Τα Κουτάλια – Αναστασία Αντωνακάκη

Η Ζ. τρώει το φαγητό της, συνήθως, με κουτάλι. Τα μακαρόνια, τις πατάτες, τα μπιφτέκια, τον αρακά, την ντομάτα. Το κινέζικο, το γαλλικό, το ταϊλανδέζικο, το αγγλικό, το αραβικό. Η Ζ. βλέπει την αφθονία, συνήθως, αλλά δεν την αγγίζει ποτέ. Η επαφή της με την αφθονία είναι μόνον μέσα από εικόνες, κινούμενες και μη. Άφθονο φαγητό. Άφθονες διακοπές. Άφθονη μουσική. Άφθονο σεξ. Άφθονη πληροφορία. Άφθονο φαγητό. Γι’ αυτό της αρέσει να τρώει το φαγητό της με κουτάλι. Της θυμίζει την αφθονία. Και με το κουτάλι μπορεί, λιγάκι, να την αγγίξει. Γιατί το κουτάλι μπορεί να πιάσει άφθονη ποσότητα. Αν θέλει. Αν δεν θέλει, μπορεί να γεμίσει μόνο την άκρη του. Το κουτάλι μπορεί να παίξει με το πόσα θα σηκώσει. Μπορεί να παίξει με το πόσα θα βάλει μέσα του – και η Ζ. ξέρει πως όταν παίζεις, αυτό σημαίνει ότι η αφθονία είναι η εργοστασιακή σου ρύθμιση και αν θες, την ελαττώνεις. Αν θες. Η Ζ. αγαπάει τα κουτάλια γιατί είναι πάντα σαν να τρώει γλυκό, αν και βέβαια τα γλυκά τα τρώνε με μικρά κουτάλια, και επίσης στην Ζ. δεν αρέσουν και τόσο τα γλυκά, αλλά πάντως όταν οι άνθρωποι τρώνε γλυκά πάντα γιορτάζουν κάτι. Τα γενέθλιά τους, μια επέτειο, το τέλος μιας σχέσης, το τέλος της μέρας. Η Ζ. αγαπάει τα κουτάλια γιατί της θυμίζουν την γιορτή. Όταν ήτανε μικρή, μέσα στο συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα είχε βρει ένα σετ κουτάλια πιασμένα μαζί με λαστιχάκι, που είχαν την άκρη τους τυλιγμένη με σελοτέιπ. Ήταν τα κουτάλια που έπαιρνε ο πατέρας της και τα έπαιζε για κρουστά. Η μαμά της φώναζε. Κι εδώ που τα λέμε, είχε και δίκιο. Σελοτέιπ μέσα στο συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα δεν είναι κι ό,τι καλύτερο – για όλους τους λόγους του κόσμου. Όμως, τα κουτάλια είχαν ήδη μετατραπεί σε κάτι μαγικό. Ήταν ήδη ένα αντικείμενο τελετουργίας, που ξεπερνούσε το φαγητό. Τα κουτάλια, πια, ήταν μουσικό όργανο που βγάζει ρυθμό και φτιάχνει ήχο.  Δεν είχε δει να συμβαίνει κάτι παρόμοιο με τα πηρούνια. Ή με τα μαχαίρια. Δεν λέω ότι δεν συμβαίνει. Λέω, απλώς, ότι εκείνη δεν το είχε δει. – Ναι, πράγματι, τα πηρούνια γράφονται με “η”, γιατί το “η” φέρνει πιο πολύ στις μύτες τους απ’ ό,τι το “ι”. Αντικειμενικά. – Η Ζ. τρώει το φαγητό της, συνήθως, με κουτάλι. Τα μεγάλα τα κουτάλια, αυτά που ο πατέρας της τα έπαιζε κρουστά. Της αρέσει να τρώει το φαγητό της με κάτι που έχει ρυθμό, της θυμίζει την γιορτή και συμβολίζει την αφθονία. Και δεν πειράζει αν τίποτα απ’ όλα αυτά δεν βγάζει νόημα για κανέναν. Βγάζει νόημα, πάντως, για την Ζ. Κι αυτό είναι το μόνο πράγμα που έχει σημασία. Γι’ αυτό, η Ζ. συνεχίζει να τρώει το φαγητό της με κουτάλι. Δεν λέω ότι αυτό είναι το σωστό. Λέω, απλώς, ότι αυτό συμβαίνει.

Body Horror – αναστασία Αντωνακάκη

Υπάρχει, λέει, ένα είδος στο σινεμά, που λέγεται Body Horror. Τρόμος του σώματος. Τρόμος για το σώμα. Σωματικός τρόμος. Η Ψ. δεν ξέρει ακριβώς πώς να το μεταφράσει, γιατί δεν βλέπει τέτοια.  Ίσως γιατί τα ζει και, και να τα ζει, και να τα βλέπει, κάπως της είναι πολύ. Με το σώμα της, η Ψ. έχει σχέση τρόμου. Την μια μέρα το βλέπει όμορφο. Tην άλλη, τερατώδες. Ώρες-ώρες, του αξίζει να αγαπηθεί, πιστεύει – αλλά τις περισσότερες ώρες, πιστεύει το αντίθετο. Ειδικά τις μέρες που περιμένει το αίμα να την τιμωρήσει που δεν έγινε ακόμη μητέρα. Οι μέρες αυτές είναι πραγματικός τρόμος. Όχι ότι υπάρχει και ψεύτικος τρόμος, κάθε τρόμος αληθινός είναι. Αλλά ο τρόμος αυτών των ημερών, για την Ψ., είναι λίγο πιο πραγματικός. Τις μέρες αυτές, η Ψ. δεν μπορεί να κοιμηθεί, να ανασάνει, να σκεφτεί. To μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αναρωτιέται δύο πράγματα. Πρώτον, σε τι έφταιξε. Και δεύτερον, είναι έτσι ο τρόμος σε κάθε διάσταση; Θέλω να πω, μήπως υπάρχει κάποιο μέρος που ο τρόμος δεν είναι τρόμος αλλά δέος, ομορφιά και θαυμασμός;  Η Ψ., όπως και τα περισσότερα κορίτσια της εποχής της, μεγάλωσε με το πρότυπο του θανάτου και της νευρικής ανορεξίας κι όταν ήταν μικρότερη, ευχόταν να είχε κι αυτή ένα πρόβλημα υγείας που θα της έκοβε την όρεξη – μαχαίρι. Μάλλον το φαγητό, για τις γυναίκες, ήταν κάτι σαν το σεξ – αν το απολαμβάνουν, πρέπει να έχουν ενοχές γι’ αυτό. Και γι’ αυτό. Όταν ήταν μικρή, η πρώτη ταινία που είδε ποτέ ήταν ο Μάγος του Οζ. Το έγχρωμο, το τεκνικόλορ. Έλεγε “τεκνικόλορ” με την παιδική της φωνή, που δεν πρόφερε καλά το ρο, δεν ήξερε ακόμη να διαβάζει, δεν διάβαζε τους υπότιτλους, αλλά ήξερε πού αλλάζει η σέπια και γίνεται χρώμα, εκεί, εκεί μετά τον τυφώνα, μετά που πετάνε οι άνθρωποι έξω απ’ το παράθυρό της, τότε εκεί γίνεται με χρώμα. Ήξερε την χροιά της φωνής όλων των ηρώων, τον Τότο το σκυλί, την θεία Εμ, τους εργάτες στο κτήμα, τα μαντσκινζ, τον δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια, την μάγισσα, τα γοβάκια, ήξερε την θημωνιά, αν και δεν μπορούσε ακόμη να πει “θημωνιά”, αλλά την ήξερε, ήταν εκεί που ακουμπούσε η Ντόροθι και τραγουδούσε. Όταν μεγάλωσε, διάβασε για το Σκιάχτρο, που του έμειναν για πάντα οι ρυτίδες από την μάσκα που φορούσε για τα γυρίσματα. Διάβασε για τον Τενεκεδένιο, που άλλαξε ο ηθοποιός γιατί ξύπνησε ένα πρωί και δεν μπορούσε πια να ανασάνει – τα χημικά που χρησιμοποιούσαν για το βάψιμο – και άλλαξε ο ηθοποιός γιατί δεν γινόταν να σταματήσουν τα γυρίσματα, τόσα λεφτά για το τεκνικόλορ κι ο άλλος ήθελε να πάει στο νοσοκομείο, φαίνεται μάλλον δεν ήταν αρκετά παθιασμένος με την δουλειά του. Για την μάγισσα, που η πράσινη μπογιά ήταν κι αυτή χημική, αν ξεχνιόταν και την έγλειφε μπορεί και να μην ζούσε τώρα – να μην ξεχνιόσουν, εδώ δεν υπάρχει περιθώριο λάθους. Μηδενική ανοχή στα ατυχήματα. Όχι ατυχήματα, όχι λάθη σε στούντιο και σετ.  Και γι’ αυτήν την σκηνή με την φωτιά, σ’ εκείνη τη σκηνή η φωτιά είναι αληθινή, και η πόρτα από πίσω σκαλώνει και η μάγισσα δεν προλαβαίνει να φύγει και καίγεται, καίγεται στ’ αλήθεια, οι σάρκες της καίγονται, μέχρι σήμερα έχει τα εγκαύματα και τα γυρίσματα πρέπει να συνεχιστούν, δεν υπάρχει χρόνος, το τεκνικόλορ είναι καινοτομία και το’ χουμε συνδυάσει με το ασπρόμαυρο, καινοτομία και τεχνολογία οι πυλώνες της σύγχρονης οικονομίας και της σύγχρονης τέχνης, δεν μπορούμε τώρα να πάμε ξανά προς τα πίσω κι έτσι η μάγισσα δεν μίλησε ποτέ. Για την Τζούντι Γκάρλαντ, που το Χόλιγουντ της έδινε χάπια για να της κοπεί η όρεξη και να είναι το κορίτσι που πρέπει για να παίξει την Ντόροθι. Ή μάλλον, όχι για να παίξει – για να είναι. Της έδιναν χάπια για να αντέχει όρθια και μετά της έδιναν χάπια για να κοιμηθεί. Η μαμά της ήταν εκεί και την προστάτευε, επέβλεπε την ώρα που παίρνει το κάθε χάπι – μην και τα πάρει όλα μαζί, και δεν κάνουν σωστά την δουλειά τους. Όταν μεγάλωσε και διάβασε όλα αυτά, η Ψ. κατάλαβε ότι το παιδικό παραμύθι του ενός κοριτσιού ήταν ο εφηβικός εφιάλτης ενός άλλου. Το body horror της. Και κάπως έτσι, η Ψ. άρχισε να γράφει τα δικά της παραμύθια. Και τα κορίτσια δεν είχαν πια εφιάλτες.

Η συγχώρεση – Αναστασία Αντωνακάκη

Η Χ. περπατούσε στο σκονισμένο από το χώμα πεζοδρόμιο. Κοίταζε τα βήματά της και σκεφτόταν ένα μόνο πράγμα. “Εδώ δεν γίνεται τίποτα.”  Κρανίου τόπος. Μαύρο, γκρι και ώχρα, σαν τους μαύρους πίνακες του Γκόγια. Σκόνη. Χώματα. Νερά που ξερνάνε ψάρια κι ελπίδες, όλα νεκρά. Τα νερά, τα ίδια αυτά νερά που λαχταρούσε τόσο να δει όταν ήταν παιδί, πριν καν περπατήσει ακόμη. Περπατούσε και σκεφτόταν το όνειρο που είδε χθες βράδυ: τρομοκράτες να τρομοκρατούν την τρομοκρατημένη της ζωή. Ήταν, λέει, σε μια γειτονιά που έμοιαζε ταυτόχρονα με την Βεϊκου  στο Κουκάκι και με εκείνη την στοά στην Βουλής – ήταν η Βεϊκου μέσα σ’ αυτήν την στοά, μάλλον, με πολυκατοικίες πολύ μουντές, που απέξω είχαν συρματοπλέγματα και ταυτόχρονα ένα πεζοδρόμιο ανοιχτό, πολύ ανοιχτό, σαν αυτά που έχει στο Μπρνο και την Βιέννη – και η Χ. ήταν ανάμεσα. Χόρευε μπροστά από την μία πολυκατοικία και την έβγαζε βίντεο μία περαστική αλλά ήταν σκοτεινό το βίντεο και σκεφτόταν “δεν πειράζει, θα το φτιάξουμε στο post”, και την άκουσε, λέει, η Χάρις Αλεξίου που έμενε σ’ εκείνη την πολυκατοικία και κατέβηκε κάτω μαζί με μία κιθάρα και άρχισε να την συνοδεύει στον χορό της και μαζεύτηκε κόσμος και σταμάτησε το βίντεο και τραγουδούσαν όλοι μαζί σ’ έναν κύκλο. Αλλά τίποτα δεν κρατάει για πάντα, κι αυτό είναι πολύ ωραίο όταν στο λένε την στιγμή που συμβαίνει κάτι άσχημο, αλλά δυστυχώς ισχύει και όταν συμβαίνει κάτι όμορφο – κι έτσι στην επόμενη σκηνή, η Χ. βρίσκεται στο πεζοδρόμιο, αυτό το ανοιχτό, το μεγάλο, μπροστά από το σπίτι της. Στέκεται πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών. Από τον κάδο, εξέχει μια πολύ μεγάλη σακούλα, είναι γαλάζια κι είναι πολύ μεγάλη, είναι τόσο φουσκωμένη που νομίζεις πως θα σκάσει, μοιάζει με παραμορφωμένη φάλαινα. Και κάνει ηρεμία, πολύ ηρεμία. Για πρώτη φορά, δεν κάνει φασαρία στο κεφάλι της.  Βλέπει μπροστά της έναν άντρα να τρέχει με μανιακή αγωνία, σαν να τον κυνηγάνε. Η σακούλα σκίζεται. Από την γωνία του δρόμου, ξεπροβάλλει μια συμμορία αντρών, της φαίνονται πολλοί, αλλά είναι λιγότεροι απ’ όσοι φαίνονται. Πάντα είναι λιγότερο απ’ αυτό που φαίνεται. Χτυπάνε τα βήματά τους στο πεζοδρόμιο, το ανοιχτό πεζοδρόμιο, χτυπάνε με καδρόνια τους φράχτες, τις πόρτες, τους στύλους. Άνθρωποι βγαίνουν απ’ τα σπίτια τους και τρέχουν τρομαγμένοι. Τρέχει κι αυτή, δεν ξέρει κανέναν, δεν ξέρει πού πηγαίνει, τρέχει απλώς επειδή τρέχουν κι οι άλλοι.  Εγκλωβίζεται μέσα σε μια αποθήκη, αλλά έχει τζαμαρίες, μάλλον δεν είναι αποθήκη, αν ήταν αποθήκη δεν θα είχε τζαμαρίες. Γιατί μπήκε σε κάτι που έχει τζαμαρίες, την βλέπουν απέξω, μπορούν να μπουν, γιατί νομίζει ότι κρύφτηκε, αφού φαίνεται από τις τζαμαρίες. Προσπαθεί να πάει στο βάθος, να κρυφτεί μέσα στο πλήθος – δεν είναι πλήθος, είναι λιγότεροι απ’ όσοι φαίνονται. Η συμμορία τους βλέπει, μπαίνει μέσα, κάποιοι έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους, κάποιοι όχι. Μπορεί να δει τα μάτια τους, τουλάχιστον μπορεί να δει τα μάτια τους – “τουλάχιστον”, συμβιβασμός ή ευγνωμοσύνη, ή μήπως και τα δύο;  Κοιτάζει τα μάτια τους, τα ακολουθεί, ψάχνει να βρει κάποιο σημάδι, να καταλάβει γιατί το κάνουν αυτό, τι σκέφτονται, μισούν ή αγαπούν, ή μήπως και τα δύο. Μιλάνε στους αιχμαλώτους τους – είναι πια αιχμάλωτοι, είναι όμηροι, έτρεξαν σ’ αυτήν την αποθήκη με τις τζαμαρίες για να σωθούν και τελικά έγιναν όμηροι. Τους κρατάνε. Φωνάζουν, τους λένε, τι έγινε τώρα, τι έγινε, τώρα τρέξατε, τώρα τρέξατε να ξεφύγετε, τόσον καιρό γιατί δεν τρέχατε να ξεφύγετε – τόσον καιρό δεν τρέχατε να ξεφύγετε και τώρα θα πληρώσετε, θα πληρώσεις που τόσον καιρό δεν τρέχεις να ξεφύγεις, τώρα είσαι όμηρος, η ζωή σου κρέμεται απ’ τα χέρια μου, σ’ αρέσει; Δεν μπορείς να ξεφύγεις πια, δεν μπορείς. Η Χ. περπατάει στο σκονισμένο από το χώμα πεζοδρόμιο. Σηκώνει το βλέμμα της στον ουρανό και σκέφτεται ένα μόνο πράγμα. “Εδώ δεν γίνεται τίποτα”.  Λένε πως, όταν ψάχνεις κάτι, αλλά δεν ξέρεις ακριβώς τι, πρέπει πάντα να γυρνάς στον τόπο σου. Και λένε και κάτι άλλο – ότι για να ξεπεράσεις, πρέπει πρώτα να αποδεχτείς. Να κάνεις ειρήνη. Μόνο έτσι θα προχωρήσεις. Αν συγχωρήσεις πρώτα. Αυτά σκεφτόταν η Χ., καθώς περπατούσε ανάμεσα σε σωρούς από χώματα, λακκούβες, “πέτρες γραμματόσημα πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά πτώματα απ’ τον ουρανό λουλούδια κι ό,τι το καλό σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο κινδυνεύει.”

ένα Τοστ – αναστασια Αντωνακάκη

Γιατί πάντα έχω αυτήν την αίσθηση – ότι δεν έχω αρκετό χρόνο; Τι είναι ακριβώς αυτό που θέλω να κάνω, που δεν έχω όντως τον χρόνο να το κάνω; Το μυαλό μου είναι εθισμένο στο να λειτουργεί. Αν δράσω με έναν τρόπο, αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι δεν δρω με έναν άλλον. Κάνω μία επιλογή. Κάνω μία επιλογή και δεν ξέρω πώς να υπάρξω, χωρίς να δουλεύω. Πώς είναι η ζωή, έξω από την δουλειά; Γιατί έκανα αυτήν την επιλογή; Γιατί δεν έκανα μία άλλη; Γιατί την απέκλεισα; Τόσες πολλές επιλογές. Τελικά, ίσως είναι καλύτερα να μην έχεις επιλογή. Να είσαι μέσα σ’ έναν φαύλο κύκλο, που οδηγεί αυτός τις επιλογές σου.  Κι εσύ σηκώνεις τις συνέπειες των επιλογών. Αλλά τουλάχιστον δεν σηκώνεις το ότι εσύ έκανες την επιλογή. Αυτή, απλώς συνέβη. Είναι πιο ελαφρύ αυτό, πώς να το κάνουμε. Γοητεύομαι από το παροδικό. Αναζητώ το αιώνιο. Εύχομαι να μπορούσα να ήμουν ζωγράφος. Μία ζωγράφος καθισμένη στο κρεβάτι σου, να κρατάω τα πινέλα μου κι ένα κομμάτι χαρτί. Και να σε παρατηρώ. Την ώρα που διαβάζεις, που παίζεις, που πίνεις καφέ, που φτιάχνεις τοστ. Ή μάλλον όχι, σβησ’ το αυτό το τελευταίο, δεν μπορείς να χρησιμοποιείς την λέξη “τοστ” σε ένα ποίημα. Αλήθεια, υπάρχει κάποια μορφή τέχνης που η λέξη “τοστ” φαίνεται αρκετά ποιητική; Ρωτάω, επειδή είναι το αγαπημένο μου φαγητό.

Ο Τόπος μου – Αναστασία Αντωνακάκη

Κάποτε, ο τόπος μου ήταν φτιαγμένος από σκηνές, πανιά, κοστούμια και αυλαίες.  Ο τόπος μου είχε Μαύρο Θέατρο της Πράγας. Είχε τον Έμπορο της Βενετίας, την Αγκάθα Κρίστι, τους Επτά επί Θήβας, τον Ιππόλυτο. Είχε όλα τα έργα του Σαίξπηρ και του Αισχύλου και του Σοφοκλή και του Ευριπίδη και του Αριστοφάνη. Είχε τα πιο όμορφα Χριστούγεννα με τον Μαρσέλ Μαρσό κι εκείνες τις φούσκες, στο μικρό το θέατρο όχι στο μεγάλο, σ’ εκείνο το μικρό που κάναμε και τις παραστάσεις με τις σχολές χορού. Είχε τα πιο όμορφα καλοκαίρια με τις παραστάσεις στο ανοιχτό το θέατρο, που πηγαίναμε κάθε βράδυ εκείνο το καλοκαίρι πριν τις πανελλήνιες και είχε κι εκείνες τις συναυλίες με όλους αυτούς που άκουγαν οι γονείς μας και τους ακούγαμε κι εμείς μετά και ευτυχώς προλάβαμε να τους προλάβουμε γιατί είναι ωραίο να προλαβαίνεις τις εποχές. Είχε τους άλλους που είχαν πολλά λεφτά ή μάλλον όχι, είχε τους άλλους που νόμιζαν ότι έχουν πολλά λεφτά, εμείς δεν είχαμε αλλά δεν έχει σημασία γιατί γύρω ήταν όλοι χαρούμενοι, οπότε έπρεπε να είσαι κι εσύ χαρούμενος γιατί αλλιώς θα έχανες την εποχή σου και δεν είναι ωραίο να χάνεις τις εποχές. Είχε ένα πολύ μεγάλο πάρτι που κάποιοι νόμιζαν ότι θα κρατήσει για πάντα, θα είναι για πάντα έτσι και θα κάνει για πάντα ένα πολύ μεγάλο πάρτι και δεν θα κάνει ποτέ βροχή και χιόνι και χαλάζι. Είχε αυτούς που νόμιζαν ότι το πολύ μεγάλο πάρτι είναι για όλους και όσοι δεν ήταν μέσα στο πολύ μεγάλο πάρτι, έφταιγαν αυτοί, λογικά, γιατί αλλιώς γιατί να μην είσαι στο μεγάλο πάρτι, δεν είναι ωραίο να χάνεις ένα πάρτι και μάλιστα ένα τόσο μεγάλο πάρτι. Είχε αυτούς που νομίζουν ότι τα κάνουν όλα σωστά. Και είχε όλους αυτούς που δεν τους έβλεπε κανείς, όλους αυτούς που δεν τους άρεσε το Μαύρο Θέατρο της Πράγας, ούτε η Άνοιξη της Πράγας τους άρεσε ούτε η Πράγα η ίδια. Δεν ήξεραν καν κατά πού πέφτει και δεν τους ένοιαζε κιόλας, γιατί, γιατί να τους νοιάζει στο κάτω-κάτω. Δεν τους άρεσε η Αγκάθα Κρίστι και η αγγλική εξοχή, δεν τους άρεσε ο Αισχύλος κι ο Αριστοφάνης, δεν τους άρεσαν τα όμορφα Χριστούγεννα. Ή μάλλον όχι, τους άρεσαν τα Χριστούγεννα, αλλά τα δικά τους Χριστούγεννα ήταν όμορφα με άλλους τρόπους κι αυτό κανείς δεν το είδε και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Κανείς δεν τους έδωσε σημασία.  Ήταν πολύ δυνατά η μουσική στο πάρτι, φαίνεται. Και δεν τους άκουγαν. Δεν τους άκουγαν που αυτοί ήθελαν άλλα Χριστούγεννα, γεμάτα με μπλε φώτα, μπλε, μόνο μπλε, όχι το μπλε του “Μια πόλη δίπλα στην θάλασσα” ούτε το μπλε του “Μπλε Βελούδου”, το άλλο μπλε, εκείνο το μπλε που τρυπάει τα μάτια σου, και την ψυχή σου, εκείνο το μπλε που σου φέρνει στον νου όλα τα άσχημα της ανθρώπινης φύσης, εκείνο το μπλε που σε ζαλίζει, που λιποθυμάς μαρτυρώντας “δεν θα το ξανακάνω”. Αυτοί ήθελαν άλλα Χριστούγεννα, με φωνές, με δυνατούς ήχους, με χαρά, με μεθύσια – κυριολεκτικά ή μεταφορικά, δεν έχει σημασία. Ήθελαν να δείξουν ότι περνάνε καλά, ήθελαν να κοιτάξουν τον διπλανό τους και να νοιώσουν ότι είναι καλύτεροι απ’ αυτόν, ήθελαν να περνάνε καλά. Αυτό, όμως, το ήθελαν όλοι στα Χριστούγεννα τους. Όπου κι αν βρίσκονταν. Όπως κι αν ήταν. Αυτοί ήθελαν άλλα Χριστούγεννα. Και τα πήραν. Επιτέλους. Κάποιος τους είδε. Σήμερα ο τόπος μου δεν έχει Μαύρο Θέατρο. Ούτε άσπρο θέατρο έχει. Γενικά, δεν έχει κανένα θέατρο. Γενικά. Δεν έχει. Δεν έχει πια πανιά, που βλέπαμε παλιές ταινίες. Φτάνει με τα παλιά, βαρεθήκαμε. Να φύγουν οι Ερινύες, να έρθουν οι Ευμενίδες. Έχουμε πόλεμο. Φτάνει με τα παλιά, βαρεθήκαμε. Φωνάζει ο τόπος μου, φτάνει με τα παλιά, βαρεθήκαμε. Κι οι άλλοι επιμένουν, τι καλά που ήμασταν παλιά, ο παλιός καλός καιρός. Αυτός ο παλιός καλός καιρός που για κάποιους ήταν πάρτι και για κάποιους, αποκλεισμός. Τους απέκλεισες. Και αντέδρασαν. Ήρθαν να πάρουν μόνοι τους τα Χριστούγεννα που τους ανήκουν και τους στέρησες. Τώρα, σε αποκλείουν αυτοί. Δεν έχουν χώρο για σένα.  Γιατί κι εσύ, δεν έκανες ποτέ χώρο γι’ αυτούς. Κάντε χώρο, επιτέλους. Όλοι. Κάντε χώρο. Ο τόπος μου.  Θέλει να αναπνεύσει.

Η Μέθοδος – Αναστασία Αντωνακάκη

Κάθε φορά που ξεκινάω να γράψω, φοβάμαι. Σαν να μην θέλω. Νοιώθω ότι δεν μπορώ. Ας χορέψω καλύτερα. Όχι γιατί εκεί είμαι καλή. Αλλά γιατί εκεί δεν έχει λέξεις. Ποια είναι η μέθοδός σου, με ρωτάνε. Η δοκιμή, τους απαντάω. Και κυρίως, η αποτυχία. Οι άλλοι δεν σου αναγνωρίζουν το δικαίωμα να αποτύχεις. Ένας λόγος παραπάνω για να το πάρεις μόνη σου. Δεν το κάνουν επίτηδες. Απλώς χρειάζονται να βλέπουν κάποιον που νικάει πάντα, για να ξεχνάνε τις δικές τους ήττες.  Η παρατήρηση.  Άκου. Πώς συζητάνε όταν περπατάνε; Όταν κάθονται; Όταν βρίσκονται; Όταν είναι μόνοι τους; Μιλάνε όταν είναι μόνοι τους; Κοίτα. Τι παρατηρείς περισσότερο; Τα χέρια. Πού κάθονται; Πώς κινούνται; Πού σταματάνε; Τα μάτια. Πού πηγαίνουν; Πώς ταξιδεύουν; Η αναπνοή. Βγαίνει εύκολα; Το σώμα. Στέκεται; Πώς στέκεται; Πηγαίνει; Πού πηγαίνει; Σταματάει; Γιατί δεν σταματάει; Έχει λέξεις; Πώς τις βγάζει; Η ειλικρίνεια. Τώρα. Τώρα, αυτό έχω. Μετά, μπορεί να έχω κάτι άλλο. Δεν έλεγα ψέμματα πριν. Πριν, έλεγα αυτό που είχα. Τώρα έχω και κάτι άλλο. Ή ίσως, τώρα έχω και κάτι λιγότερο. Ποια είναι η μέθοδός σου, με ρωτάνε. Η υπομονή. Αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμη. Η υπομονή είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Και η εμπιστοσύνη. Χωρίς υπομονή, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, έτσι κι αλλιώς. Κάθε φορά που ξεκινάω να γράψω, φοβάμαι. Σαν να μην θέλω. Νοιώθω ότι δεν μπορώ. Ας χορέψω καλύτερα. Όχι γιατί εκεί είμαι καλή. Αλλά γιατί εκεί δεν έχει λέξεις. Άλλος θεός εκεί. Ο ντε Σαντ λέει “Για μένα, ο τελευταίος λόγος δεν υπάρχει. Δεν μπορεί να ειπωθεί. Μένω πάντα με μία ερώτηση. Μένω πάντα με μία ερώτηση, που μένει πάντα ανοιχτή.” Τι θα απαντούσε ο Λάρυ του Ο’ Νηλ στον ντε Σαντ του Βάις; Θα του απαντούσε ότι, το μυστικό για να γίνει η επανάσταση είναι να μην έχεις ερωτηματικά. Να μην αναρωτιέσαι. Τόσο ανακουφιστικό να μην αναρωτιέσαι. Τόσο παρηγορητική η βεβαιότητα. Δύναμη για το κάθε αύριο που έρχεται. Και σίγουρα, όχι μέρος της μεθόδου μου.

Η Αγάπη της Φιλίας – Αναστασία Αντωνακάκη

“Η πραγματική τέχνη έχει την ικανότητα να μας κάνει νευρικούς. Με το να ελαχιστοποιούμε το έργο τέχνης στο περιεχόμενό του και μετά να ερμηνεύουμε αυτό το περιεχόμενο, υποτάσσουμε το έργο τέχνης. Η ερμηνεία κάνει την τέχνη διαχειρίσιμη, εύχρηστη. […] Πρέπει να σημειωθεί ότι, η ερμηνεία δεν είναι απλώς ο φόρος τιμής που πληρώνει η μετριότητα στην ιδιοφυία. Είναι, στ’ αλήθεια, ο σύγχρονος τρόπος να καταλαβαίνουμε κάτι […].“ – λέει η Susan Sontag στο δοκίμιό της, Against Interperation. Εγώ, λέω ότι αγαπάω πολύ τους φίλους μου.  Αγαπάω πολύ τους φίλους μου.  Αγαπάω την Μαρία, που πήγε στο Ηρώδειο να δει τους Πέρσες του Αισχύλου, που σκηνοθετούσε ο Καραντζάς. Πήγε να τους δει, επειδή της είχα πει ότι λάτρεψα την παράσταση. Και μου έστελνε βίντεο από τα σημεία που ήξερε ότι μου είχαν αρέσει, χωρίς να της έχω πει ποια σημεία είναι αυτά.  Αγαπάω την Ελεονώρα, που πριν από λίγες βδομάδες πήγε να δει τον Σιωπηλό Μάρτυρα του Χίτσκοκ σε θερινό. Ενθουσιάστηκα που θα πάει να δει μία από τις αγαπημένες μου ταινίες και όταν της το είπα, μου είπε “εγώ το διάλεξα!” και μετά μου έστειλε να μου πει πόσο της άρεσε η ταινία.  Αγαπάω τον Αλέξανδρο, που είδε την ταινία μου και μου είπε “εγώ δεν ξέρω απ’ αυτά, αλλά εκείνο το σημείο στο δάσος μου θύμισε αμέσως την σκηνή από τον Αστακό του Λάνθιμου!”. Να αγαπάτε τους φίλους σας – ειδικά τους φίλους σας που δεν ερμηνεύουν. Τους φίλους σας που απλώς, καταλαβαίνουν. Να αγαπάτε τους φίλους σας – ειδικά αυτούς που σας μαθαίνουν ότι το να καταλαβαίνετε, είναι πιο απλό απ’ ότι νομίζετε. Να αγαπάτε τους φίλους σας – ειδικά αυτούς που δεν είναι επαγγελματίες καλλιτέχνες. Αυτοί, είναι οι πιο καλλιτέχνες απ’ όλους μας. Να αγαπάτε τους φίλους σας – να θυμάστε να τους αγαπάτε κάθε μέρα λίγο περισσότερο. Γιατί οι φίλοι σας, είναι αυτοί που είναι οι πραγματικές ιδιοφυίες.

Το Καλοκαίρι του Καλοκαιριού – Αναστασία Αντωνακάκη

– Ω, καλοκαίρι. 2004 Καλοκαίρι είναι να ακούς τα παιδιά που έχουν εξοχικά, να μιλάνε για τα εξοχικά τους. Τα καλοκαίρια τους, δεν είναι τα καλοκαίρια σου. Το δικό σου ελληνικό καλοκαίρι ήταν πάντα μέσα στην πόλη. Διαμέρισμα, τσιμέντο, αγάπη και βιβλία. Ευτυχώς, πολύ κοντά στο τσιμέντο, υπήρχε η θάλασσα. Κι έτσι, μπορούσες πάντα να πηγαίνεις στην θάλασσα. Γι’ αυτό, μεγαλώνοντας, ονειρεύεσαι πάντα την θάλασσα – ό,τι εποχή κι αν κάνει. Καλοκαίρι είναι το Πήλιο και οι παραλίες που δεν τις ήξερε κανείς, γιατί τις έφτανες μόνο με βάρκα – και ευτυχώς, οι γονείς σου είχαν φίλους που είχαν και βάρκες, εκτός από εξοχικά, και σας πήγαιναν στην Φακίστρα και είχε πολλά χρώματα, σαν ουράνιο τόξο ήταν η Φακίστρα και βουτούσες στην θάλασσα από την βάρκα και η μαμά σου φοβότανε, αλλά εσύ κοίταζες τα χέρια σου να δεις αν βάφτηκαν χρωματιστά απ’ το ουράνιο τόξο και δεν είχαν βαφτεί ή τουλάχιστον δεν φαινόταν γιατί εσύ ήξερες ότι είσαι χρωματιστή, κι ας μην το έβλεπαν οι άλλοι. Καλοκαίρι είναι η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα. Η πρώτη φορά που είδες δουλειά του Παπαϊωάννου. Δεν ανέπνεες. Μαγεύτηκες. Θα την θυμάσαι για πάντα. Καλοκαίρι είναι να έχεις πάντα τα βιβλία σου. Που τα λατρεύεις, τα μισείς, τσακώνεσαι, τα εγκαταλείπεις και τα ξαναβρίσκεις. Γιατί είναι πάντα εκεί. Ό,τι και να κάνεις. Γιατί σε αναγκάζουν να συμφιλιωθείς με την παρουσία. 2024 Καλοκαίρι είναι να πηγαίνουν διακοπές όλοι σου οι γνωστοί κι εσύ όχι. Γιατί δεν μπορείς. Ούτε φέτος. Ούτε του χρόνου. Ούτε την μεθεπόμενη χρονιά. Ούτε και την επόμενη της μεθεπόμενης. Είναι να κλείνεις το ίντερνετ, για να μην τους βλέπεις να περνάνε καλά στα νησιά. Για να μην τους ζηλεύεις. Καλοκαίρι είναι να καταφέρνεις, τελικά, να πας στα νησιά. Και καλοκαίρι είναι εκείνο το καλοκαίρι που μπορούσες να πας στα νησιά, αλλά δεν ήθελες πια. Γιατί είναι τα νησιά των άλλων. Και δεν ζηλεύεις, πια. Καλοκαίρι είναι να φτιάχνεις το δικό σου νησί. Να το βρίσκεις και κυρίως, να σε βρίσκει αυτό. Καλοκαίρι είναι να κάνεις παύση και να βάζεις στόχο για την νέα χρονιά να σταματάς πιο συχνά. Περισσότερες παύσεις, λιγότερες ενοχές. Καλοκαίρι είναι μια παρουσία που σε δροσίζει σαν αεράκι. Σαν κρύο νερό, μέσα στην κάψα – την στιγμή που δεν αντέχεις κανένα ρούχο πάνω σου. Εντάξει, εκτός αν είναι το δικό του σώμα. Αυτό το θέλεις, όση ζέστη κι αν κάνει. Καλοκαίρι είναι να δέχεσαι την παρουσία. Καλοκαίρι είναι οι ουρανοί και οι αγκαλιές και τα αστέρια και οι πολλές πανσέληνοι που δεν έχει σημασία αν τις βλέπεις όντως, σημασία έχει που σκέφτεσαι με ποιον θα ήθελες να τις δεις. Όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο που σε κάνει να καταλάβεις ότι κι εσύ, πού και πού, έχεις άδικο – όταν γνωρίζεις έναν τέτοιον άνθρωπο, είναι πάντα καλοκαίρι. Καλοκαίρι είναι οι ταινίες του Ρομέρ, που δεν τις έχω δει ακόμη. Είναι να σκέφτομαι ότι θα τις δω μαζί σου και το καλοκαίρι του Ρομέρ θα γίνει το καλοκαίρι μας, το δικό μας καλοκαίρι. Καλοκαίρι είναι η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων στο Παρίσι. Όπερα και μέταλ μαζί, επισήμως. Επιτέλους, τα εφηβικά σου όνειρα βρίσκουν τον χώρο τους εκεί που τους αρμόζει: στην παγκόσμια σκηνή. Μαγεύτηκες. Θα την θυμάσαι για πάντα. Καλοκαίρι είναι αυτό που θα γεννήσει, ξανά και ξανά, την καινούργια χρονιά: τον Σεπτέμβρη. Γιατί, όποιος λέει ότι η αρχή του χρόνου είναι ο Γενάρης, λέει ψέμματα. Καλοκαίρι είναι να συγχωρείς τον εαυτό σου λίγο πιο συχνά. Και να τον αγαπάς, λίγο περισσότερο. Αυτό είναι καλοκαίρι. Είναι όλος ο κόσμος. Όλος ο κόσμος σου. Καλό καλοκαίρι! ♥

Το Δράμα του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος – Αναστασία αντωνακάκη

Τα αρχαία ελληνικά κείμενα πρέπει να μένουν ανέγγιχτα. Απείραχτα. Ανόθευτα. Γιατί μόνον έτσι δεν είναι επικίνδυνα. Μόνο αν τα βάλουμε σε ένα κουτί και του βάλουμε μέσα φορμόλη – μόνο τότε δεν θα κινδυνεύουμε από αυτά. Αν ξεχάσουμε ότι ο Αισχύλος μίλησε για αυτούς που έχασαν στον πόλεμο, ενώ ο ίδιος ήταν νικητής.  Αν ξεχάσουμε ότι ο Σοφοκλής μίλησε για το δίκαιο που δεν είναι γραμμένο πουθενά, πάρα μόνο μέσα μας, γι’ αυτό το δίκαιο που οι γραπτοί νόμοι παλεύουν πάντα να το φτάσουν. Αν ξεχάσουμε ότι ο Ευριπίδης χλευάστηκε στην εποχή του ως νεωτεριστής, ως μεταμοντέρνος, ως πειραματικός. Αν ξεχάσουμε ότι ο Αριστοφάνης στους Βατράχους του τον κοροϊδεύει και διαλέγει να φέρει πίσω τον Αισχύλο – η ποίηση του Ευριπίδη, λέει, πέθανε μαζί του. Ο από μηχανής θεός του Ευριπίδη είναι, απλώς, ένα τέχνασμα, για να καλύψει την άγνοιά του να κατασκευάζει ενδιαφέρουσες πλοκές. Αν ξεχάσουμε την θέση των γυναικών, των δούλων, των μεταναστών και την κρατήσουμε ίδια μέχρι και σήμερα – ανέγγιχτη, απείραχτη, ανόθευτη. Αν την κρατήσουμε ίδια μέχρι και σήμερα, μπορεί να την κρατήσουμε ακριβώς ίδια και σήμερα. Και στο άγραφο δίκαιο και κυρίως, στο γραπτό. Γιατί, στο κάτω-κάτω, είχαν και κάποιες αρχές τότε. Παρ’ όλο που η σεξουαλικότητά τους δεν ξεχώριζε φύλο. Παρ’ όλο που το βιολογικό τους φύλο δεν γνώριζε κοινωνικό. Άλλο αυτό. Αν ξεχάσουμε ότι τα αρχαία ελληνικά κείμενα μίλησαν ήδη από την εποχή τους για το ατομικό και το συλλογικό – με τρόπο αιρετικό.  Αν ξεχάσουμε ότι η τριλογία Αισχύλος-Σοφοκλής-Ευριπίδης καθρεφτίζει την εξέλιξη: ιστορική, πολιτική, κοινωνική, οικονομική. Αν ξεχάσουμε ότι καθρεφτίζει την πάλη, την άνοδο, την φθορά. Και ξανά απ’ την αρχή. Την συνέχεια. Την αντίληψη. Την δημιουργία.  Το καινούργιο, που πατάει στο παλιό και συνεχίζει.  Το καινούργιο, που πατάει το παλιό και συνεχίζει.  Το καινούργιο συντρίβει το παλιό. Κάνει καλά; Το κάνει σωστά; Η ιστορία θα δείξει. Οι άνθρωποι θα δείξουν. Αν ξεχάσουμε ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα αρχαία ελληνικά κείμενα, για να κάνουμε κριτική στα ίδια τα αρχαία ελληνικά κείμενα. Λίγα κείμενα έχουν γραφτεί, ήδη από την σύλληψή τους, με σκοπό να φτιάξουν εργαλεία για την ίδια τους την αναίρεση. Αν ξεχάσουμε ότι τα αρχαία ελληνικά κείμενα μπορούν να μιλήσουν για οτιδήποτε συμβαίνει σήμερα. Αν τα τοποθετήσουμε προσεκτικά μέσα σε ένα αποστειρωμένο μουσείο, αποκομμένα από την σημερινή τάση του διαλόγου των εκθεμάτων. Αν τα απομονώσουμε. Αν τα βάλουμε να στέκονται σε ένα βάθρο ως αυθεντία, που δεν επιτρέπεται να αποδομηθεί. Αν τα κάνουμε θεό – έναν θεό που μισεί τους ανθρώπους και τους τιμωρεί από ψηλά, αν αμφισβητήσουν τις εντολές του. Και αν τις παραβούν.  Αν πιστέψουμε ότι τα αρχαία ελληνικά κείμενα απευθύνονται σε ανθρώπους χωρίς ελεύθερη βούληση. Τότε και μόνον τότε, τα αρχαία ελληνικά κείμενα δεν είναι επικίνδυνα. Τότε και μόνον τότε, μπορούμε να τα παρουσιάζουμε στο θέατρο όπως πρέπει. Και στον κινηματογράφο. Και στα εικαστικά. Και στην καθημερινή μας ζωή. Στην καθημερινή μας ζωή, μόνον έτσι τα αρχαία ελληνικά κείμενα δεν είναι επικίνδυνα. Αλλιώς, θα μας βάλουν να σκεφτούμε. Γιατί, τα αρχαία ελληνικά κείμενα έχουν ένα πολύ σοβαρό ελάττωμα. Κάνουν πάρα πολλές ερωτήσεις. Και οι πάρα πολλές ερωτήσεις, αν δεν τις προσέξουμε, μπορούν να μας κλείσουν το σπίτι. Την τέχνη. Την χώρα. Γι’ αυτό, καλύτερα να μείνουν έτσι τα αρχαία ελληνικά κείμενα. Ανέγγιχτα. Απείραχτα. Ανόθευτα.

Ο Λόγος Της Μαγείας: Κίνηση Και Εικόνα – Μέρος 6ο – Αναστασία Αντωνακάκη

Χορός, Θέατρο, Κινηματογράφος: Η σχέση τελετουργίας και ορθολογισμού μέσα από την καλλιτεχνική πράξη Μέρος 6ο Lanthimos (2015). The Lobster. Film still Γ. Λάνθιμος (2009). Κυνόδοντας. Film still Στο τελευταίο μέρος του Λόγου της Μαγείας, βλέπουμε για ακόμη μία φορά το πώς η κίνηση και η εικόνα ασχολούνται με την σχέση της μαγείας και του ορθολογισμού. Κίνηση και εικόνα: χορός, θέατρο και κινηματογράφος χαράζουν δρόμους παράλληλους που, ευτυχώς, συναντιούνται κάτι παραπάνω από συχνά. Στην Κινέττα, τον Κυνόδοντα και το The Favourite βλέπουμε ποιότητες σχετικές με την τελετουργία της εξουσίας και τα επιμέρους μικρότερα τελετουργικά της ως προς τις σχέσεις: “Όπως και στα μεταγενέστερα έργα του Λάνθιμου, η «Κινέττα» αφορά σε μεγάλο βαθμό τα παιχνίδια ρόλων, ερμηνευμένα τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια, αλλά και μια εξερεύνηση του πώς οι μεταβαλλόμενες ταυτότητες επηρεάζονται από τους κανόνες και τα τελετουργικά πραγματικών ή επίκτητων κοινοτήτων. Περιγράφει τον Κυνόδοντα ως “την ιστορία ενός ατόμου που προσπαθεί να ξεφύγει από έναν πλασματικό κόσμο” και τις Άλπεις ως “ιστορία για ένα άτομο που προσπαθεί να μπει σε έναν κατασκευασμένο κόσμο, αλλά η Κινέττα είναι για ανθρώπους που προσπαθούν να ξεφύγουν από έναν πραγματικό κόσμο μέσω των κατασκευασμένων διαδικασιών.”.(1) To ίδιο βλέπουμε και στην φιλμογραφία του W. Kar-Wai, με τα μικρά τελετουργικά της καθημερινότητας, με τελετουργίες που αφορούν την αγάπη, την ανθρώπινη επαφή και τις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα, τόπους και χρόνους μη συμβατικά προσδιορισμένους, επαναληπτικά μοτίβα κίνησης, εικόνας, ήχου.(2) Η περίπτωση του ορθολογισμού που καταργεί τα συναισθήματα, τα χρώματα, το παιχνίδι και γίνεται μία γκρι κοσμοθεωρία που μοιάζει με φυλακή, δεν μπορεί ποτέ να είναι αρκετή για τον άνθρωπο. Ένας τέτοιος ορθολογισμός είναι οριακά σκοταδιστικός.(3) Κινείται αντίθετα προς ό,τι εξαγγέλλει ότι μάχεται. Δεν μπορεί μία κοινωνία να στηριχτεί πάνω σε αυτού του είδους τον ορθολογισμό και να περιμένει θετικά αποτελέσματα. Κάτι θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Ας μην ξεχνάμε ότι στην αρχαία Αθήνα, η τέχνη είχε φανερά και εκπαιδευτική λειτουργία.(4) Αν μπορούμε να συνδέσουμε το γεγονός αυτό με το τυπικό δίκαιο, που και το ίδιο εμφανίζει εκπαιδευτική λειτουργία, θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: το δίκαιο, ως κοινωνικό προϊόν, εκπαιδεύεται, εφόσον εκπαιδεύονται οι άνθρωποι που το φτιάχνουν. Η σύγκρουση του ορθολογισμού, που ταυτίζεται με την επιστήμη του δυτικού πολιτισμού, και της μαγείας, με την έννοια της πνευματικής δύναμης, είναι το πρωταγωνιστικό δίπολο και στο σύμπαν της Marvel, μέσα από τον Dr Strange. S. Derrickson (2016). Dr Strange. Film stills. Walt Disney Studios Motion Pictures Courtesy Everett Collection (W. Ide, 2016, The Guardian. Z. Sharf, 2021, Indiewire) Με διαφορετικά μέσα, περισσότερο ριζωμένα, ίσως, στην ποπ κουλτούρα,(5) ο Dr Strange ανακτά μέσα από την μαγεία, σωματικά και πνευματικά, ως ανθρώπινη ύπαρξη, όσα δεν κατάφερε μέσα από τον ορθολογισμό. Είναι, όμως, η μαγεία πράγματι τόσο παράλογη; (6) Στο σύμπαν της επιστημονικής φαντασίας όλα εξηγούνται, γιατί όλα βασίζονται σε μία λογική. Πάνω σ’ αυτήν την λογική στηρίζεται η δημιουργία του σύμπαντος. Άλλωστε, όπως οπουδήποτε αλλού, έτσι κι εδώ, το παράλογο χρησιμοποιείται για να αποδώσει το πραγματικό. “Το Σολάρις μιλούσε για ανθρώπους χαμένους στο σύμπαν και αναγκασμένους, θέλοντας και μη, να αποκτούν και να κατακτούν ολοένα περισσότερη γνώση. Η αδιάκοπη αναζήτηση του ανθρώπου για γνώση […] αποτελεί πηγή τρομερής έντασης, γιατί συνεπάγεται μόνιμο άγχος, κόπο, θλίψη και απογοήτευση, εφόσον η τελική αλήθεια δεν γίνεται ποτέ γνωστή.”.(7) Το ζήτημα αυτό διαπερνάει όλα τα είδη της τέχνης. Επανέρχεται διαρκώς στην θεματολογία της, σε διαφορετικούς χρόνους, με διαφορετικούς τρόπους, αλλά με τον ίδιο πυρήνα: την σχέση του ορθολογισμού με την μαγεία. Την τελετουργία μέσα από την επανάληψη. Την διερεύνηση των συνεπειών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Και τελικά, την σχέση θεωρίας και πράξης και την απόστασή τους. (1) Cinobo, 2023, Λάνθιμος. (2) Kar-Wai, 1994, 1995, 1997, 2000. (3) Εδώ ενδεικτικά βλ. τα έργα που κινούνται στο πλαίσιο της δυστοπίας, χαρακτηριζόμενα ως επιστημονική φαντασία, περιγράφοντας τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει ο άνθρωπος στον εαυτό του και την κοινωνία του και οδηγούμενος εκεί μέσα από τις επιλογές του ή την ανοχή του: Cuarón, 2006, Brooker, 2011, Miller, Atwood, 2017-, και πολλά άλλα. (4) Εδώ γίνεται μία σύνδεση και με τον μύθο, την μυθολογία, τις αξίες που αντανακλώνται μέσα από αυτήν, την εκπαιδευτική λειτουργία που είχε κάποτε ο μύθος, την σύνδεσή του με την μαγεία. Επιρροές από μύθους, είτε αυτοί σχετίζονται με την αρχαία ελληνική πραγματικότητα είτε με τον χριστιανισμό (και την ιστορία που μεσολαβεί και συνδέει αυτά τα δύο, την μετάβαση, τα στοιχεία της καθεμιάς που εμπεριέχονται στην άλλη κ.λπ.) βλέπουμε, ενδεικτικά: στο έργο του H. Miyazaki (ενδεικτικά βλ. 2001, 2004, 2023), του A. Jodorowski (ενδεικτικά, βλ. 1973), στο Killing of the sacred deer (2017) του Γ. Λάνθιμου, στο Venus in fur (2013) του R. Polanski, στο Angel’s egg (1985) του M. Oshii, και σε πολλά άλλα. (5) Brook, 1982, 61. (6) Βλ. και Landy, Saler, 2009. Επίσης, βλ. και Berry, 2000 και Holtzman, 2003. (7) Tarkovsky, 1987, 273. (8) Βλ. και Flaubert, 1982, Μπουβάρ και Πεκυσέ, 302: “– Όλα είναι κατορθωτά στο Θεό, και τα θαύματα είναι απόδειξη της θρησκείας. – Όμως υπάρχουν και οι φυσικοί νόμοι. – Δεν έχει σημασία. Τους διαταράζει για να διδάσκει, να σωφρονίζει. – Πού ξέρετε αν τους διαταράζει; απάντησε ο Μπουβάρ. Όσο η φύση ακολουθεί τη ρουτίνα της, δεν το συλλογιζόμαστε. Αλλά σ’ ένα ασυνήθιστο φαινόμενο, βλέπουμε το χέρι του Θεού. – Μπορεί και να είναι, είπε ο ιερωμένος. Όταν ένα γεγονός βεβαιώνεται από μάρτυρες; – Οι μάρτυρες τα χάφτουν όλα, γιατί υπάρχουν και ψεύτικα θαύματα! Ο αββάς κοκκίνσε: – Ασφαλώς… κάποτε. – Πώς θα τα διακρίνουμε απ’ τα αληθινά; Κι αν τα αληθινά που δίνονται σαν αποδείξεις χρειάζονται κι αυτά απόδειξη, τι να τα κάνουμε; […] Ορίστε, είπε μέσα του ο Πεκυσέ, ίδιο επιχείρημα όπως και για τους μάρτυρες: το δόγμα στηρίζεται πάνω στα πράγματα και τα πράγματα πάνω στο δόγμα.”.