τον χωρισμό τους κι έπειτα, ενώ από τότε δεν έπαιξαν ξανά μαζί. Σε όλη τη λαμπερή καριέρα του, ο Χορν διέσχισε αβίαστα τα πεδία της τραγωδίας και της κωμωδίας, δίνοντας ζωή σε διαφορετικούς χαρακτήρες. Είτε αναπαριστούσε βασανισμένες ψυχές του κλασικού ελληνικού δράματος είτε τους ιδιότροπους πρωταγωνιστές του σύγχρονου θεάτρου, εμπότιζε κάθε ρόλο με μια σπάνια αυθεντικότητα και βάθος. Με αυτόν τον τρόπο, κέρδισε ευρεία αναγνώριση. Εκτός από τη θεατρική του ικανότητα, ο Χορν άφησε επίσης ανεξίτηλο σημάδι στον κόσμο του κινηματογράφου, πρωταγωνιστώντας σε πολυάριθμες αναγνωρισμένες ταινίες που ανέδειξαν την ευελιξία του ως ηθοποιό. Από συγκλονιστικά δράματα μέχρι κωμωδίες, η παρουσία του στην οθόνη ήταν μαγνητική, καθηλώνοντας κοινό και κριτικούς. https://pukkartstudio.com/wp-content/uploads/2024/04/8d0fc1fa-7433-48f1-a6d4-70cc62f86648.mp4 Ωστόσο, πέρα από τα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα, ο Δημήτρης Χορν ήταν επίσης σεβαστός για την ταπεινοφροσύνη, την ευγένεια και την ακλόνητη δέσμευσή του στην τέχνη του. Ήταν μέντορας για αμέτρητους ηθοποιούς, μοιράζοντας γενναιόδωρα τη σοφία και την καθοδήγησή του στην επόμενη γενιά. Η κληρονομιά του Δημήτρη Χορν παραμένει μια απόδειξη της δύναμης της αφήγησης και του διαρκούς αντίκτυπου μιας ζωής αφιερωμένης στις τέχνες. Συνεχίζει να ζει στις καρδιές όλων εξαιτίας της λάμψης του, του πάθους του και της ακλόνητης δέσμευσής του στην τέχνη. Τιμήθηκε από την ελληνική πολιτεία με το μετάλλιο του Χρυσού Σταυρού Γεωργίου Α΄. Το 2000 καθιερώθηκε στη μνήμη του το «Βραβείο Χορν», το οποίο απονέμεται στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους άνδρες ηθοποιούς κάθε χρονιάς. Ευγενία (Ζένια) Σοφία
Περλ και Μαξίν – Όταν ο τρόμος συναντά τον παλιό κινηματογράφο – μαίρη Τζέιν

Εν όψει της κυκλοφορίας της Maxxxine φέτος τον Ιούνιο, κρίνεται αναγκαία η επαναπαρακολούθηση των ταινιών “Pearl” (2022), και “Χ”, οι οποίες αποτελούν την πεμπτουσία της καριέρας της Mia Goth ως πρωταγωνίστρια. Πρόκειται για μια τριλογία ενός ονείρου βαμμένο με αίμα και παράνοια. Το ιδιαίτερο νουάρ στυλ του σκηνοθέτη, Ti West, είναι αυτό το οποίο κάνει αυτές τις ταινίες ξεχωριστές. Σαφώς, δεν μιλάμε για οσκαρικού βεληνεκούς παραγωγές, αλλά για έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα που δεν συναντάται στις σύγχρονες ταινίες τρόμου. Κάθε πλοκή εκτυλίσσεται σε διαφορετική δεκαετία και κρατά λίγο από τον χαρακτήρα του παλιού κινηματογράφου. Για παράδειγμα, στην ταινία Pearl, που αποτελεί και το origin story της αιματηρής περσόνας της Maxine, οι χαρακτήρες δανείζονται την υποκριτική των σταρ του 60, με αυτήν την ιδιαίτερη έμφαση στο λόγο και την αφύσικη λυρικότητα. Τι είναι όμως αυτές οι ταινίες; Ποια είναι, τέλος πάντων, η ιστορία της Περλ-Μαξίν και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτήν; Ξεκινώντας από την ταινία Pearl, συναντάμε την πρωταγωνίστριά μας παγιδευμένη στο απομονωμένο αγρόκτημα της οικογένειάς της, όπου πρέπει να φροντίζει τον άρρωστο πατέρα της υπό την επιτήρηση της αυταρχικής μητέρας της. Είναι ένα κορίτσι με πολλές φιλοδοξίες και ένα μεγάλο όνειρο: να καταφέρει να γίνει αστέρι του σινεμά. Η καταπίεση και η ματαιόδοξη φύση της την οδηγούν στη γέννηση του πραγματικού της εαυτού. Συνεχίζοντας με την ταινία “Χ”, μια ομάδα ηθοποιών και ένα μικρό κινηματογραφικό συνεργείο φτάνουν σε μια αγροικία που κατοικείται από ένα ηλικιωμένο ζευγάρι στην έρημη εξοχή του Τέξας για να γυρίσουν μια ταινία. Αργότερα, οι επισκέπτες συνειδητοποιούν σιγά σιγά ότι δεν είναι ασφαλείς και ότι στοχοποιούνται από έναν κοντινό εχθρό. Φτάνοντας στην επικείμενη ταινία “Maxxxine”, καταλήγουμε στο Χόλιγουντ, όπου η Maxine Minx, αποκτά -επιτέλους- τη μεγάλη ευκαιρία που έψαχνε για την καριέρα της. Αλλά καθώς ένας μυστηριώδης δολοφόνος καταδιώκει τις επίδοξες στάρλετ του Χόλιγουντ, ένα ίχνος αίματος απειλεί να αποκαλύψει το σκοτεινό παρελθόν της. Μία ενδιαφέρουσα πληροφορία είναι ότι την επομένη της πρεμιέρας του X, ο Ti West αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια μιας υποχρεωτικής καραντίνας δύο εβδομάδων COVID-19 στο ξενοδοχείο του στη Νέα Ζηλανδία (όπου γυριζόταν η ταινία), έγραψε ένα prequel, το Pearl. Η εταιρία παραγωγής έδωσε το πράσινο φως για την ταινία πριν ακόμη ολοκληρωθεί η παραγωγή του “X”, με τις δύο ταινίες να κυκλοφορούν με λίγους μήνες διαφορά, το 2022. Παρόλα αυτά, οι χρονολογίες δεν συνάδουν φαινομενικά μεταξύ τους, καθώς η Περλ δρα κατά το 1918 και η Μαξίν τη δεκαετία του ‘70. Παρόλα αυτά, αν αυτές οι ταινίες έχουν να μας δώσουν κάτι το πιο βαθύ πέραν της τρέλας που ακολουθεί ένα αμερικανικό όνειρο, αυτό είναι η ιστορία μιας καταπιεσμένης γυναίκας, η οποία εμμένει τα κοινωνικά στερεότυπα που τη θέλουν σεμνή και κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού. Η Περλ, τουλάχιστον, δείχνει ακόμη και συναισθήματα αγάπης για τον πατέρα της και τον σύζυγό της, ακόμη και όταν η τρέλα έχει καταβάλει το μυαλό της. Αποτελεί ένα -σχεδόν σουρεαλιστικό μέσα στη δυστοπία του- πορτραίτο γυναίκας της εποχής, όπου η προσωπική ευτυχία θυσιάζεται στο βωμό των υποχρεώσεων. Τέλος, η εμβληματική σκηνή πίσω από τους τίτλους τέλους της ταινίας, όπου η Περλ χαμογελά πλατιά επί περίπου πέντε λεπτά αδιάκοπα, πέραν του ότι μας δίνει αυτό το αίσθημα ανησυχίας, είναι σαφώς ένα έμβλημα της πατριαρχικής απαίτησης η γυναίκα να χαμογελά πάντα για τα μάτια του άντρα της, διότι “αυτή είναι η θέση της”.
Απάχηδες των Αθηνών – Mary D

Οι «Απάχηδες των Αθηνών», η ταινία του Δ. Γαζιάδη που γυρίστηκε το 1930 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες του πρώιμου ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που συνοδευόταν από ηχογραφημένη μουσική και τραγούδια ακολουθώντας τα βήματα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Όμως δεν είναι μόνο αυτό το γεγονός που την κάνει να ξεχωρίζει και να την χαρακτηρίζει αριστούργημα της εποχής. Ο σκηνοθέτης σε μια δύσκολη οικονομικά εποχή δεν αρκείται στα γυρίσματα μέσα στο στούντιο αλλά καταφεύγει και σε εξωτερικά καταφέρνοντας να αποτυπώσει το κλίμα της εποχής, της Αθήνας του μεσοπολέμου που μαρτυρούν τις καταστάσεις που επικρατούσαν τότε και αποτελούν ντοκουμέντα. Καθώς η ταινία διαδραματίζεται στις φτωχογειτονιές της παλιάς Αθήνας βλέπουμε να προβάλλονται όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την αθλιότητα της πόλης. Η διεύθυνση φωτογραφίας της ταινίας συνδράμει σε αυτό αφού στο μεγαλύτερο μέρος της παρατηρούμε έντονες σκιές από τα μισογκρεμισμένα σπίτια που αποτυπώνονται στα στενά δρομάκια της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος της συνοικίας είναι σκοτεινό αφού το φως δείχνει ότι δεν περνάει μέσα σ΄ αυτή και οι άνθρωποι σαν τα ποντίκια περιφέρονται στα στενά δρομάκια. Μόνο από τα σημεία διαφυγής του δρόμου φαίνεται ότι προέρχεται το φως θέλοντας να περάσει στον θεατή ότι φεύγοντας από εκεί θα υπάρχει καλύτερη ζωή. Όμως και στο εσωτερικό των σπιτιών τα πράγματα δεν είναι καλύτερα αφού και εκεί διακρίνεται η εξαθλίωση των ανθρώπων. Παρατηρούμε ένα μαύρο χρώμα να απλώνεται παντού κάνοντας το κλίμα πιο βαρύ. Τοίχοι φθαρμένοι, τζάμια σπασμένα χωρίς να αχτίδες φωτός να περνούν από αυτά, ρούχα κουρελιασμένα, έπιπλα μισοσπασμένα, άνθρωποι ατημέλητοι, σκληροί με μόνη τους έννοια την επιβίωση. Σε αντίθεση με αυτά που βλέπουμε στις συνοικίες της Αθήνας υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα η οποία βρίσκεται σε μικρό βαθμό, όμως δεν παύει να ισχύει από τότε. Η πλούσια οικογένεια που ζει στην εξοχή εύπορα χωρίς προβλήματα καθώς όλα στην ζωή τους κυλούν ομαλά. Εδώ τα εξωτερικά γυρίσματα έχουν ένα διάχυτο φως τονίζοντας όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την πολυτελή ζωή. Υπάρχουν φυτά περιποιημένα που ζωντανεύουν το σκηνικό, ωραίοι χώροι καθαροί, γεύματα πλουσιοπάροχα, άνθρωποι καλοντυμένοι με καλλιτεχνικές ανησυχίες, εκλεπτυσμένοι, χαρούμενοι χωρίς ίχνος μιζέριας και μουντάδας. Χωρίς λοιπόν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατάσταση που επικρατεί σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης διακρίνουμε την αλαζονεία και την υπεροψία που βγάζουν μέσα από τα κάδρα του σκηνοθέτη. Αδιαμφισβήτητα μέσα από αυτήν την ταξική διαφορά γίνεται πιο αντιληπτό το μήνυμα της ταινίας η οποία αποτυπώνει με ένα ρεαλισμό τα δύο κοινωνικά άκρα που επικρατούσαν εκείνη την εποχή καθώς και τις συνθήκες που βίωνε η κάθε τάξη. Ωστόσο δεν λείπουν και τα πλάνα των ιστορικών χώρων της Αθήνας που αναδεικνύουν την κουλτούρα της. Από την αρχή ο σκηνοθέτης μας εδραιώνει στο κέντρο της πόλης δείχνοντας την Ακρόπολη και όσα την περιβάλλουν. Με ένα μακρινό πλάνο και με το διάχυτο φως του μεσημεριανού ήλιου που την φωτίζει την κάνει πιο επιβλητική. Τα χρώματα είναι λίγο πιο θερμά σε αποχρώσεις του πορτοκαλίκαι ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπες ασπρόμαυρες αποχρώσεις που επικρατούν στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Η εικόνα αυτή του ιστορικού κέντρου δεν σε παραπέμπει στα ερείπια κάτω από αυτό, καθώς επίσης και οι δρόμοι τριγύρω που βλέπουμε στη μέση του έργου, δεν δίνουν στον θεατή την εντύπωση της εξαθλίωσης της Αθήνας. Παρόλα αυτά κάτω από τα αρχαία μνημεία και πίσω από τους κεντρικούς δρόμους που τα πρώτα αυτοκίνητα είχαν κάνει την εμφάνιση τους υπήρχαν άνθρωποι που πάλευαν για την επιβίωση. Συνοψίζοντας βλέπουμε ότι η ταινία επιλέγει να μας παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές της ζωής στην πόλη της Αθήνας του 1930 μέσα από την πλοκή της ιστορίας. Παρουσιάζει τις φτωχογειτονιές μέσα από μια σκοτεινή φωτογραφία, δείχνει τα μεγαλοπρεπή ανάκτορα και μας ξεναγεί στο κέντρο της πόλης όπου φαίνεται να υπάρχει το ξεκίνημα μιας αστικής ζωής. Βιβλιογραφία Θάνος Μαντζάνας, 2020. “HUFFPOST”.Οι Απάχηδες των Αθηνών Available at: https://www.huffingtonpost.gr/entry/oi-apachedes-ton-athenon_gr[Accessed 14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2020].
Η Γυναίκα της Greta Gerwig – Αναστασία Αντωνακάκη

Μπορούμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας; Μα, φυσικά και μπορείτε. Με συγκεκριμένο τρόπο, φυσικά και μπορείτε. Κατά προτίμηση, δραματικό. Η κωμωδία δεν κάνει για σας. Για να κάνεις πλάκα, πρέπει να καταλαβαίνεις με τι κάνεις πλάκα. – Το πρόβλημα δεν είναι το εμπορικό προϊόν. Το πρόβλημα είναι που δεν ξέρετε να κάνετε το εμπορικό προϊόν να έχει ποιοτικό βάθος. – Πάντως, η εισπρακτική επιτυχία σίγουρα δεν οφείλεται σε εσάς. Οφείλεται στην εταιρεία. Στο προϊόν. Στην προώθηση. Στον καπιταλισμό. Πάντως, όχι σε εσάς, “μικρή μου”. – Και πάντως, δεν γίνεται η πτώση να είναι δίπλα με την κούκλα. Δεν γίνεται οι δύο αυτές γυναίκες να στέκονται μαζί, δεν το καταλαβαίνετε; Μάλλον δεν το καταλαβαίνετε, γιατί δεν ξέρετε τι σημαίνει τέχνη. – Το δράμα είναι αυτό που μπορεί να αναδείξει τον φεμινισμό. Και το τι είναι φεμινιστικό και τι όχι, το αποφασίζουμε εμείς. – Πρέπει να σας συγκρίνουμε. Είναι υποχρεωτικό. Δεν μπορείτε να στέκεστε μαζί. Πρέπει να βρίσκεστε απέναντι. Πρέπει να θέλετε να σας συγκρίνουμε. Εμείς είμαστε ο κριτής. Εσείς, πρέπει να θέλετε να σας διαλέξουμε. – Δεν υπάρχουν φιλίες. Δύο όμορφες γυναίκες. Δύο δυναμικές γυναίκες. Δύο διανοούμενες γυναίκες. Ποτέ δεν είναι μαζί. Έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δικά μας. Σε εμάς, συμπληρώνονται. Σε εσάς, αλληλοαποκλείονται. Γιατί, πάντα, ανταγωνίζεστε για την προσοχή μας. – Στον δικό σας κόσμο. Στον δικό μας κόσμο, είναι όλα αλλιώς. Είναι μαύρα και ροζ και όλα τα χρώματα ανάμεσα. Στον καινούργιο κόσμο που φτιάχνουμε Τώρα πια Μιλάμε εμείς για εμάς. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε η μούσα κανενός πάπα. Είμαστε ο πάπας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν χρειάζεται να είμαστε μόνο ηθοποιοί. Είμαστε και σκηνοθέτες. Δεν χρειάζεται να κάνουμε μόνο δράμα. Κάνουμε και κωμωδία. Και θρίλερ. Και επιστημονική φαντασία. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε και του εμπορικού και του ποιοτικού. Ταυτόχρονα – αφού μεταξύ τους αποκλείονται. Και η επιτυχία είναι δική μας. Δημιουργική. Και εισπρακτική. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε τις δικές μας ιστορίες. Για την γυναικεία φιλία. Αυτή που πάντα δίνει την λύση. Για τις φίλες που είναι εκεί. Όταν είμαστε απελπισμένες για το παιδί που δεν θέλουμε. Και για το παιδί που θέλουμε και δεν μπορούμε να κάνουμε. Και για το παιδί που έχουμε. Για τις φίλες που είναι πάντα εκεί. Γι’ αυτά που έχουμε. Και γι’ αυτά που δεν έχουμε. Αυτή είναι η αλήθεια. Σ’ αυτόν τον κόσμο, λέμε την αλήθεια μας. Σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαστε ο εαυτός μας. Δεν είναι πάντα όμορφος. Ούτε πάντα άσχημος. Αλλά τουλάχιστον, τον αφηγούμαστε εμείς. Ευχαριστούμε, Greta Gerwig, που άνοιξες, ακόμη περισσότερο, τον δρόμο. Που είσαι δίπλα στην Margot Robbie και την Justine Triet. Όχι πιο πάνω. Ούτε πιο κάτω. Δίπλα. Σ’ ευχαριστούμε, εμείς και οι φίλες μας. Είσαι μεγάλη. Τα λέμε εκεί. Στον κόσμο. ΥΓ. Ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο της φίλης και συνεργάτιδάς μου, Νατάσας Δεληβοριά, για την Barbie της Greta Gerwig: “Η σημασία της Barbie δεν έγκειται απλά στο εξαιρετικό subtlety που κάνει κριτική στο male cinema – και culture κατ’ επέκταση- αλλά στο γεγονός ότι μας υπογραμμίζει για ακόμα μία φορά τα double standards του κινηματογράφου και το πόσο δρόμο έχουμε ακόμα μέχρι να βγάλουμε επιτέλους τα male gazing γυαλιά που ακόμα φοράμε. Και ναι wow το Χόλυγουντ έφτιαξε κάτι που είναι προϊόν… shocking. Is it though? Δεν το σκέφτηκε κανείς αυτό όταν ο Spielberg μόνο που δεν μας τάισε Reese’s Pieces στο Ε.Τ. και δεν το σκέφτηκε κανείς όταν ο Tarantino μας έχωσε ολόκληρη την αμερικάνικη υποκουλτούρα στη μάπα με μπέργκερς, γκάνια και πειραγμένες χάρλεϋ στο Pulp Fiction. Όχι. Αυτά ήταν, είναι και θα είναι τέχνη. Revolution. Γιατί, είναι πιο δυνατό statement το ανελέητο μακελειό τρώγοντας μπέργκερ και απαγγέλοντας κομμάτια από το ευαγγέλιο. Don’t get me wrong. Λατρεύω τον Tarantino. Αλλά, γι’ αυτό ακριβώς, λάτρεψα και την Barbie.”.
Ο Κυνοδόντας – Mary D

«Ο Κυνόδοντας» η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου προβλήθηκε το 2010 στην Ελλάδα και απέσπασε αρκετά βραβεία και καλές κριτικές τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Στην ταινία παρουσιάζεται ο εγκλεισμός μιας πενταμελούς οικογένειας. Μελετώντας την, παρατηρούμε ότι η οικογένεια ζει σε ένα απομονωμένο, πολυτελές σπίτι με τα τρία παιδιά που είναι μεγαλύτερα σε ηλικία εκπαιδεύοντάς τα και διαστρεβλώνοντας την σημασία κάποιων λέξεων για να μην μάθουν την πραγματική τους αξία π.χ. το τηλέφωνο είναι η αλατιέρα και η εκδρομή είναι ένα δομικό υλικό. Τους παραπληροφορούν για πολλά πράγματα φτάνοντας σε ακρότητες όπως ότι για να φύγουν από το σπίτι πρέπει να πέσει ο κυνόδοντάς τους. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον τα παιδιά αντιδρούν και ξεσπούν μερικές φορές με βία. Η μόνη ξένη επιρροή είναι μια υπάλληλος του πατέρα όπου έρχεται στο σπίτι για να κατευνάσει τις σεξουαλικές επιθυμίες του γιου. Ωστόσο προκαλεί αναστάτωση και την θέση της παίρνει η αδερφή του νεαρού η οποία στο τέλος αποφασίζει ότι έφτασε η στιγμή να σπάσει τον κυνόδοντά της για να βγεί από το σπίτι και αφού το επιχειρεί κλείνετε στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα για να την μεταφέρει έξω. Τονίζοντας το μοντέλο μιας πατριαρχικής οικογένειας ο Λάνθιμος τοποθετεί σε ένα καλοδιατηρημένο σπίτι πέντε χαρακτήρες χωρίς να δείχνει το χρόνο ή το χώρο που λαμβάνει δράση. Ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση με ένα αργό μοντάζ και ενώνει τα πλάνα χωρίς να υπάρχουν σκηνοθετικά τρικ. Οι περισσότερες σκηνές είναι μέσα στο σπίτι και στον κήπο όπου η κάμερα είναι στατική, ενώ με μεσαία πλάνα που κόβει τα κεφάλια των χαρακτήρων προσπαθεί να αποδώσει το αίσθημα της έλλειψης της προσωπικής ανάγκης και επιλογής. Η πρόθεση του σκηνοθέτη να σοκάρει αλλά και να περάσει μηνύματα είναι αυτή που τον οδηγεί σε βίαιες σκηνές. Παρόλα αυτά με ένα διάχυτο φως σε όλα τα κάδρα του παρουσιάζει τις στιγμές της οικογένειας εστιάζοντας στα γεγονότα και όχι τόσο στη σκηνογραφία αφού δεν υπάρχει κάτι που να διαφοροποιεί το σπίτι από ένα συνηθισμένο. Επίσης χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους διαλόγους και με νωχελικές και ρομποτικές ερμηνείες που πολλές φορές έχουν και κενά αποστασιοποιεί τον θεατή και βοηθάει να αποδοθεί το αρρωστημένο κλίμα ακόμα περισσότερο. Εν κατακλείδι, διαπιστώνουμε ότι ο Λάνθιμος κατασκευάζοντας μια μεταμοντερνιστική ταινία θέλησε να δείξει ένα ιδιαίτερα ακραίο οικογενειακό δεσμό για να προκαλέσει το ενδιαφέρον και να δείξει τα όρια του ανθρώπου.
Τα Γενέθλια του Γιώργου Λάνθιμου – Αναστασία Αντωνακάκη

ΕΣΩΤ./ΣΑΛΟΝΙ – ΝΥΧΤΑ Η Χ. και ο Α. κάθονται στον καναπέ. Κοιτάνε ο ένας τον άλλον. Συζητάνε. Στο βάθος, μπροστά τους, φαίνεται μία τηλεόραση. Είναι κλειστή. Χ. … Και μέσα σε όλο αυτό, αναρωτιέμαι, τι μου βρίσκεις. Α. Εγώ έχω σταματήσει να αναρωτιέμαι τέτοια πράγματα. Αυτός είμαι και σ’ όποιον αρέσω. Οι άλλοι έξω απ’ την πόρτα. Χ. Δεν εννοώ τι βρίσκεις σ’ εμένα. Εννοώ τι βρίσκεις στην κατάσταση. Α. Δηλαδή; Χ. Σ’ αυτό εδώ, στο μεταξύ μας ρε παιδί μου. Δεν θα ήθελες να είσαι σε μία κατάσταση πιο συγκεκριμένη; Με ωράριο, αργίες, μόνιμο τόπο διαμονής; Α. Νομίζω σου έχω ξαναπεί ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι το να δείχνεις τον εαυτό σου. Χ. Δηλαδή εσύ λες ότι δεν έχει και τόση σημασία η δουλειά που κάνεις ή το αν σου αρέσει να πηγαίνεις θέατρο, αν … Α. Ναι, αυτό. Αυτά βρίσκονται. Το να δείχνεις ποιος είσαι στ’ αλήθεια, όμως – αυτό δεν βρίσκεται. Η οθόνη της τηλεόρασης που είναι μπροστά τους σιγά-σιγά φωτίζεται. Βλέπουμε ότι παίζουν σκηνές από τον Αστακό (2015) σε fast forward. Οι εικόνες αρχίζουν να κινούνται πιο αργά. Παίζουν οι σκηνές όπου o Ντέιβιντ γνωρίζει την Μυωπική Γυναίκα. Αγαπιούνται. Είναι δύο μυωπικοί. Εκείνη τυφλώνεται. Τώρα είναι ένας μυωπικός και μία τυφλή. Η εικόνα παγώνει στην σκηνή που περπατούν στον δρόμο μαζί. Η εικόνα διαλύεται. Η οθόνη της τηλεόρασης γυρίζει στο μαύρο. Η Χ. κοιτάζει τον Α. Το ένα της χέρι στηρίζει το κεφάλι της. Το άλλο είναι αφημένο στο πόδι του Α. Τον χαϊδεύει στα μαλλιά. Χ. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Ο Α. της χαμογελάει. Χ. Τουλάχιστον, έχουμε την ίδια μέρα γενέθλια. ΤΕΛΟΣ