όταν η μουσική – Luna

Πάντα θαύμαζα που όταν σε ρωτάω, τι μουσική ακούς; Μπορείς να μου απαντήσεις  με σιγουριά. Nα μου πεις ακριβώς το είδος και τους καλλιτέχνες που ακούς. Ξέρεις στίχους απέξω, στίχοι που έχουν γίνει πυξίδα, γιατί σε οδήγησαν ή ταίριαξαν κομμάτια σου, σε έκαναν να νιώσεις λιγότερο μόνος, σε έκαναν να νιώσεις ότι ανήκεις ή μπορεί τόσο απλά αλλά και τόσο βαθιά να σου άλλαξαν λίγο τις μοίρες της ζωής. Όπως οι μοίρες που παίζουν τη ζωή σου σαν χορδή, σαν σε άρπα που βγάζει νότες ευτυχίας, απόλαυσης, απόγνωσης, πόνου, έτσι και το κάθε κομμάτι, συνοδεύει τη στιγμή με ένα παλμό, που αν είναι αρκετά δυνατός, γίνεται αθάνατος στη σκέψη, στη καρδιά σου, μένει για πάντα και σου θυμίζει.. Εγώ από την άλλη δεν ξέρω ποτέ τι να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Πάντα ένιωθα κάπως μειονεκτικά, σαν να μην αξίζω να λέω ότι η μουσική είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα για μένα, ότι μπορεί να μου αλλάξει τη διάθεση μέσα σε δευτερόλεπτα, να με κάνει να χαμογελάσω και να κλάψω, ότι από τη στιγμή που θα ξυπνήσω μέχρι την ώρα που θα κοιμηθώ ακούω μουσική, ότι διαφορετικά κομμάτια και καλλιτέχνες έχουν σημαδέψει και χρωματίσει σχεδόν κάθε μου στιγμή, ότι έχω συνδέσει κομμάτια με ανθρώπους, μέρη, μυρωδιές, εαυτούς, ακριβώς επειδή δεν ξέρω να σου πω τι μουσική ακούω, ούτε πιο είναι το αγαπημένο μου κομμάτι, ούτε ξέρω τι μουσική θέλω να βάλω όταν κάποιος μου ζητάει να βάλω μουσική.  Στο μυαλό μου η μουσική που ακούω είναι ένα χάος γεμάτο συνδέσεις, στιγμές και συναισθήματα. Όπως και κάθε άλλο πράγμα για να λέμε την αλήθεια, τίποτα δεν είναι συγκεκριμένο και για να φτάσω στο συγκεκριμένο αν χρειαστεί, πρέπει να καταλάβω τι διάθεση έχω, τι νιώθω και τι θέλω να νιώσω. Ήμουν στη δουλειά πριν λίγες μέρες, ήταν πρωί. Έπινα ζεστό καφέ και είχα βγει να κάνω ένα τσιγάρο. Το καφέ που έχει δίπλα στο μαγαζί που δουλεύω άρχισε να παίζει το Day Dreaming της Aretha Franklin και άρχισα να χάνομαι… Ένιωσα σαν να βρίσκομαι πάλι στην Αγγλία, είμαι 18 χρόνων, στο δωμάτιο μου στην εστία του πανεπιστημίου, κάθομαι πάνω στο κρεβάτι και να κοιτάω έξω από το παράθυρο, βλέπω το χιονισμένο τοπίο, τα δέντρα χωρίς φύλλα που πάντα με σαγήνευαν, τα γυμνά κλαδιά κόντρα στον ουρανό. Το πεζούλι στο παράθυρο γεμάτο βιβλία, ένα  τριαντάφυλλο και ένα κεράκι που έχω ακόμα, δεν το έχω ανάψει. Θυμάμαι το μωβ χρώμα στο πάπλωμα, τα βιβλία που είχα δανειστεί από την βιβλιοθήκη, την έμπνευση που ένιωθα, το άνοιγμα προς τη ζωή και όλες αυτές τις πιθανότητες. Όλες τις ζωές που είχα να ζήσω και όλους τους εαυτούς που είχα γνωρίσω. Είχε έρθει πριν λίγες μέρες μια φίλη στο σπίτι. Τι ρωτάω τι θέλεις να ακούσουμε; Μου λέει, για μένα πάντα το σπίτι σου θα είναι o David Bowie. Βάλαμε το Βlackstar, μετά το Planet Caravan των Black Sabbath, το L.A. Woman των The Doors, το Whole Lotta Love των Led Zeppelin… πήγα κατευθείαν στον σπίτι μου στον Νέο Κόσμο, δεν μένω εκεί πια, είναι χειμώνας, έχω γυρίσει από την Αγγλία και είμαι στο πρώτο έτος καλών τεχνών στην ΑΚΤΟ, φοράω το αγαπημένο μου κόκκινο πουλόβερ, κάθομαι στο ξύλινο πάτωμα και ζωγραφίζω, μαζί με ένα ποτήρι κακό ροζέ κρασί που έχω πάρει με 2 € από το σουπερμάρκετ, τα χέρια μου είναι μουτζουρωμένα από το μολύβι και έχω αρχίσει να ζαλίζομαι από το κρασί. Χθες το απόγευμα περπατούσα και άκουγα το Angel of Small Death and the Codeine Scene του Hozier, είχε σκοτεινιάσει και μύριζαν παντού τα νυχτολούλουδα. Η μουσική του με πάει σε κάτι γλυκό και οικείο πάντα, ακόμη και αν οι στίχοι δεν είναι τόσο. Είναι η  μυρωδιά του καφέ το πρωί, μία σειρά βιβλίων φαντασίας που διάβαζα και άκουγα playlist με κομμάτια του, σχέδια στο sketchbook μου, βόλτες, κρύες νύχτες κάτω από τα σκεπάσματα. Είμαι στο μετρό, τελειώνει το κομμάτι που άκουγα και μπαίνει Yungblud. Πριν προλάβω να το αλλάξω, το μυαλό μου πάει στο Λονδίνο πρόπερσι. Περπατάω στο Notting Hill, φοράω μια μπορντό σχεδόν φούξια γούνα, μπαίνω σε ένα καφέ και περιμένω να έρθει μια φίλη μου. Διαβάζω το All about Love της Bell Hooks και κοιτάω μια αφίσα της ταινίας Αμελί που είναι κρεμασμένη πάνω από το τραπέζι μπροστά μου, ο τοίχος είναι κίτρινος, δίπλα μου ένα ζευγάρι παίζει επιτραπέζια, ένα άλλο συζητάει, ξανά κοιτάω την αφίσα, με παίρνει η φίλη μου τηλέφωνο, έχει φτάσει. Είμαι στη δουλειά,  ο σταθμός που ακούμε που συνήθως παίζει House, βάζει το Τυχερό Αστέρι και χαμογελάω, το κομμάτι αυτό είναι το αγόρι μου, είμαστε στο αμάξι, γυρνάμε σπίτι μου και το τραγουδάει όσο πιο δυνατά μπορεί, είναι το καφέ δίπλα στη δουλειά, που οπότε βγαίνω για τσιγάρο και το ακούω να παίζει, τον σκέφτομαι, είναι το μαέστρο που βλέπουμε μαζί αγκαλιά. Ίσως να είμαι πολύ ρομαντική αλλά, η μουσική για μένα είναι τραγούδια, είναι άνθρωποι είναι στιγμές, είναι τα πάντα.

Τα Λουλούδια της Věra Chytilová – Αναστασία Αντωνακάκη

H Μαρία και η Μαρία είναι δύο. Μάλλον. Είναι φίλες. Σίγουρα. Είναι κούκλες. Και μαριονέτες. Και στρατιωτάκια. Και βαγόνια. Και μήλα. Και δέντρα. Και κρεβάτια. Και συντρόφισσες. Και άνθρωποι. Ή μάλλον, όχι άνθρωποι. Γυναίκες. Το εκμεταλλεύονται. Αυτό, ναι, αυτό.  Που είναι γυναίκες. Αυτό λέω. “Υποθέτω ότι κάποιοι με βλέπουν ως απειλή. Εντάξει, λοιπόν. Τότε, θα είμαι μια χαρούμενη απειλή. Μια απειλή μέσα σε ροζ και χρυσό… Μια απειλή πολυτελείας!”[1] Έτσι κι αλλιώς, ποια είναι η άλλη τους επιλογή; Να είναι το θύμα. Βέβαια, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, εκτός από αυτή. Απλώς, οι Μαρίες αποφασίζουν να διασκεδάσουν και λίγο μ’ αυτό. “Σαν αιχμάλωτος πολέμου ριγμένος σε βαθύ πηγάδι δεν ξέρω πια που είμαι και τι με περιμένει . Το μόνο που γνωρίζω σε αυτή την επίμονη και σκληρή μάχη με τον διάβολο, κυρίαρχο των δυνάμεων της ύλης, είναι ότι ξέρω πως θα νικήσω εγώ, αυτή είναι η μοίρα μου […]”[2] Και, ξέρεις, αν διασκεδάζεις με την κατάστασή σου – αυτό είναι το πρώτο βήμα για να βγεις απ’ αυτήν. “Τι αποπνικτικός καιρός. Φαίνεται πως θα έχουμε καταιγίδα απόψε. Εσείς ή θα φιλοσοφείτε συνέχεια ή θα μιλάτε για χρήματα, πιστεύετε πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία πέρα από τη φτώχια, κατά τη γνώμη μου όμως, είναι χίλιες φορές καλύτερα να είσαι ντυμένος στα κουρέλια και να μην έχεις τι να φας, παρά… Αλλά δεν μπορείτε να καταλάβετε εσείς αυτό το…”[3] Η Χιτίλοβα κάνει γυρίσματα μέσα στην άνοιξη που ήρθε για λίγο με εκείνον τον – πώς τον λέγανε να δεις. Δεν θυμάμαι το όνομά του, όχι γιατί δεν ξέρω ιστορία, αλλά γιατί δεν ήταν και πολύ καλός χριστιανός. Η μπουγάδα του έβγαζε ροζ.  Και ας είμαστε λίγο σοβαροί – βγήκε ποτέ τίποτα καλό από το ροζ; Δεν θα το’ λεγα. Γι’ αυτό, εμείς, θέλουμε μόνο ανόθευτο χρώμα. Καθαρό. Χωρίς προσμείξεις. (Να, σ’ αυτό μοιάζουμε με τους άλλους. Μισούμε τον άνθρωπο.) Αλλά, δεν είναι που συμπαθώ το ροζ. Είναι που κανείς ανόθευτος δεν θα μου πει ποιο χρώμα πρέπει να συμπαθώ. – Μετά την άνοιξη, ήρθε ο χειμώνας. Κανένα ενδιάμεσο στάδιο. Η ταινία της Χιτίλοβα απαγορεύτηκε. Γιατί απεικονίζει τεράστια σπατάλη φαγητού. Και μάλιστα “σε μία εποχή που οι αγρότες μας προσπαθούν με μεγάλες δυσκολίες να ξεπεράσουν τα προβλήματα της αγροτικής μας παραγωγής.” (sic)[4] Ξέρουν αυτοί από αγρότες. Κι από εργάτες ξέρουν. “Ο άνθρωπος οφείλει να μοχθεί, να εργάζεται με τον ιδρώτα του προσώπου του, όποιος κι αν είναι αυτός, και πως μέσα σ’ αυτό κλείνεται το νόημα και ο σκοπός της ζωής του, η ευτυχία του, οι ενθουσιασμοί του. Τι καλά είναι να’ ναι κανείς εργάτης, που σηκώνεται πριν ακόμα φέξει και σπάει πέτρες στον δρόμο, είτε τσοπάνης, είτε δάσκαλος που διδάσκει τα παιδιά, είτε μηχανικός σ’ έναν σιδηρόδρομο… Θεέ μου, μα όχι, ούτε καν άνθρωπος, καλύτερα να’ ναι κανείς ένα βουβάλι, καλύτερα να’ ναι κανείς ένα απλό άλογο, φτάνει μονάχα να δουλεύει, παρά να’ ναι μια νέα γυναίκα που σηκώνεται στις δώδεκα το μεσημέρι, έπειτα πίνει τον καφέ της στο κρεβάτι, υστερότερα κάνει δύο ώρες για να ντυθεί… ω, πόσο είναι απαίσιο! Όπως στην μεγάλη ζέστη σου’ ρχεται να πιεις, έτσι κι εμένα μου’ ρθε η όρεξη να δουλέψω. Κι αν δεν με δείτε να σηκώνομαι νωρίς και να εργάζομαι, τότε να πάψετε πια να μ’ έχετε φίλη σας […].”[5] Όλα τα ξέρουν αυτοί. Γι’ αυτό είναι Αρχηγοί. Και ξέρουν κι από γέλιο. Γι’ αυτό απαγορεύουν τις φάρσες. Γιατί, οι φάρσες μεταμορφώνονται σε λουλούδια και τους κοροϊδεύουν όλους. Όλους. Κανέναν δεν αφήνουν. Και ξεφεύγουν συνέχεια και κανείς δεν μπορεί να τις πιάσει, έχουν αυτόν τον μηχανισμό που είναι σαν αυτοάνοσο, αλλά καλό, υπάρχει κάποια λέξη γι’ αυτό άραγε, να θυμηθώ να το ψάξω, γιατί άμα είσαι και φάρσα και λουλούδι είσαι μάλλον το καλύτερο πλάσμα που υπάρχει στην γη, γιατί τα συνδυάζεις όλα, τα έχεις όλα και κυρίως, έχεις την ιδανική σύσταση για να αγαπάς, να αγαπιέσαι και να ξεφεύγεις, δηλαδή, μεταξύ μας τώρα, τα τρία πιο σημαντικά συστατικά της ζωής. “- Ηρέμησε, η μητέρα σου σε λατρεύει.  – (Τραβώντας τα πέταλα από μια μαργαρίτα.) Μ’ αγαπά – δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά – δεν μ’ αγαπά, μ’ αγαπά – δεν μ’ αγαπά. (Γελάει.)” [6] Να δεις που ο Στάλιν διάβαζε Τσέχωφ. Γι’ αυτό κυβέρνησε χρηστά. – [1] Men Who Have Made Love to Me (1918). M. McLane, Edward T. Lowe Jr., A. Berthelet. K. Allen (2010). [2, 3, 6] Ο Γλάρος, Α. Τσέχωφ. Μετάφραση: Δ. Μαλτέζε (2023, Αθήνα, Νεφέλη). [4] Μερικές από τις λέξεις του Pružinec, βουλευτή, το 1971, που αιτιολογούν την απαγόρευση της ταινίας Sedmikrásky της Β. Χιτίλοβα από το Κομμουνιστικό Καθεστώς της Τσεχοσλοβακίας. [5] Οι τρεις αδερφές, Α. Τσέχωφ. Μετάφραση: Α. Σαραντίδη (1983, Αθήνα, Γκοβόστη).

Ταξίδι Μιας Μεγάλης Νύχτας Μέσα Στην Μέρα – Αναστασία Αντωνακάκη

Έκανα τα πάντα για να μην γυρίσω στον φόβο μου. Φιλοξενήθηκα σε μουχλιασμένους τοίχους με εντομοκτόνα να απειλούν τον ύπνο μου – σκότωνα τα έντομα, για να μην μεταμορφωθώ σε αυτά. Κρεμάστηκα από μάγουλα ελαστικά σαν τις αρχές τους – επικαλέστηκα την αγάπη, μπας και μεταμορφωθώ σε αυτήν. Φόρεσα περούκες ξανθές και έκανα μπότοξ – έψαχνα την ειλικρίνεια, και τελικά μεταμορφώθηκα σε αυτήν. Δεν είμαι υπερήφανη για αυτό δεν κέρδισα κάτι δεν θα το συνιστούσα. – “Άφησε με να’ ρθω μαζί σου” παλιά νόμιζα ότι αυτό είναι ένα ποίημα ερωτικό τώρα πια ξέρω ότι απευθύνεται απλώς στον εαυτό. – Άφησα έναν εγκαταλελειμμένο ναρκομανή να με παρασύρει σε ταχύτητες θανάτου – με ρώτησε αν φοβάμαι. Του είπα όχι αλήθεια έλεγα – την ζωή φοβάμαι, όχι τον θάνατο. Περίμενα για ώρες μια παλιά φίλη να μου φέρει τα κλειδιά της – δίπλα σε κάτι λαμαρίνες, δεν υπάρχουν πια ούτε οι λαμαρίνες ούτε η φίλη. Έκανα μνημόσυνα σε πεζοδρόμια Φωνάζανε διάφοροι ότι αυτοί θα πούνε την τελευταία λέξη – αλλά αυτή δεν βγαίνει αν δεν έχεις περάσει έστω και ένα λεπτό μόνη σου με την ασχήμια σου. – “Άφησε με να’ ρθω μαζί σου” εκεί που έχει ένα διπλό κρεβάτι και προοπτική. – Κοιμήθηκα σε καναπέδες σκληρούς σε στρώματα χωρίς γοφούς – τα όνειρά μου ευτυχώς δεν πονούσαν. Έβγαλα πύρινους λόγους για αλλαγές κι αποκηρύξεις – ξέχασα ότι το άλφα στερητικό δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. Όσο πιο άγρια η χαρά τόσο πιο άγρια η πτώση κι όσο πιο – Βγήκα γυμνή στην αγορά προσπάθησα για την ελευθερία μου – απλώς τους τάισα αυτό που ήθελαν. Έκανα τα πάντα για να μην γυρίσω στον φόβο μου με τα ψηλά κάγκελα και τον λίγο ουρανό. Έκανα τα πάντα για να μην γυρίσω εκεί που δεν έχει αέρα που δεν έχει φωνή που δεν έχει αέρα. Εκεί που δεν έχει αέρα που δεν έχει αέρα δεν έχει αέρα. Δεν τα κατάφερα. Ίσως γιατί για να μην γυρίσω ποτέ ξανά στον φόβο μου πρέπει πρώτα να ζήσω μέσα σ’ αυτόν. Ναι, αυτό πρέπει να είναι. Ελπίζω να είναι αυτό. Θεέ μου, μακάρι να είναι αυτό. “Άφησε με να’ ρθω μαζί σου” πάρε με από δω –εκεί που έχει μουσική δυνατά όποτε θέλουμε. Ήρθε η ώρα να πάμε εκεί που έχει αέρα που έχει αέρα έχει αέρα. Έρχομαι μαζί σου. Επιτέλους. Αναπνέω.

Αυτή η Μέρα ( μέρος 2ο) – Αναστασία αντωνακάκη

Κι έτσι, όλοι οι άλλοι δεν σ’ αγαπούσανε κι έτσι ήταν το σωστό – αφού δεν αξίζεις ν’ αγαπηθείς – γι’ αυτό και τους αγόραζες. Αν τους αγοράζεις, όλοι σ’ αγαπάνε. Ξεκάθαρη συναλλαγή. Ξεκάθαρο όραμα. Ξεκάθαρα πράγματα. Ποια είσαι εσύ να το αρνηθείς αυτό; Ποιος αρνείται να τον αγοράσουν; Ποιος αρνείται να του κάνουν την ζωή πιο εύκολη; Επιλογή σου είναι, μου έλεγες. Η δυσκολία σου είναι επιλογή σου. Κι εγώ νόμιζα ότι μ’ αγαπούσες χωρίς όρους και όρια. Ναι, έτσι νόμιζα. Επιλογή σου είναι να νομίζεις έτσι, μου έλεγες. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Εσύ διαλέγεις να τα βλέπεις έτσι. Εσύ τα κάνεις όλα τραγικά. Κι εσύ που δεν τα κάνεις, γιατί έχεις να κοιμηθείς τρεις μέρες; Αυτό θα σε ρωτούσα, αν σου απαντούσα. Αλλά δεν σου απαντούσα ποτέ. Γιατί είχα τόση αγάπη να δώσω, που έφτανε και για σένα και για μένα. Κυρίως για σένα. Δεν σου απαντούσα ποτέ. Αντιπαθούσα πάντα την Μαλβίνα, μου φαινόταν αδιανόητο να κάνεις έτσι για την αγάπη. Μου φαινόταν απελπισμένη για αγάπη, πεινασμένη, λιμασμένη – και η απελπισία πάντα με απωθούσε. Τι ειρωνεία που, τελικά, σ’ αγάπησα με τον τρόπο της. Επιλογή σου είναι, θα μου έλεγες. Όταν πια εγώ άρχισα να σου απαντάω, τότε εσύ άρχισες να μου μιλάς λιγότερο. Επιλογή μου ήταν. Δεν με πειράζει τόσο που μια μέρα, απλώς σταμάτησες να μου μιλάς. Με πειράζει, μονάχα, που δεν με προετοίμασες λιγάκι. Που δεν σ’ ένοιαξε ούτε λίγο να κρύψεις την χρήση που μου έκανες. Το πώς μεταχειρίστηκες την ποίησή μου. Την κράτησες, μέχρι εκεί που σου ζέσταινε τα κρύα βράδυα σου στα βόρεια. Και μόλις νοτιέψανε τα βόρεια, η ποίησή μου σου ήταν πια άχρηστη. Είχαν ήδη περάσει χρόνια, κιόλας. Πάλι γκρινιάζεις, θα μου έλεγες. Κι έχεις δίκιο. Δεν έχει νόημα να μιλάω άλλο γι’ αυτό. Έτσι κι αλλιώς, οι σύζυγοι δεν στερούνται μαγείας. Στερούνται απόστασης. Δεν με πειράζει τόσο που μια μέρα, απλώς σταμάτησες να μου μιλάς. Με πειράζει, μονάχα, που δεν με προετοίμασες λιγάκι. Μου λείπει που ήξερες ποια είμαι. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Μου λείπει αυτό που νόμιζα. Και με πειράζει και κάτι ακόμη. Που νόμιζες πως θα σε περιμένω. Αν με ήξερες, θα ήξερες ότι δεν περιμένω. Θα ήξερες ότι, η στιγμή που με άφησες, είναι η ίδια εκείνη στιγμή που έφυγα. Ίσως, τελικά, αυτό που με πειράζει πιο πολύ απ’ όλα, είναι αυτό. Που νόμιζα λάθος. Ήμουν τόσο σίγουρη. Και πάντα είναι γελοία η σιγουριά. Νόμιζα λάθος. Δεν με ήξερες ποτέ. Μου λείπεις. Ξέρω ότι θα έρθει η μέρα που θα ξυπνήσω και δεν θα μου λείπεις πια. Και περισσότερο απ’ όλα, μου λείπει αυτή η μέρα. Η μέρα, που θα ξυπνήσω και δεν θα μου λείπεις πια.” Η Ω. έφτασε στο σπίτι του μαθητή της και χτύπησε το κουδούνι. Μπορεί το γράμμα να μην το έστειλε ποτέ, αλλά τουλάχιστον το έγραψε. Κάτι είναι κι αυτό. το 1o μέρος του γράμματος: https://pukkartstudio.com/ayti-i-mera/

Η θεωρία της ροής και της ευτυχίας (μέρος 3ο) – luna

Όταν κανείς βρίσκεται στη κατάσταση της ροής, ο εγκέφαλός είναι ολοκληρωτικά συγκεντρωμένος στη δραστηριότητα με την οποία ασχολείται, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χώρος για σκέψεις και οτιδήποτε άλλο να έρθει στο προσκήνιο. Μια σημαντική επομένως διάσταση της ροής είναι ότι όσο βρισκόμαστε σε αυτή, σχεδόν όλες οι πτυχές του εγκέφαλου, είναι αφοσιωμένες σε μια δραστηριότητα. Για αυτό ακριβώς το λόγο η αίσθηση του χρόνου φαίνεται να αλλάζει, η όποια ενόχληση φεύγει σαν να μην υπήρξε ποτέ και σκόρπιες αρνητικές σκέψεις χάνονται. Ο εγκέφαλος είναι απασχολημένος στο να συγκεντρωθεί σε αυτή τη μια ασχολία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χώρος ώστε να εισχωρήσει οτιδήποτε άλλο. Ο στόχος επομένως, είναι η ψυχική ενέργεια να ρέει ανεμπόδιστα μέσα σε μια οδό της συνείδησης και να μη αποσπάτε, ούτε να παρεμβάλλεται από σκέψεις όπου αναλώνουν ενέργεια ή δημιουργούν μια αίσθηση χάους, σύγκρουσης και αδράνειας. Η ροή είναι μια ανεμπόδιστη τέλεια αρμόνιά του είναι με τη στιγμή, με το εδώ και το τώρα. Σαν να έρχονται όλα τα σωματίδια της ύπαρξης και να συμμετέχουν σε έναν χορό απελευθέρωσης. Σε ένα καλλιτεχνικό ή μη πλαίσιο,  θεωρώ πώς η ροή, θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εξάσκηση. Με ασκήσεις εκφραστικής, αυτοσχεδιαστικής ζωγραφικής, αντίστοιχη των ελευθέρων συνειρμών στην ψυχανάλυση. Ο καθένας από εμάς μπορεί να σχεδιάζει και να ζωγραφίζει οτιδήποτε επιθυμεί δίχως να σκεφτεί ένα αποτέλεσμα ή κάποιο προορισμό. Εγώ, εσύ, με το υλικό, το χαρτί, τον καμβά. Μια νέα διάσταση θα παρουσιαστεί, καθώς θεωρώ πώς ο καμβάς μπορεί να είναι μια μικρογραφία της ζωής. Μια μικρογραφία που όταν μπορούμε να πέτυχουμε και να εμπιστευτούμε τη ροή, μπορούμε να πέτυχουμε τη ροή σε σχέση με το κάθε περιβάλλον, με τη κάθε πρόκληση και ασχολία. Η ευτυχία επομένως μπορεί να επιτευχθεί με συγκεντρωμένη προσπάθεια, με στόχο αλλά και επιθυμία για αλλαγή. Με τόλμη και αποδοχή προς την απόλαυση αλλά και τον έλεγχο. Είναι μια πορεία συνειδητοποίησης και απελευθέρωσης μέσω της ισορροπίας και της συγκεντρωμένης πορείας δίχως περισπασμούς. Είναι μια συνειδητή επιλογή προς την επιθυμία και της ορμής να ζήσουμε. Να καταλάβουμε τον εαυτό μας αλλά και τον κόσμο γύρω μας και πάνω από όλα της αναζήτησης της ευτυχίας πέρα από εξωτερικούς παράγοντες. Η ευτυχία είναι μια εσωτερική αναζήτηση. Και μια ζωή με πυξίδα τη ροή, μας προτρέπει και μας επιτρέπει να γινόμαστε ένα με τον εαυτό μας, με τη πράξη και το περιβάλλον. Ξεφλουδίζοντας έτσι τα στρωματά των περισπασμών, αρχίζει η γέννηση της ανεμπόδιστης δημιουργικής ενέργειας που όλοι έχουμε μέσα μας, και καθοδηγεί την ψυχικής μας ενέργεια σε τόπους άχρονους και μαγικούς.

Αυτή η Μέρα ( μέρος 1ο) – Αναστασία αντωνακάκη

Η Ω. περπατούσε στο υγρό πεζοδρόμιο και κοίταζε τα μικρά ουράνια τόξα που σχηματίζονταν στην διάρκειά του. Είχε λίγο ελεύθερο χρόνο, μέχρι να φτάσει στο επόμενό της μάθημα. Στον ελεύθερο χρόνο της, σκεφτόταν. Συνήθως, σκεφτόταν ό,τι ήθελε. Σήμερα, όμως, σκεφτόταν κυρίως ό,τι δεν ήθελε. Σκεφτόταν πόσο της λείπει. Και, όσο κι αν προσπαθούσε, σήμερα δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Σκεφτόταν ότι, αν μπορούσε, τώρα, αυτή τη στιγμή θα έγραφε ένα γράμμα. Που θα πήγαινε κάπως έτσι: “Μου λείπει να συζητάω μαζί σου τις ταινίες που βλέπω. Που ξέρω σε ποια σημεία γελάς και ποια σημεία βρίσκεις γελοία. Που ξέρω πού βρίζεις, πού χαίρεσαι και πού ελπίζεις. Μου λείπει να είμαι συνοδηγός σου – που ξέρω πώς παίρνεις τις στροφές, πότε χάνεις τον δρόμο, πώς σου φεύγει το χειρόφρενο. Μου λείπει να σε βλέπω να αλλάζεις προσωπικότητα όταν μπαίνεις στο αυτοκίνητο – και που εγώ ξέρω όλες σου τις προσωπικότητες.  Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Μου λείπει αυτό που νόμιζα. Μου λείπει που ήξερες ποια είμαι, που δεν χρειαζόταν να εξηγήσω τίποτα. Από πολύ νωρίς. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσω τίποτα. Μου λείπει που με φώναζες πριγκίπισσα και βανίλια, πριγκίπισσα βανίλια – με κορόιδευες, αλλά με αγαπούσες. Άλλωστε, αν δεν κοροϊδεύεις, δεν αγαπάς πραγματικά. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Ξέρεις, συχνά σκέφτομαι, ότι, μάλλον, όντως με αγαπούσες. Μπορεί και να με αγαπάς ακόμη. Εσένα, αυτός είναι ο τρόπος σου να αγαπάς. Κι εμένα μου έφτανε, τότε. Όμως, κανείς δεν χορταίνει για πάντα με τα ψίχουλα. Θα έπρεπε να το ξέρεις αυτό. Για μένα, τουλάχιστον, θα έπρεπε να το ξέρεις. Αν με ήξερες, θα το ήξερες. Μου σκότωνες την ποίηση. Έβαζες μπροστά μια λογική που ούτε εσύ την πίστευες. Αν την πίστευες, δεν θα έπινες κάθε βράδυ. Μου σκότωνες την τάξη. “Άμα είναι κανείς φτωχός και τουρτουρίζει, τους κακοφαίνεται των αλλωνών”, λέει ο Μπρεχτ. Δεν δέχτηκες ποτέ σου κανέναν που λυγίζει απ’ την φτώχεια. Η φτώχεια είναι επιλογή, έλεγες. Αν δεν αντέχεις να παλεύεις άλλο, απλώς διαλέγεις να είσαι αδύναμος. Πόλεμος είναι. Ο πόλεμος, άλλωστε, ήταν πάντα η φυσική σου κατάσταση. Μόνο εκεί έβρισκες τον εαυτό σου. Μόνο εκεί έβρισκες νόημα. Αν είναι να μην παλεύεις για κάτι, τι νόημα έχει; Βαθιά μέσα σου, ευχόσουν να ζούσες εσύ στην φτώχεια. Αν ζούσες στην φτώχεια, θα είχε πάντα νόημα η ζωή σου. Δεν θα χρειαζόταν άλλο πια να το εφευρίσκεις κάθε μέρα απ’ την αρχή. Θεέ μου, τόσο πλούσια η προσέγγισή σου. Μακάρι όλα τα πράγματα στην ζωή σου να’ ταν τόσο πλούσια, όσο οι προσεγγίσεις σου. Δεν άντεξες ότι είχα λιγότερα από’ σένα και έκανα περισσότερα από’ σένα. Κι όμως, έκανες τόσα πολλά πράγματα. Τόσα πολλά.  Αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετά για τους άλλους – για κείνους που πραγματικά σε πονούσε. Οπότε, δεν ήταν αρκετά και για σένα. Κι έτσι, όλοι οι άλλοι ήτανε καλοί, μέχρι εκεί που κατάφερναν λιγότερα από’ σένα. Κι έτσι, όλοι οι άλλοι δεν σ’ αγαπούσανε κι έτσι ήταν το σωστό – αφού δεν αξίζεις ν’ αγαπηθείς – γι’ αυτό και τους αγόραζες. Αν τους αγοράζεις, όλοι σ’ αγαπάνε. Ξεκάθαρη συναλλαγή. Ξεκάθαρο όραμα. Ξεκάθαρα πράγματα.” (συνεχίζεται…)

Η θεωρία της ροής και της ευτυχίας (μέρος 2ο) – luna

Το κλειδί για την ευτυχία, βασίζεται στο τρόπο όπου επενδύουμε την ψυχική μας ενέργεια. Όταν στρέφουμε την προσοχή μας συνειδητά σε ένα συγκεκριμένο στόχο όπου έχουμε επιλέξει, η ψυχική μας ενέργεια ρέει προς την κατεύθυνση αυτού του στόχου, δημιουργώντας μια αρμονία μεταξύ σκέψης και πράξης αλλά και μια γενικότερη ροή στη συνείδηση και κατ’ επέκταση στην ύπαρξη. Καθώς όλα πραγματώνονται και βιώνονται σε σχέση με εμάς και όχι προς εμάς. Επιβάλουμε την δική μας ψυχική ενέργεια στην εμπειρία και όχι το αντίθετο. Δημιουργώντας μια συνέχεια όπου εμπεριέχεται από το δικό μας μοναδικό στίγμα. Ο Cziksentmihalyi ορίζει την έννοια της ροής, ως μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι είναι τόσο βυθισμένοι και συγκεντρωμένοι σε μια δραστηριότητα όπου τίποτα άλλο δε φαίνεται να είναι σημαντικό. Η εμπειρία ως εμπειρία, είναι τόσο απολαυστική όπου οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να την κάνουν παρά κάθε κόστος, απλά και μόνο για να συνεχίσουν να βιώνουν την αίσθηση που τους κατακλύζει όταν βρίσκονται μέσα σε αυτή τη κατάσταση. Ακόμη, αναγνωρίζει κάποια συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να υπάρχουν ώστε να μπορέσει κανείς να φτάσει στη ροή. Η ψυχολογική ροή, παρουσιάζει εννέα χαρακτηριστικά: Την υποκειμενική ισορροπία ικανοτήτων-πρόκλησης του καθενός. H ικανότητα/πρόκληση δηλαδή του κάθε ανθρώπου σε σχέση με την ασχολία που θέλει να καταπιαστεί να μην είναι ούτε μικρή αλλά ούτε μεγάλη, ώστε ούτε να βαρεθεί αλλά ούτε να πνιγεί στη πράξη.   Την συγχώνευση της δράσης και της επίγνωσης, αυτοματοποιώντας σχεδόν την διαδικασία, κάτι το οποίο διευκολύνει το να φτάσει κανείς στη κατάσταση της ροής.   Την σαφήνεια των στόχων και των απαιτήσεων της δραστηριότητας.   Την άμεση ανατροφοδότηση για την πορεία της δραστηριότητας, δίχως ανάλυση ή σκέψη.   Την ολοκληρωτική συγκέντρωση στο έργο ή πράξη.   Την αίσθηση του ελέγχου.   Την απώλεια της αυτοσυνειδητότητας, με πλήρη συγχώνευση του ατόμου με το περιβάλλον του. Tην εναρμόνιση δηλαδή του εαυτού και της ενέργειας με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται και πράττει.   Τον μετασχηματισμό της εμπειρίας και της διάρκειας του χρόνου. Mε άλλα λόγια η βίωση την εμπειρίας και του χρόνου παίρνουν μια άλλη, αρμονική και ευέλικτη μορφή.   Την αυτοτελή εμπειρία, όπου δημιουργείται όταν συμβούν τα παραπάνω, η οποία περιγράφεται ως μια αίσθηση βαθύτατης απόλαυσης που καθιστά την δραστηριότητα αυτοσκοπό. Επομένως, υπάρχουν κάποιες σαφείς προϋποθέσεις για να βιωθεί η ψυχολογική ροή. Κάτι που είναι σημαντικό να σημειωθεί, είναι ότι η κατάσταση της ροής, δεν χαρακτηρίζεται απαραίτητα από υποκειμενικά συναισθήματα, ακόμη και από θετικά. Η ουσία της ροής είναι η απομάκρυνση των παρεμβατικών σκέψεων του μυαλού. Η πλήρης απορρόφηση σε μια ασχολία έχει ως αποτέλεσμα την απουσία του εαυτού αλλά και την ένωση της επίγνωσης με την ασχολία όπου καταπιανόμαστε. Όπως είπε και ο ψυχολόγος της θετικής ψυχολογίας Martin Seligman « Η συνείδηση και το συναίσθημα είναι εκεί για να διορθώνουν την πορεία μας, όταν αυτό που κάνουμε φαίνεται να είναι τέλειο δεν τα χρειαζόμαστε» Επομένως η ροή, είναι μια δυναμική παρά μια στατική κατάσταση.

Η Δικαιοσύνη της Πτώσης – Αναστασία αντωνακάκη

Σταθμίστε το καλά αυτό, αγαπητέ κύριε. Ζούσα ατιμώρητος. Καμία ετυμηγορία δεν με αφορούσε, δεν βρισκόμουν στην σκηνή του δικαστηρίου, αλλά κάπου ψηλά κρεμασμένος, όπως εκείνοι οι θεοί που κατεβαίνουν κάθε τόσο με τη βοήθεια μιας μηχανής, για να μεταβάλουν τη δράση και να της δώσουν το πραγματικό της νόημα. Στο κάτω κάτω της γραφής, το να ζεις στα ψηλά αποτελεί τον μοναδικό τρόπο να σε βλέπουν και να σε χαιρετούν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Μερικοί απ’ τους καλούς μου εγκληματίες είχαν άλλωστε, σκοτώνοντας, προσεγγίσει το ίδιο συναίσθημα. […] Όπως πολλοί άνθρωποι, έτσι κι αυτοί δεν άντεχαν πια την ανωνυμία, κι η ανυπομονησία τούς είχε ίσως οδηγήσει, εν μέρει, σε δυσάρεστες ακρότητες. Για να γίνεις γνωστός αρκεί, εν ολίγοις, να σκοτώσεις την θυρωρίνα σου Οι δικαστές τιμωρούσαν, οι κατηγορούμενοι εξέτιαν την ποινή τους, κι εγώ, απαλλαγμένος από κάθε υποχρέωση, απαλλαγμένος τόσο από τη δικαστική κρίση όσο και από την τιμωρία, βασίλευα ανεμπόδιστα μέσα σ’ ένα παραδεισένιο φως. Τι σημασία έχει, στο κάτω κάτω; Μήπως τα ψέμματα δεν μας βάζουν τελικά στο δρόμο της αλήθειας; Κι οι ιστορίες μας, αληθινές ή ψεύτικες, δεν τείνουν όλες στον ίδιο σκοπό, δεν έχουν όλες το ίδιο νόημα; Οπότε, τι σημασία έχει αν είναι αληθινές ή ψεύτικες, αφού και στις δύο περιπτώσεις, είναι ενδεικτικές αυτού που υπήρξα κι αυτού που είμαι. Μερικές φορές, βλέπουμε πιο καθαρά στα λόγια εκείνου που βλέπει ψέμματα παρά στα λόγια του άλλου που λέει την αλήθεια. Η αλήθεια τυφλώνει όπως το φως. Απεναντίας, το ψέμα είναι ένα όμορφο λυκόφως που κάνει κάθε αντικείμενο να ξεχωρίζει. Τέλος πάντων, πάρτε το όπως θέλετε, αλλά με έχρισαν πάπα σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων. – Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από την “Πτώση” του Αλμπέρ Καμύ, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Νίκης Καρακίτσου-Ντούζε και Μαρίας Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν.

Τα memes ως μια νέα μορφή πολιτισμικής αφήγησης – Μαίρη Τζέιν

Όλοι ξέρουμε τι είναι τα λεγόμενα “μιμς”, οπότε δεν χρειάζονται συστάσεις. Στην ψηφιακή εποχή, έχουν αναδειχθεί σε μια δυναμική μορφή πολιτιστικής έκφρασης, συνδυάζοντας το χιούμορ, το σχόλιο και -φυσικά- την… εικαστική τέχνη.  Αυτό που ξεκίνησε ως απλές, συχνά χιουμοριστικές εικόνες που μοιράζονται στο διαδίκτυο έχει εξελιχθεί σε ένα φαινόμενο που αντανακλά τις κοινωνικές αξίες, ασκεί κριτική στα πολιτικά συστήματα και συλλαμβάνει το πνεύμα της εποχής μας. Τα memes, στην ουσία, μπορούν να θεωρηθούν ως μια μορφή σύγχρονης λαϊκής τέχνης, μεταφέροντας ιστορίες και συναισθήματα όπως έκαναν στο παρελθόν οι παραδοσιακές προφορικές και οπτικές αφηγήσεις. Τα memes λειτουργούν μέσα σε ένα μοναδικό καλλιτεχνικό πλαίσιο. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μορφές τέχνης που εκτίθενται σε γκαλερί, αυτά είναι από τη φύση τους εφήμερα και μοιράζονται γρήγορα σε πλατφόρμες όπως το Instagram, το Twitter και το TikTok.  Η δημιουργία τους απαιτεί μια βαθιά κατανόηση του πλαισίου, της λαϊκής κουλτούρας και συχνά τεχνικές δεξιότητες στην επεξεργασία εικόνας και βίντεο. Αυτό το μείγμα προσβασιμότητας και δημιουργικότητας έχει εκδημοκρατίσει τη διαδικασία δημιουργίας τέχνης, επιτρέποντας σε οποιονδήποτε διαθέτει smartphone και πρόσβαση στο διαδίκτυο να συμμετέχει στη διαμόρφωση της πολιτιστικής αφήγησης. Αυτό που κάνει τα memes να μοιάζουν με τη λαϊκή τέχνη είναι ο κοινοτικός τους χαρακτήρας. Η λαϊκή τέχνη, ιστορικά, προέκυψε από κοινότητες-βάσεις, αντικατοπτρίζοντας συχνά κοινές εμπειρίες και πολιτιστική ταυτότητα. Παρομοίως, τα “μιμίδια” δεν δημιουργούνται μεμονωμένα- βασίζονται στη συλλογική γνώση και ευδοκιμούν στην κουλτούρα της αναπαραγωγής.  Επιπλέον, τα μιμίδια χρησιμεύουν ως φακός μέσω του οποίου μπορούμε να εξετάσουμε τις κοινωνικές τάσεις και εντάσεις. Μπορεί να είναι σατιρικά, οδυνηρά ή εντελώς παράλογα, αλλά τα υποκείμενα θέματά τους συχνά αγγίζουν βαθύτερες αλήθειες. Κατά τη διάρκεια σημαντικών παγκόσμιων γεγονότων -όπως η πανδημία COVID-19 ή οι πολιτικές εκλογές- τα memes παρείχαν τόσο κωμική ανακούφιση όσο και ένα μέσο επεξεργασίας σύνθετων συναισθημάτων. Η ταχεία εξάπλωσή τους υπογραμμίζει επίσης τη δύναμή τους να ενώνουν τους ανθρώπους πέρα από πολιτισμικές και γλωσσικές διαφορές, μετατρέποντας ένα εξειδικευμένο αστείο σε παγκόσμια συζήτηση. Ωστόσο, ο παροδικός χαρακτήρας των μιμιδίων εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη μακροβιότητά τους ως μορφή “τέχνης”. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά τεχνουργήματα που φυλάσσονται σε μουσεία, τα μιμίδια είναι φευγαλέα και συχνά ξεχνιούνται τόσο γρήγορα όσο γρήγορα γίνονται δημοφιλή. Ωστόσο, αυτή η παροδικότητα μπορεί να είναι μέρος της γοητείας τους, καθώς αποτυπώνουν στιγμές στο χρόνο πριν ξεγλιστρήσουν στη λήθη. Από πολλές απόψεις, τα memes αντιπροσωπεύουν την ουσία της σύγχρονης λαϊκής τέχνης: είναι προσιτά, συμμετοχικά και βαθιά ριζωμένα στην πολιτιστική αφήγηση. Μας υπενθυμίζουν ότι η τέχνη δεν βρίσκεται πάντα σε μουσεία ή σε βάθρα- μερικές φορές, ευδοκιμεί στον χαοτικό, διαρκώς εξελισσόμενο κόσμο του διαδικτύου.

Η Δικηγόρος – Αναστασία Αντωνακάκη

13 Μαΐου 2016 – 9:42 π.μ. Ο χρήστης Dorothy έγραψε: Μια φωνή μου τρυπάει τ’ αυτιά “είμαι άνεργη, τα παιδάκια μου πεινάνε, μια βοήθεια κυρία” – πάντα ζητάνε βοήθεια πρώτα απ’ τις κυρίες, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι πλατφόρμες τους φαίνονται πιο φιλάνθρωπες απ’ τα κοστούμια – δεν ξέρω αν λέει αλήθεια ή ψέμματα, ψέμματα θα λέει, θα’ ναι τσιγγάνα, πουτάνα, τεμπέλα, μπλεγμένη, βίαιη, αυτή φταίει, δεν φρόντισε να προφυλαχθεί, δεν κράτησε εκείνα τα χαρτιά, δεν είχε μαζέψει αρκετά έγγραφα για να τα αποδείξει, είναι ψεύτρα, αυτό σου μαθαίνει αυτή η δουλειά: όλοι λένε ψέμματα, κι επίσης, εσύ είσαι ο καλύτερος ψεύτης απ’ όλους. Εσύ τα προβλέπεις όλα. Ο πιο μάγκας καχύποπτος. Και να μην σε νοιάζει τι πιστεύουν οι άλλοι για εσένα. Άλλωστε, πιστεύουν απλώς αυτό που είσαι στ’ αλήθεια. Καταδικάζουμε την τέχνη απ’ όπου κι αν προέρχεται, εκτός αν πρόκειται για την τέχνη της εξυπηρέτησης πελατών, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, αλλά μόνο μπροστά του, πίσω του ισχύουν άλλοι νόμοι, μιλάμε για την τέχνη της επαγγελματικής αυτοπροστασίας, βέβαια, βεβαίως. Σ’ αυτή τη δουλειά δεν επιτρέπεται να κλαις ούτε να’ σαι ευαίσθητος. Αυτά είναι γυναικεία χαρακτηριστικά και δεν επιτρέπονται, εκτός κι αν αναλαμβάνεις κληρονομιές, διαζύγια συναινετικά και κτηματολόγια – αυτά που σου ταιριάζουν, δηλαδή, μιας που αύριο-μεθαύριο θα γίνεις μάνα. Δεν επιτρέπονται δεύτερες σκέψεις και αμφιβολίες. Σκληρότητα και ψυχραιμία. Έτσι είναι ο κόσμος. Γίνε σκληρός για να τον αντιμετωπίσεις. Μικρή είσαι ακόμα. Θα μάθεις. Έτσι είναι ο κόσμος, μείνε ψύχραιμος για να τον κουμαντάρεις και να φέρεις τα απόνερά του στη φορά των δικών σου νερών – εσύ είσαι καθαρός, νομίζεις, στέκεσαι πάνω από αυτούς όλους, ή μάλλον, δίπλα τους, παρ- ίστασαι – Έτσι είναι ο κόσμος, αποδέξου το και προσγειώσου επιτέλους στην πραγματικότητα. Όλοι λένε ψέμματα,  όλοι σε όλους, όλοι για όλα. Τρέχα στις δημόσιες υπηρεσίες να πνιγείς στη σκόνη των εγγράφων,  να γλιστρήσεις στα μελάνια των βαρεμένων και βαρετών σφραγίδων, να πέσεις στην άβυσσο του απογοητευμένου απ’ τη ζωή υπαλλήλου και του οριακά ανθρώπινου βλέμματός του να σου θυμίζουν όλα αυτά τον Κάφκα και να μην έχεις με ποιον να το μοιραστείς – στο διά ταύτα, να βρεις με ποια χαρτιά θα υπερασπιστείς καλύτερα την πλευρά του ψέμματος που διάλεξες. Γιατί διάλεξες. Αποδέξου το. Διάλεξες. – 14 Μαΐου 2016, 12:21 π.μ. Ο χρήστης Alkis έγραψε: Πολύ καλό, πολύ αληθινό, μόνο μην συμβιβαστείς με το τέλος… μην το αποδεχθείς – υπάρχουν πολλοί τρόποι για αυτό, θα το κουβεντιάσουμε κάποια στιγμή