Τι ώρα είναι; – Αναστασία Αντωνακάκη

Τον απασχολεί ο χρόνος. Η αγάπη είναι πάντα η απάντηση. Το μέλλον είναι εδώ. – Φλυαρεί; Ναι. Μοιάζει αφελές; Ναι. Είναι αχταρμάς; Ναι. Ναι σε όλα, χωρίς λευκό σε καμία παράγραφο. – Φλυαρεί. Μοιάζει αφελές. Και είναι αχταρμάς. Πράγματι. Ποιος το λέει; Ένας ενήλικας. Ένα παιδί; Τι θα έλεγε ένα παιδί; – Ένα παιδί δεν κάνει – και δεν λέει – ποτέ κάτι περιττό. Γιατί, ανακαλύπτει τον κόσμο. Όταν δεν ξέρεις τίποτα, δεν μπορείς να κάνεις κανένα λάθος. Απλώς, ψάχνεις. – Ένας ενήλικας οφείλει να μην κάνει – και να μην λέει – ποτέ κάτι περιττό. Πρέπει να ξέρει τι θέλει να πει. Να ξέρει πώς θα το πει, πότε θα το πει και σε ποιον θα το πει. – Ο Κόπολα γράφει εκεί που δεν πιάνει μελάνι όλους τους κανόνες που υπάρχουν για να φτιάξεις μια ιστορία. Φτιάχνει την ιστορία του με χιούμορ, κιτς, πολέμους, δυστοπίες, ιδέες, έρωτες, σκάνδαλα, ναζισμούς, Ρώμες, Ελλάδες, αρχαιότητες και φουτουρισμούς, γερασμένους και νεογέννητα, διαφθορές και αγάλματα που κλαίνε – “όσο σε λατρεύω, τόσο διαφθείρεσαι. Κάτι ήξεραν οι αρχαίοι που λάτρευαν τα αγάλματα” -, κτίρια που γκρεμίζονται, αποφθέγματα, φιλοσοφία και λιωμένα ρολόγια στους ουρανούς. Κι όλα αυτά, σε αφθονία. Δεν τον νοιάζει, πια. Τα βάζει όλα μέσα. Με απληστία. Απληστία πολλή, και πολύ. Μα, γιατί το κάνει τώρα αυτό; Δεν χρειαζόταν. Όμως – γιατί δεν χρειαζόταν; Τί δεν χρειαζόταν; Τι ώρα αποφασίσαμε τι είναι περιττό να ειπωθεί και τι όχι; – Η Σούζαν Σόνταγκ πάντα επαινούσε την απληστία. Τον Γκοντάρ, που έβαζε μέσα στις ταινίες του όλα όσα περνούσαν απ’ το κεφάλι του. Τον Κανέττι, που αποφάσισε στα 16 του ότι θα τα μάθει “όλα”, και περίπου τα κατάφερε. Τον Μπένγιαμιν, που μάζευε ατελείωτα βιβλία, και δεν σταμάτησε ποτέ. Η Σούζαν Σόνταγκ θα λάτρευε το Megalopolis. – Μια ταινία που σταματάει τον χρόνο, για λίγο και τον γυρίζει στην αρχή. Εκεί που τα λέμε όλα και δεν μας νοιάζει αν είμαστε φλύαροι αν είπαμε πολλά αν άρεσαν αυτά που είπαμε κι αν μας κατάλαβε κανένας. – Μια ταινία, που μοιάζει να’ ναι η πρώτη. Μια ταινία, που κουβαλάει τα χρόνια του ανθρώπου που την έφτιαξε. – Μια ταινία που μοιάζει να’ ναι η πρώτη. Μια ταινία, που κουβαλάει τον χρόνο του ανθρώπου που την έφτιαξε. Και γι’ αυτό, είναι επιλογή του. – Μια ταινία που λέει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Την δικιά του αλήθεια. Ορκίζεται.
Κριτικός Κινηματογράφου – Αναστασία Αντωνακάκη

Η Γ. σπουδάζει, για να γίνει κριτικός κινηματογράφου. Ή μάλλον, Κριτικός Κινηματογράφου. Με κεφαλαία. Για περισσότερο κύρος. Μπαίνοντας στην σχολή, συναντάει τους συμφοιτητές της. Είναι όλοι σκυθρωποί – η κατανόηση της τέχνης. Τους έχει κάνει ρυτίδες. Οι συμφοιτητές της ξέρουν ατέρμονα τερμζ. Ξέρουν όλη την ορολογία απέξω κι ανακατωτά. Παίζουν ξερή με τους όρους, αντί για τράπουλα – ολλανδική λήψη, βερτικάλ, πλονζέ και κοντρ, εστιακή απόσταση, βάθος πεδίου, ορίζοντας, ευρυγώνιος, ζενερίκ, ηχοτοπίο, μουβιόλα, εταλονάζ, αμόρσα, αμερικέν, βεριτέ, αξελερέ, τράβελινγκ, φόκους πούλερ, φισάι, ασέμπλι, πατίνα, μπεστ μποι, προοπτική, εστάμπλισινγκ σοτ, ρεπεράζ, ντεκουπάζ, ντουμπλάζ, αμπραγιάζ, ντεκαπάζ, νατουραλισμός, νεορεαλισμός, νεολογισμός, μαγικός ρεαλισμός, νέο κύμα Γαλλίας, Τσεχίας, Πολωνίας, Ισλανδίας, Ζουαζιλάνδης, Μαγιόρκας και Μαδαγασκάρης, DIT, CGI, VFX, αμπεμπαμπλόμ τουκειθεμπλομ, σκουληκομυρμηγκότρυπα, έκατσε η κουτσή κατσίκα τι κοιτάς, σήμερα πήραμε το τραμ, ο παπάς ο παχύς έφαγε παχιά φακή. Απ’ όλα αυτά, δεν έχουν πιάσει ποτέ τίποτα στα χέρια τους. Μόνο χαζεύουν τα μηχανήματα, στις προθήκες των μουσείων. Και αποφαίνονται. Τι κάνει το καθένα, πώς λειτουργούσε τότε, πώς λειτουργεί τώρα, τι αίσθηση δίνει, γιατί το χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης. Έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιήσει; Έχει νόημα; Είναι ενδιαφέρον; Έχει κάτι να πει; Είναι καινοτομία; Προχωράει την φιλμική γλώσσα; Πάντα αποφαίνονται. Αυτή είναι η δουλειά τους, άλλωστε. Ο κάθε Κριτικός, έχει το δικό του στυλ απόφανσης. Όλοι τους, όμως, έχουν ένα κοινό – – τα ξέρουν όλα. Κι ένα ακόμη – – έχουν πάντα δίκιο. Αυτό είναι και το βασικό πράγμα που μαθαίνει η Γ. στην σχολή. Πρέπει να κάνεις πάντα ότι τα ξέρεις όλα. Αυτή είναι η δουλειά σου, άλλωστε. Για να γίνεις Κριτικός, με κεφαλαία, για περισσότερο κύρος, πρέπει να κάνεις πάντοτε ότι τα ξέρεις όλα. Το πιο σημαντικό μάθημα εδώ, της είπε ο καθηγητής της, είναι η συμπεριφορά. Πρέπει, εσύ πρώτη, να σε αναγνωρίζεις ως αυθεντία. Είσαι αυθεντία. Αυτή είναι η δουλειά σου. Δεν έχει σημασία που η δουλειά σου είναι το έργο κάποιου άλλου. Όχι. Αυτό, δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει το δικό σου έργο, που είναι να τα ξέρεις όλα. Για το έργο κάποιου άλλου. Η Γ. ψέλλισε, μπορείς ίσως να δοκιμάσεις να κάνεις το δικό σου έργο – ο καθηγητής της την έκοψε, οι συμφοιτητές της την κοίταξαν έκπληκτοι, τι είπες; Όχι, όχι. Εδώ δεν επιτρέπονται τέτοιες διατυπώσεις. Εσύ, προσηλωμένη στο σκοπό σου. Η δουλειά σου είναι η πιο σημαντική. Και γι’ αυτό, θα συμπεριφέρεσαι ανάλογα. Συγκεντρώσου. Μάτια στον προορισμό. Τι θα έκαναν όλοι αυτοί χωρίς εμάς; Τι θα έκανε η αγορά χωρίς εσένα; Τι θα έκαναν οι άνθρωποι χωρίς την γνώμη σου;
Η ερώτηση-Αναστασία Αντωνακάκη

Η Β. νοιώθει πάντα πιο άνετα να παρατηρεί, παρά να συμμετέχει. Γι’ αυτό και, κάθε φορά που βγαίνει έξω, φοβάται. Κάθε φορά που βγαίνει έξω, και κάθεται στο ίδιο τραπέζι με άλλους ανθρώπους, φοβάται. Φοβάται, μην τυχόν και χρειαστεί να μιλήσει για τον εαυτό της. Κάθε φορά που είναι να βγει έξω, λίγο πριν φύγει απ’ το σπίτι, καθώς ετοιμάζεται, κάνει πρόβες. Φτιάχνει σύντομους μονολόγους, ταιριάζει τις επιθυμητές λέξεις και προσπαθεί να τις προφέρει. Μαντεύει τις ερωτήσεις. Tι δουλειά κάνεις; Με τι ασχολείσαι; Πότε έχεις ρεπό; Τι θα κάνεις το Σαββατοκύριακο; Καμιά καλή σειρά είδες τώρα τελευταία; Πού μένεις; Έχεις παιδιά; Όχι; Γιατί; Παντρεμένη; Ακόμα; Γιατί; Μόνη; Ακόμα; Γιατί; Βγαίνοντας από το σπίτι, περπατάει στους δρόμους με αλλοπρόσαλλη μουσική στ’ αυτιά της. Μέχρι να φτάσει στο σημείο συνάντησης, έχει ερμηνεύσει όλη την δισκογραφία της Μπρίτνει Σπήαρς, φορώντας φίδια για κασκόλ. Φτάνοντας στο σημείο συνάντησης, φοράει πια το πρόσωπο που πρέπει – επιτέλους. Με τις πρώτες χαιρετούρες, ο φόβος της σταδιακά εξαφανίζεται. Κανείς δεν θέλει να την ρωτήσει τίποτα. Πάντα το ξεχνάει αυτό. Ότι κανείς δεν θέλει να την ρωτήσει τίποτα. Κανείς δεν θέλει να ακούσει κάποιον άλλον ήχο, εκτός από την δική του φωνή. Γιατί, άραγε, τους φαίνεται τόσο σημαντικός αυτός ο ήχος; Δεν έχουν καν ωραία φωνή. Η Β. σκεφτόταν, ότι αν κάποιος της μιλούσε εκείνο το βράδυ, θα ήθελε να της κάνει μόνο μία ερώτηση. Είσαι χαρούμενη;
Hold that Pose – Αναστασία Αντωνακάκη

(Δύο άνθρωποι στέκονται πάνω στην σκηνή. Το φύλο τους είναι απροσδιόριστο. Φοράνε λευκά μακριά φορέματα που μοιάζουν με νυχτικά. Το ένα άτομο, το Χ. φοράει μαύρο σκούφο. Το άλλο άτομο, το Ψ., φοράει μαύρο σκούφο με κόκκινες βούλες.) Χ.: Πάντως, εσάς όλους που γίνατε επαναστάτες για να πάτε κόντρα στους γονείς σας, πολύ σας θαυμάζω. Όχι, πολύ σας θαυμάζω, αυτό να λέγεται! Ψ.: Δεν είναι έτσι. Χ.: Έχεις δίκιο, δεν είναι έτσι. Ψ.: Μην με κοροϊδεύεις. Εγώ που… Χ.: Πράγματι, όταν η συζήτηση ξεκινάει με το “εγώ που”, αυτή είναι μια συζήτηση που σίγουρα θα είναι ενδιαφέρουσα. Και ξέρεις ότι μου αρέσουν οι ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Ψ.: Αυτό που κάνεις είναι πολύ άδικο. Χ.: Η αλήθεια είναι ότι το να υποστηρίζεις το δίκιο του εργάτη, επειδή έτσι πας κόντρα στην μανούλα σου, είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος για να κάνεις ό,τι κάνεις. Ψ.: Δεν είναι έτσι. Χ.: Δεν πηγαίνεις κόντρα μόνο στην μανούλα σου, πηγαίνεις και στον μπαμπάκα σου; Ψ.: Κόψε την ειρωνεία, είναι πολύ αντιπαθητική. Και διδακτική. Δεν σου πάει. Χ.: Με ζηλεύεις. Ψ.: Σου είπα, δεν είναι έτσι όπως τα λες. Χ.: Και πώς είναι δηλαδή; Για πες μου και μένα να μάθω. Ψ.: Είναι θέμα ανάγκης. Χ.: Για’ μένα είναι θέμα ανάγκης. Για’ σένα, είναι θέμα πόζας. Ψ.: Τι θες να πεις δηλαδή; Χ.: Μόνο λόγια είσαι. Και, αν παίρνεις χρυσό μετάλλιο στο βάθρο της επανάστασης, είναι απλώς γιατί έχεις πιο πολύ χρόνο ν’ ασχοληθείς απ’ ότι εγώ. Ψ.: Στ’ αλήθεια, είσαι λάθος. Χ.: Έτσι ε; Τότε λοιπόν, θα σου δώσω μια ευκαιρία να μου το αποδείξεις ότι είμαι λάθος. Κι ότι δεν είσαι μόνο λόγια. Έχω μια πρόταση να σου κάνω. Ψ.: Ξέρεις ότι τιμώ την πράξη. Χωρίς την πράξη, δεν έχει νόημα η λέξη. Χ.: Αυτό ακριβώς περίμενα να ακούσω. Εξαιρετικά. Λοιπόν, η πρότασή μου είναι η εξής. Θα μου δώσεις τα χρήματά σου. Τα σπίτια σου, τα χωράφια σου. Και, για να είμαστε δίκαιοι, θα κρατήσεις ακριβώς ό,τι σου χρειάζεται για να ζήσεις – και κάτι λιγότερο. Υποστηρίζεις με πάθος τα δικαιώματα αυτών που έχουν λιγότερα από’ σένα – αυτό σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να ζήσεις σαν κι εμάς. Σωστά; (Σιωπή.) Χ.: Δεν μιλάς, βλέπω. Ψ.: Δεν μιλάω, γιατί σκέφτομαι. Είναι όντως πολύ καλή η ιδέα σου, αλλά η περιουσία μου δεν μου ανήκει αυτή τη στιγμή. Μπορώ να την χρησιμοποιώ, αλλά δεν μπορώ να την μεταβιβάσω. Ανήκει στους γονείς μου. Χ.: Κανένα πρόβλημα. Θα υπογράψουμε αυτή τη στιγμή ένα συμφωνητικό, που θα λέει ότι, μόλις η περιουσία μεταβιβαστεί σε εσένα, εσύ θα την δώσεις σε εμένα. (Παύση.) Χ.: (Χαμογελάει) Λοιπόν; Ψ.: Ναι. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε. Χ.: Θα το συντάξω εγώ το συμφωνητικό. Μην ξεχνάς ότι, αν και με λιγότερα από’ σένα, έχω σπουδάσει περισσότερα από’ σένα. (Φεύγουν από την σκηνή. Όταν επιστρέφουν, το Χ. κρατάει χαρτιά και ένα φτερό. Κάθεται κάτω και γράφει.) Χ.: Για να είμαστε τυπικοί. Μην νομίζεις ότι σε κλέβουμε κιόλας. (Το Χ. υπογράφει με το φτερό σε δύο χαρτιά. Το Ψ. σκύβει και υπογράφει κι αυτό. Το Χ. δίνει το ένα χαρτί στο Ψ.) Χ.: Και αντίγραφο. Επαγγελματικά πράγματα. (Παύση.) Χ.: Τα λέμε. Ψ.: (Περνάει το χέρι του στους ώμους του Χ.) Τα λέμε, σύντροφε. Χ.: (Απομακρύνει το χέρι του Ψ.) Ας μην χρησιμοποιούμε καταχρηστικά τους όρους. (Η σκηνή αρχίζει να περιστρέφεται. Το Ψ. απομακρύνεται από το Χ. Διασταυρώνονται οι πλάτες τους. Η σκηνή σταματάει να γυρίζει. Το Χ. κοιτάζει το κοινό. Το Ψ. κοιτάζει τον πίσω τοίχο της σκηνής. Το φως που φωτίζει το Ψ. σβήνει.) Χ. (φωνάζει) Πού είσαι; Πέρασε η ώρα. (Μια σκιά περνάει τρέχοντας πίσω από το Χ.) Χ. (χαμογελάει) Πού είσαι; Σε περιμένω. Είναι η ευκαιρία σου. (Μια σκιά περνάει τρέχοντας πίσω από το Χ.) “Να του πεις ότι τον περιμέναμε. Να του το πεις.” (Κρατάει το χαρτί στο χέρι του θριαμβευτικά – είναι σκισμένο. Εμφανίζεται η σκιά. Το Χ. μιλάει στην σκιά.) Και μετά, να του πεις ότι δεν τον περιμέναμε και για πολύ. (Η σκιά μένει. Το Χ. φεύγει από την σκηνή. Σβήνουν τα φώτα.) ΤΕΛΟΣ
Αγαπητέ μου Τσέζαρε – Αναστασία αντωνακάκη

Το πιο δύσκολο δεν είναι το να σε ξεπεράσω. Αυτό είναι μάλλον εύκολο. Άλλωστε, έχω ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου μόνη μου. Το πιο δύσκολο είναι να ξεπεράσω το ότι δεν είμαι αρκετή για να είμαι μαζί σου. Σε κοιτάζω και σκέφτομαι. Γιατί αυτό δεν μου είναι αρκετό; Ευγένεια και καλοσύνη. Κοιτάζω την ζωή σου και σκέφτομαι. Γιατί αυτό δεν μου είναι αρκετό; Ένα οχτάωρο, ένα φαγητό και μια καληνύχτα. Κοιτάζω την πόλη σου και σκέφτομαι. Γιατί αυτό δεν μου είναι αρκετό; Ένας ήλιος, μια θάλασσα, ένα βουνό και δυο φίλοι. Τι πειράζει που δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα; Τι πειράζει που δεν είμαστε στο ίδιο μέρος; Τι πειράζει που, εκεί που εσύ βλέπεις μνημεία, εγώ βλέπω ζωή; Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Αυτοί που έχουν περιέργεια κι αυτοί που δεν έχουν. Ο κόσμος αλλάζει από αυτούς που έχουν περιέργεια. Αλλά, ο κόσμος ανήκει σ’ αυτούς που δεν έχουν. Έχω σκεφτεί μια λύση, ίσως. Ίσως, αν εγώ είμαι ο Τσέζαρε κι εσύ ο Καλιγκάρι, και με υπνωτίσεις – από επιλογή μου. Να με υπνωτίσεις. Αν με υπνωτίσεις, δεν θα έχω πια περιέργεια. Αν με υπνωτίσεις, θα μου είναι αρκετά όλα αυτά. Αν με υπνωτίσεις, θα ανήκει και σε μένα πια ο κόσμος. Ο κόσμος θ’ αλλάξει λιγότερο, αλλά τουλάχιστον θα γίνω ο κατάλληλος άνθρωπος για σένα. Κι αν το να με υπνωτίσεις είναι επιλογή μου, αυτό μειώνει τον τρόμο. Έτσι δεν είναι;
2046, Γράμμα στην Ορέστεια – Αναστασία Αντωνακάκη

Αγαπημένη μου Ορέστεια, Ελπίζω αυτό το γράμμα να σε βρίσκει καλά. Πάει καιρός που σε είδα. Ήθελα να σου γράψω. Εδώ και καιρό, ήθελα να σου γράψω. Αποφάσισα, όμως, αυτή τη φορά να μην βιαστώ. Όλο βιάζομαι. Όλοι βιάζονται. Αν δεν μιλήσω για κάτι την στιγμή που συμβαίνει, δεν θα’ χει νόημα αργότερα. Σήμερα, τίποτα δεν έχει νόημα αργότερα. Πρέπει να σε καταναλώσω τώρα. Για να καταναλώσω μετά το επόμενο. Μόνο γι’ αυτό ξυπνάω κάθε μέρα. Για το επόμενο. Αλλά, ξέρεις κάτι, δεν πειράζει. Δεν είμαι δημοσιογράφος. Ούτε κριτικός. Κι ούτε θέλω να γίνω. Ευτυχώς. Γιατί έτσι, μπορώ να σου γράφω όποτε θέλω. Τώρα που σου γράφω, όμως, δυσκολεύομαι. Φοβάμαι μην γίνω φλύαρη, αλλά δυσκολεύομαι να μην τα βάλω όλα μέσα. Φοβάμαι μην γίνω φλύαρη, αλλά δεν ξέρω τι να αφαιρέσω. Μπορείς να με βοηθήσεις; Να αφαιρέσω το σώμα; Την φωνή; Ίσως το μοιρολόι της Κασσάνδρας; Ή μήπως την Κλυταιμνήστρα; – “Γνωρίζετε την ιστορία μου: δεν υπάρχει κανείς από’ σας που να μην την έχει επαναλάβει είκοσι φορές […] αλλά κι ούτε μία απ’ τις γυναίκες σας που να μην έχει ονειρευτεί μια νύχτα της ζωής της να ήταν Κλυταιμνήστρα”; Μια φίλη λέει, “πίσω από έναν επιτυχημένο άντρα, κρύβονται πάντα πολλές δυστυχισμένες γυναίκες”. – Να αφαιρέσω τον Αγαμέμνονα; Ή μήπως τον Αίγισθο; – Η λογική είναι αντρική υπόθεση, άλλωστε. Άλλωστε, “Η μάζα είναι γένους θηλυκού κι ακολουθεί τον αρχηγό”. – Μην μιλάς για τους κλασσικούς. Μην λες τίποτα. Δεν μπορείς να τους κρίνεις. Δεν μπορείς να διαβάζεις τα κείμενα του τότε με τους όρους του τώρα. Ήταν άλλες εποχές τότε. Πιο ωραίες. Πιο ελεύθερες. Εκτός αν ήσουν γυναίκα. Ή δούλος. Θα μας απαγορεύσουν και τους κλασσικούς στο τέλος. Αναρωτιέμαι, τι σημαίνει κλασσικό; Ο Τερζόπουλος όταν έκανε τις Βάκχες το 1986 ήταν πειραματικός. Σήμερα, τον λένε κλασσικό. Μάλλον το μόνο πράγμα που σε κάνει πειραματικό, είναι το να πειράζεις τις λέξεις του κειμένου. –Να αφαιρέσω τον Χορό; Ή μήπως τις Ερινύες; -Σκέφτομαι, το αρχαίο ελληνικό δράμα είναι σπουδαίο, γιατί κάνει κριτική στον ίδιο του τον εαυτό.Εμείς, πάλι, που το τοποθετούμε σε ένα βάθρο απλησίαστο, καθόλου σπουδαίοι δεν είμαστε. Εμάς, δεν μας νοιάζει να συνομιλήσουμε. Μας νοιάζει να θεοποιήσουμε.Βέβαια, από την άλλη, είναι κι αυτή η ανάγκη μας να λατρεύουμε κάτι. Ο ορθολογισμός δεν τα πήγε και τόσο καλά στο να γιατρέψει τις πληγές μας.Αυτή η ανάγκη να υπάρχει αυτό το κάτι που θα μου πει τι να κάνω. Που θα πάρει την ευθύνη. Είναι τόσο ανακουφιστικό να φταίει αυτό το κάτι, και όχι εγώ.Αυτό το κάτι που θέλω.-Πού τα ξέρεις εσύ όλα αυτά, μικρό κορίτσι;-Η Αθηνά είναι σοφή, έξυπνη, διανοούμενη, πνευματική. Αλλά όχι σεξουαλική. Αυτά τα δύο, δεν πάνε ποτέ μαζί.-Να αφαιρέσω τον Ορέστη;Ή ίσως τον Απόλλωνα;-Μια φίλη λέει, “πίσω από έναν επιτυχημένο άντρα, κρύβονται πάντα πολλές δυστυχισμένες γυναίκες”.Μην μιλάς για τους κλασσικούς. Μην λες τίποτα. Δεν μπορείς να τους κρίνεις. Δεν μπορείς να διαβάζεις τα κείμενα του τότε με τους όρους του τώρα. Ήταν άλλες εποχές τότε. Πιο ωραίες. Πιο ελεύθερες. Εκτός αν ήσουν γυναίκα. Ή δούλος.Βέβαια, από την άλλη, είναι κι αυτή η ανάγκη μας να λατρεύουμε κάτι.Αυτή η ανάγκη να υπάρχει αυτό το κάτι που θα μου πει τι να κάνω. Που θα πάρει την ευθύνη. Είναι τόσο ανακουφιστικό να φταίει αυτό το κάτι, και όχι εγώ.-Αγαπημένη μου Ορέστεια, σε ευχαριστώ. Όχι για τις απαντήσεις που μου έδωσες. Για τις ερωτήσεις που μου χάρισες.Δική σου,πάντα,Α.
Οι Παροιμίες – Αναστασία Αντωνακάκη

Ξέρεις τι είναι αυτό που στενεύει τον χρόνο; Το να πιστεύεις πως δεν τον έχεις. – Γιατί κλαίς; Γιατί, επιτέλους, είμαι ελεύθερη από αυτά που πίστευα. – Δεν θέλω να είμαι δυνατή. Χαρούμενη θέλω να είμαι. – Γιατί με βγάζεις φωτογραφίες; Γιατί, θέλω να ξέρω ότι θα ζήσεις για πάντα. – Πότε κάτι είναι καλό; Όταν λέει την αλήθεια. – Σήμερα το πρωί ξύπνησα και ήξερα ποια είμαι, τι θέλω να κάνω και τι θα κάνω. – Μπορεί να μην μοιάζω 30, αλλά νοιώθω 30. Θεέ μου, τι ανακούφιση. – Ένοιωθα πάντα πιο άνετα να παρατηρώ, παρά να συμμετέχω. – Πού τα ξέρεις εσύ όλα αυτά; – Δεν είμαι καλύτερη από σένα. Απλώς, παρατηρώ περισσότερο από σένα. – Να παρατηρείς. Μη με θαυμάζεις. Παρατήρησε. – Με ρώτησες, ποια δύναμη θα ήθελα να έχω. Να πετάω, να γίνομαι αόρατη ή να διαβάζω το μυαλό των ανθρώπων. Να διαβάζω αυτά που γράφω σαν να τα έχει γράψει κάποιος άλλος, σου απάντησα. – Πάντα φοβόμουν μην γίνω αυτή που μελετάει τους άλλους, αντί αυτή που την μελετάνε. – Όχι, δεν φαίνεσαι επιθετική. Φαίνεται, απλώς, σαν πάντα να σκέφτεσαι περισσότερα απ’ όσα λες. – “Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους”, λέει ο Αναγνωστάκης. – Έλεγα πως δεν με νοιάζει να απευθυνθώ σε κανέναν. Δεν ήταν ψέμα αυτό. Φόβος ήταν. Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους, λέει ο Αναγνωστάκης. – “Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά πτώματα από τον ουρανό λουλούδια κι ό,τι το καλό σ’ αυτό τον άγριο κόσμο κινδυνεύει”, λέει ο Σαχτούρης. – Λουλούδι μου, γιατί σκοτείνιασες; – Μαζεύω λουλούδια κι ό,τι το καλό σ’ αυτό τον άγριο κόσμο κινδυνεύει, λέει ο Σαχτούρης. – Τριαντάφυλλό μου. – Και ξαφνικά, όλα τα ποιήματα, επιτέλους, βγάζουν νόημα.
Κάτι Καινούριο, Κάτι Παλιό, Κάτι Δανεικό και Κάτι Γαλάζιο – Christmas Edition 2 – Αναστασία Αντωνακάκη

Χριστούγεννα στο Θέατρο Κάτι Καινούργιο Μικρά πράγματα σαν κι αυτά της Claire Keegan. “Η Keegan είναι η θεά των μικρών πραγμάτων.”, λέει η Herald. “Το Μικρά πράγματα σαν κι αυτά μας διαβεβαιώνει ότι […] η καλοσύνη, όπως και η μιζέρια, είναι μεταδοτικές.”. Το 1985, σε μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Ένας από τους κατοίκους της, ο Μπιλ Φέρλονγκ, είναι προμηθευτής καυσόξυλων και πατέρας πέντε κοριτσιών. Νωρίς ένα πρωί, φτάνει στο τοπικό μοναστήρι, ψηλά στον λόφο, για να παραδώσει μια παραγγελία. Εκεί, θα ανακαλύψει κάτι που θα τον φέρει αντιμέτωπο με το παρελθόν του. Και με την συνένοχη σιωπή μιας πόλης που, τελικά, βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας. H Σκωτία έχει ήδη τιμήσει την χριστουγεννιάτικη ιστορία της Keegan στο Pavilion Theatre, στην Γλασκώβη. Κάτι Παλιό Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πρώτον, γιατί κάθε άνθρωπος ψάχνει την απάντηση στο “τι σημαίνει Χριστούγεννα”. Συνήθως, κάθε χρόνο, σημαίνει κάτι διαφορετικό. Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, όμως, (θα) σημαίνουν πάντα (τα) Χριστούγεννα. Και δεύτερον, γιατί κάθε άνθρωπος μετά τα 18, πρέπει να διαβάσει Παπαδιαμάντη μόνος του. Μόνο έτσι θα ανακαλύψει ότι ο Παπαδιαμάντης είναι σπουδαίος για όλους τους άλλους λόγους και καθόλου γι’ αυτούς που του είπαν στο ελληνικό σχολείο. – Και για να θυμηθεί το πολυτονικό. Γιατί, “οι λέξεις χωρίς τους τόνους τους, είναι ξεσκέπαστες”. – Αν δε αυτός ο κάθε άνθρωπος πετύχει μέσα στα Χριστούγεννα και ένα θεατρικό αναλόγιο με αυτά τα διηγήματα, τότε είναι σίγουρα ένας πολύ τυχερός άνθρωπος. Και αυτά τα Χριστούγεννα θα είναι τα καλύτερα της ζωής του – ή πάντως, θα είναι σίγουρα τα πιο ζεστά. Κάτι Δανεικό Η πιο δυνατή, του August Strindberg. Στην έκδοση της Δωδώνης, του 1977, μαζί με το Δεσποινίς Τζούλια. Βιβλίο δανεικό από μία ηθοποιό, που σπούδαζε στο Τέχνης το 1982. Η πιο δυνατή είναι μια χριστουγεννιάτικη ιστορία όπου κοντράρονται δύο γυναίκες που αγαπούν τον ίδιο άντρα. Ο Strindberg ίσως να ήταν μισογύνης. Ίσως και να πίστευε ότι ο μοναδικός προορισμός των γυναικών είναι να πολεμούν μεταξύ τους για την προσοχή του αρσενικού. Και, μεταξύ μας τώρα, δεν υπάρχει καλύτερο θέμα συζήτησης για το πρωτοχρονιάτικο οικογενειακό τραπέζι από αν ο Strindberg ήταν μισογύνης ή όχι. Κάτι Γαλάζιο Περιμένοντας τον Γκοντό του Samuel Beckett. Ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν, φορώντας τα κουρέλια τους, στέκονται δίπλα σε ένα δέντρο, συζητούν για διάφορα πράγματα, συναντιούνται τυχαία με τρεις περίεργους τύπους, και, κυρίως, περιμένουν κάποιον άλλον. Που δεν έρχεται ποτέ. Ο ίδιος ο συγγραφέας “έχει πει πως δεν τον ενδιαφέρει τόσο ο Γκοντό, όσο το “Περιμένοντας”.”, λέει ο Günther Anders. Χωρίς τόπο και χωρίς χρόνο, θα μπορούσε να συμβαίνει κάποια Χριστούγεννα, κάπου στον δυτικό κόσμο. Γιατί στον δυτικό κόσμο πάντα κάπου έχει πόλεμο. Άλλωστε, ο δυτικός κόσμος πάντα φροντίζει να δημιουργεί πολέμους. Γιατί ο καθένας ψάχνει τον δικό του Γκοντό – και αυτό συμβαίνει λίγο περισσότερο τις μέρες των Χριστουγέννων. Και κυρίως, γιατί τα Χριστούγεννα είναι χρόνος αναμονής. Το ενδιάμεσο. Τα Χριστούγεννα είναι μετά από κάτι και πριν από κάτι άλλο. Μετά τα Χριστούγεννα, πάντα, όλοι, κάτι περιμένουν. “Να του πεις, ότι τον περιμέναμε. Να του το πεις.”. – και μια Ευχή Καλή, τυχερή, δημιουργική, όμορφη, χαρούμενη χρονιά!
Κάτι Καινούριο, Κάτι Παλιό, Κάτι Δανεικό και Κάτι Γαλάζιο – Christmas Edition – Αναστασία Αντωνακάκη

Χριστούγεννα στην Οθόνη Κάτι Καινούργιο The Holdovers ή τα Παιδιά του Χειμώνα. Γιατί, το απλό είναι μεγαλειώδες. Ειδικά τα Χριστούγεννα. Γιατί, το πιο σημαντικό είναι να είσαι κανονικός. Και αν βρίσκεις και παρέα – εκείνη την παρέα, που μπορείτε να είστε κανονικοί μαζί – αυτό είναι το καλύτερο δώρο. Και, αυτήν την παρέα, συνήθως την βρίσκεις εκεί που το περιμένεις λιγότερο. Αλλά, υποθέτω, αυτό ακριβώς σημαίνει Χριστούγεννα: να συμβαίνουν τα πράγματα που θέλεις, την στιγμή που δεν τα περιμένεις. Κάτι Παλιό Όλα τα Thanksgiving, χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα επεισόδια από τα Φιλαράκια. Πού αλλού θα βρει κανείς γλυκά με μαρμελάδα και κρέας, πόθο για τον Ζακ Κουστώ, κρυφά μεθύσια σε φοιτητικές εστίες, Μπραντ Πιτ, δυσλειτουργικές οικογένειες, ασχημόπαπα που μεγαλώνοντας γίνονται κύκνοι, μαθήματα σαγήνης, κομμένα δάχτυλα που αντικαθίστανται με καρότα; Αλλά και στόχους για την νέα χρονιά, που συνδυάζονται απαραιτήτως με ένα μαύρο στενό δερμάτινο παντελόνι, χορογραφίες ξεθαμμένες από την εφηβεία, που επιτέλους ήρθε η ώρα να πάρουν την παγκόσμια αναγνώριση που τους αξίζει σε τηλεοπτικό σόου, χριστουγεννιάτικα τραγούδια κομμένα και ραμμένα στα μέτρα των φίλων σου, τον Άη Βασίλη και τον Σούπερμαν και ένα αρμαντίλο να αφηγούνται μια ιστορία για τα Χριστούγεννα σε ένα παιδί; Κάτι Δανεικό Μια βιντεοκασέτα με Τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Μίκυ (βασισμένο στα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Ντίκενς), στην πρώτη μεταγλώττιση στα ελληνικά, αυτήν του 1993. Μα, πώς αλλιώς μπορεί ένα παιδί να μάθει την λέξη “αγυρτεία”, αν όχι από κινούμενα σχέδια; Μπορεί ο Σκρουτζ να λέει συνέχεια αυτήν την λέξη, αλλά, τελικά, μέχρι κι αυτός λυγίζει από τα πνεύματα των Χριστουγέννων. Φυσικά, η ταινία τελειώνει με τον Σκρουτζ να βοηθάει τους φτωχούς και να μοιράζει δώρα στα παιδιά. Στην ίδια κασέτα, υπάρχει και το Εργαστήριο του Άη Βασίλη. Αυτό το εργαστήριο έχει όλα όσα περιμένεις να δεις, ως παιδί – τουλάχιστον τότε. Και νάνους και ταράνδους και έλκηθρα και τον Άη Βασίλη να λέει “Χο-Χο-Χο” και έξω χιονίζει. Και έχει και πολλά, πολλά παιχνίδια που είναι όλα ζωντανά – όπως συμβαίνει στ’ αλήθεια, δηλαδή. Στην ίδια κασέτα, στο τέλος, υπάρχει και Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο του Πλούτο. Οι Τσιπ και Ντέηλ του κάνουν την ζωή δύσκολη. Ο Πλούτο είναι ο αντιήρωας της καρδιάς κάθε παιδιού, που παλεύει να σώσει τα Χριστούγεννα και τα στολίδια τους από την καταστροφική μανία των δύο – κατά τα φαινόμενα μόνο συμπαθητικών – σκίουρων. Κάτι Γαλάζιο Το επεισόδιο 3 από την σειρά “Δεκάλογος” του Kieslowski. Μνήσθητι την ημέραν του Σαββάτου αγιάζειν αυτήν, ή αλλιώς, η τέταρτη εντολή. Είναι παραμονή Χριστουγέννων και ο Janusz, οδηγός ταξί, ντύνεται Άγιος Βασίλης, σύμφωνα με το πολωνικό έθιμο, για να μοιράσει δώρα στα παιδιά του. Πηγαίνει στην εκκλησία μαζί με την γυναίκα του – που μοιάζει χαρούμενη. Τη γιορτινή οικογενειακή ατμόσφαιρα έρχεται να διακόψει μία άλλη γυναίκα, η Ewa. Τηλεφωνεί στον Janusz και του ζητάει να τη βοηθήσει να βρει τον άντρα της που αγνοείται. Αυτός, σε ανάμνηση της ερωτικής σχέσης που είχε κάποτε μαζί της, δέχεται. Δικαιολογείται στην γυναίκα του και φεύγει με την πρώην αγαπημένη του προς τα νοσοκομεία και τα νεκροτομεία της πόλης. Τελικά, περιπλανιέται όλη την νύχτα μαζί της. Η Ewa του αποκαλύπτει ότι, ευτυχώς που έμεινε μαζί της όλη την νύχτα. Γιατί αυτό, γι’ αυτήν, ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Όντως. Το πρωί, o Janusz επιστρέφει στο σπίτι του. Ξημερώνει Χριστούγεννα και όλοι βρίσκονται εκεί που πρέπει. Μάλλον.
Τα Λουλούδια της Věra Chytilová – Αναστασία Αντωνακάκη

H Μαρία και η Μαρία είναι δύο. Μάλλον. Είναι φίλες. Σίγουρα. Είναι κούκλες. Και μαριονέτες. Και στρατιωτάκια. Και βαγόνια. Και μήλα. Και δέντρα. Και κρεβάτια. Και συντρόφισσες. Και άνθρωποι. Ή μάλλον, όχι άνθρωποι. Γυναίκες. Το εκμεταλλεύονται. Αυτό, ναι, αυτό. Που είναι γυναίκες. Αυτό λέω. “Υποθέτω ότι κάποιοι με βλέπουν ως απειλή. Εντάξει, λοιπόν. Τότε, θα είμαι μια χαρούμενη απειλή. Μια απειλή μέσα σε ροζ και χρυσό… Μια απειλή πολυτελείας!”[1] Έτσι κι αλλιώς, ποια είναι η άλλη τους επιλογή; Να είναι το θύμα. Βέβαια, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, εκτός από αυτή. Απλώς, οι Μαρίες αποφασίζουν να διασκεδάσουν και λίγο μ’ αυτό. “Σαν αιχμάλωτος πολέμου ριγμένος σε βαθύ πηγάδι δεν ξέρω πια που είμαι και τι με περιμένει . Το μόνο που γνωρίζω σε αυτή την επίμονη και σκληρή μάχη με τον διάβολο, κυρίαρχο των δυνάμεων της ύλης, είναι ότι ξέρω πως θα νικήσω εγώ, αυτή είναι η μοίρα μου […]”[2] Και, ξέρεις, αν διασκεδάζεις με την κατάστασή σου – αυτό είναι το πρώτο βήμα για να βγεις απ’ αυτήν. “Τι αποπνικτικός καιρός. Φαίνεται πως θα έχουμε καταιγίδα απόψε. Εσείς ή θα φιλοσοφείτε συνέχεια ή θα μιλάτε για χρήματα, πιστεύετε πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία πέρα από τη φτώχια, κατά τη γνώμη μου όμως, είναι χίλιες φορές καλύτερα να είσαι ντυμένος στα κουρέλια και να μην έχεις τι να φας, παρά… Αλλά δεν μπορείτε να καταλάβετε εσείς αυτό το…”[3] Η Χιτίλοβα κάνει γυρίσματα μέσα στην άνοιξη που ήρθε για λίγο με εκείνον τον – πώς τον λέγανε να δεις. Δεν θυμάμαι το όνομά του, όχι γιατί δεν ξέρω ιστορία, αλλά γιατί δεν ήταν και πολύ καλός χριστιανός. Η μπουγάδα του έβγαζε ροζ. Και ας είμαστε λίγο σοβαροί – βγήκε ποτέ τίποτα καλό από το ροζ; Δεν θα το’ λεγα. Γι’ αυτό, εμείς, θέλουμε μόνο ανόθευτο χρώμα. Καθαρό. Χωρίς προσμείξεις. (Να, σ’ αυτό μοιάζουμε με τους άλλους. Μισούμε τον άνθρωπο.) Αλλά, δεν είναι που συμπαθώ το ροζ. Είναι που κανείς ανόθευτος δεν θα μου πει ποιο χρώμα πρέπει να συμπαθώ. – Μετά την άνοιξη, ήρθε ο χειμώνας. Κανένα ενδιάμεσο στάδιο. Η ταινία της Χιτίλοβα απαγορεύτηκε. Γιατί απεικονίζει τεράστια σπατάλη φαγητού. Και μάλιστα “σε μία εποχή που οι αγρότες μας προσπαθούν με μεγάλες δυσκολίες να ξεπεράσουν τα προβλήματα της αγροτικής μας παραγωγής.” (sic)[4] Ξέρουν αυτοί από αγρότες. Κι από εργάτες ξέρουν. “Ο άνθρωπος οφείλει να μοχθεί, να εργάζεται με τον ιδρώτα του προσώπου του, όποιος κι αν είναι αυτός, και πως μέσα σ’ αυτό κλείνεται το νόημα και ο σκοπός της ζωής του, η ευτυχία του, οι ενθουσιασμοί του. Τι καλά είναι να’ ναι κανείς εργάτης, που σηκώνεται πριν ακόμα φέξει και σπάει πέτρες στον δρόμο, είτε τσοπάνης, είτε δάσκαλος που διδάσκει τα παιδιά, είτε μηχανικός σ’ έναν σιδηρόδρομο… Θεέ μου, μα όχι, ούτε καν άνθρωπος, καλύτερα να’ ναι κανείς ένα βουβάλι, καλύτερα να’ ναι κανείς ένα απλό άλογο, φτάνει μονάχα να δουλεύει, παρά να’ ναι μια νέα γυναίκα που σηκώνεται στις δώδεκα το μεσημέρι, έπειτα πίνει τον καφέ της στο κρεβάτι, υστερότερα κάνει δύο ώρες για να ντυθεί… ω, πόσο είναι απαίσιο! Όπως στην μεγάλη ζέστη σου’ ρχεται να πιεις, έτσι κι εμένα μου’ ρθε η όρεξη να δουλέψω. Κι αν δεν με δείτε να σηκώνομαι νωρίς και να εργάζομαι, τότε να πάψετε πια να μ’ έχετε φίλη σας […].”[5] Όλα τα ξέρουν αυτοί. Γι’ αυτό είναι Αρχηγοί. Και ξέρουν κι από γέλιο. Γι’ αυτό απαγορεύουν τις φάρσες. Γιατί, οι φάρσες μεταμορφώνονται σε λουλούδια και τους κοροϊδεύουν όλους. Όλους. Κανέναν δεν αφήνουν. Και ξεφεύγουν συνέχεια και κανείς δεν μπορεί να τις πιάσει, έχουν αυτόν τον μηχανισμό που είναι σαν αυτοάνοσο, αλλά καλό, υπάρχει κάποια λέξη γι’ αυτό άραγε, να θυμηθώ να το ψάξω, γιατί άμα είσαι και φάρσα και λουλούδι είσαι μάλλον το καλύτερο πλάσμα που υπάρχει στην γη, γιατί τα συνδυάζεις όλα, τα έχεις όλα και κυρίως, έχεις την ιδανική σύσταση για να αγαπάς, να αγαπιέσαι και να ξεφεύγεις, δηλαδή, μεταξύ μας τώρα, τα τρία πιο σημαντικά συστατικά της ζωής. “- Ηρέμησε, η μητέρα σου σε λατρεύει. – (Τραβώντας τα πέταλα από μια μαργαρίτα.) Μ’ αγαπά – δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά – δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά – δεν μ’ αγαπά. (Γελάει.)” [6] Να δεις που ο Στάλιν διάβαζε Τσέχωφ. Γι’ αυτό κυβέρνησε χρηστά. – [1] Men Who Have Made Love to Me (1918). M. McLane, Edward T. Lowe Jr., A. Berthelet. K. Allen (2010). [2, 3, 6] Ο Γλάρος, Α. Τσέχωφ. Μετάφραση: Δ. Μαλτέζε (2023, Αθήνα, Νεφέλη). [4] Μερικές από τις λέξεις του Pružinec, βουλευτή, το 1971, που αιτιολογούν την απαγόρευση της ταινίας Sedmikrásky της Β. Χιτίλοβα από το Κομμουνιστικό Καθεστώς της Τσεχοσλοβακίας. [5] Οι τρεις αδερφές, Α. Τσέχωφ. Μετάφραση: Α. Σαραντίδη (1983, Αθήνα, Γκοβόστη).