Τι εστί η φράση “Η ζωή μιμείται την τέχνη” ; – Μαίρη Τζέιν

Η φράση “Η ζωή μιμείται την τέχνη” σημαίνει ότι συχνά, καταστάσεις, γεγονότα ή συμπεριφορές της πραγματικής ζωής επηρεάζονται ή εμπνέονται από έργα τέχνης, λογοτεχνίας ή άλλες δημιουργικές εκφράσεις. Υποδηλώνει ότι η τέχνη μπορεί μερικές φορές να αντανακλά ή και να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται, αισθάνονται και ενεργούν στην καθημερινή τους ζωή, σαν να μιμείται η ίδια η ζωή τις ιδέες και τις ιστορίες που παρουσιάζονται στην τέχνη. Η φράση αποδίδεται συχνά στον Αμερικανό συγγραφέα και φιλόσοφο Όσκαρ Ουάιλντ. Στο δοκίμιό του του 1889 με τίτλο “Η παρακμή του ψέματος: Μια παρατήρηση”, ο Ουάιλντ έγραψε: “Η ζωή… μιμείται την τέχνη πολύ περισσότερο από ό,τι η τέχνη μιμείται τη ζωή”. Αυτή η δήλωση τονίζει την ιδέα ότι η τέχνη μπορεί να έχει βαθύ αντίκτυπο στη ζωή και ότι η ζωή μπορεί να επηρεάζεται περισσότερο από την τέχνη παρά το αντίθετο. Η φράση “Η ζωή μιμείται την τέχνη” μπορεί να παρατηρηθεί σε πολυάριθμα παραδείγματα σε όλη την ιστορία. Για παράδειγμα, υπάρχουν τα έργα του Σαίξπηρ, όπως το “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” και ο “Άμλετ”, που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον πολιτισμό και έχουν εμπνεύσει γεγονότα της πραγματικής ζωής. Η έννοια των ερωτευμένων εραστών που διασταυρώνονται στα αστέρια στο “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει πολυάριθμες τραγικές ιστορίες αγάπης στην πραγματική ζωή. Από την άλλη πλευρά, ταινίες όπως η “Καζαμπλάνκα” (1942) και το “Όσα παίρνει ο άνεμος” (1939) δεν ήταν μόνο δημοφιλείς και είχαν επιρροή στην κινηματογραφική βιομηχανία, αλλά άφησαν επίσης αποτύπωμα στην κοινωνία. Οι εμβληματικές ατάκες από αυτές τις ταινίες έχουν γίνει μέρος της καθημερινής γλώσσας, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη μπορεί να διαμορφώσει τη ζωή. Ακόμα και στη βιομηχανία της μόδας αντλείται έμπνευση από την τέχνη, ιδίως από πίνακες ζωγραφικής ή ιστορικές περιόδους. Για παράδειγμα, το κίνημα art deco της δεκαετίας του 1920 και του 1930 επηρέασε τις τάσεις της μόδας εκείνης της εποχής, με τα γεωμετρικά σχήματα και τα έντονα χρώματα. Η φράση μπορεί να συνδεθεί με διάφορα φιλοσοφικά κινήματα και ιδέες. Ένα τέτοιο κίνημα είναι ο ρομαντισμός, ο οποίος τόνισε τη σημασία των συναισθημάτων, του ατομικισμού και της φαντασίας. Αυτό το κίνημα συχνά εξυμνούσε την ιδέα ότι η τέχνη μπορούσε να εμπνεύσει και να επηρεάσει τη ζωή, αντανακλώντας την πεποίθηση ότι η ζωή μιμείται την τέχνη. Επιπλέον, η φράση μπορεί να συνδεθεί με την έννοια του μιμητισμού, η οποία αποτελεί βασική πτυχή διαφόρων φιλοσοφικών και καλλιτεχνικών κινημάτων, όπως ο Πλατωνισμός, ο αναγεννησιακός ανθρωπισμός, ακόμη και ορισμένες μεταμοντέρνες θεωρίες. Ο μιμητισμός αναφέρεται στη μίμηση ή την αναπαράσταση της πραγματικότητας στην τέχνη, αλλά μπορεί επίσης να σημαίνει ότι η ζωή μιμείται την τέχνη. Επιπλέον, η φράση μπορεί να συνδεθεί με την ιδέα της “καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας”, όπως διατυπώθηκε από τον Γερμανό φιλόσοφο Φρίντριχ Σίλερ και άλλους. Πίστευαν ότι οι καλλιτέχνες διαθέτουν μοναδικές ιδέες και δημιουργικές ικανότητες που μπορούν να επηρεάσουν την κοινωνία, υποδηλώνοντας μια σύνδεση μεταξύ ζωής και τέχνης. Συνοψίζοντας, η φιλοσοφία πίσω από τη φράση “Η ζωή μιμείται την τέχνη” έχει τις ρίζες της στην πεποίθηση ότι η τέχνη έχει τη δύναμη να διαμορφώνει και να επηρεάζει τις αντιλήψεις, τις σκέψεις και τις πράξεις μας στη ζωή. Υποδηλώνει ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης της κοινωνίας, αντανακλώντας τις αξίες, τις φιλοδοξίες, ακόμη και τις αδυναμίες της. Η ιδέα αυτή αναδεικνύει τη διασύνδεση και την αμοιβαία σχέση μεταξύ τέχνης και ζωής, καθώς και τον ρόλο της τέχνης ως ισχυρό εργαλείο για κοινωνικό σχολιασμό και αλλαγή. Στην ουσία, τονίζει την ιδέα ότι η τέχνη δεν είναι απλώς μια παθητική αντανάκλαση της ζωής, αλλά μπορεί να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωσή της.

Τα χαρακτηριστικά και η Ιστορία της Commedia dell’arte – Μαίρη Τζέιν

Η Commedia dell’arte, μια μορφή αυτοσχεδιαστικού θεάτρου που ξεκίνησε από την Ιταλία κατά την εποχή της Αναγέννησης, έχει αφήσει ανεξίτηλο σημάδι στο σύγχρονο θέατρο. Οι ρίζες της μπορούν να εντοπιστούν στα τέλη του 16ου αιώνα, όταν περιπλανώμενοι θίασοι ηθοποιών έπαιζαν κωμικά έργα σε δημόσιες πλατείες και θέατρα σε όλη την Ιταλία. Οι παραστάσεις αυτές, που χαρακτηρίζονταν από μασκοφόρους χαρακτήρες, καταστάσεις αρχείου και αυτοσχέδιους διαλόγους, έκαναν θραύση στο κοινό και απέκτησαν γρήγορα δημοτικότητα. Η προέλευση της commedia dell’arte μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες. Ένας από τους σημαντικότερους ήταν η εμφάνιση του ανθρωπισμού, ενός φιλοσοφικού κινήματος που τόνιζε τη σημασία του ατόμου έναντι αφηρημένων εννοιών όπως η θρησκεία και η παράδοση. Αυτή η νέα εστίαση στο άτομο οδήγησε σε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ψυχολογία των χαρακτήρων και στην ανάπτυξη πιο σύνθετων, διαφοροποιημένων παραστάσεων. Ένας άλλος παράγοντας ήταν η άνοδος της τεχνολογίας της τυπογραφίας στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Αυτό επέτρεψε τη διάδοση γραπτών κειμένων, συμπεριλαμβανομένων των θεατρικών έργων, τα οποία μπορούσαν να μελετηθούν, να απομνημονευθούν και να παιχτούν από ηθοποιούς σε ολόκληρη την Ιταλία. Αυτό βοήθησε στην τυποποίηση ορισμένων στοιχείων της commedia dell’arte, όπως η χρήση χαρακτήρων απόθεμα όπως ο Pantalone, ο Dottore και η Brighella, και η χρήση σκηνικών καταστάσεων όπως η “εξέγερση του υπηρέτη” και “ο γιατρός επισκέπτεται τον ασθενή του”. Αυτά τα στοιχεία παρείχαν δομή για αυτοσχεδιαστικές παραστάσεις, ενώ παράλληλα επέτρεπαν τη δημιουργικότητα εντός συγκεκριμένων ορίων. Ο αντίκτυπος της commedia dell’arte στο σύγχρονο θέατρο είναι αδιαμφισβήτητος, με πολλά σύγχρονα έργα να αντλούν έμπνευση από τις παραδόσεις της. Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα είναι η Δωδέκατη Νύχτα του Σαίξπηρ, η οποία διαθέτει πολλά στοιχεία παρόμοια με αυτά που συναντώνται στις παραστάσεις της commedia dell’arte: λανθασμένες ταυτότητες, cross-dressing, αυτοσχέδιοι διάλογοι και χαρακτήρες όπως ο Sir Toby Belch, ο οποίος έχει κάποια ομοιότητα με την Brighella, έναν από τους πιο διάσημους χαρακτήρες της commedia dell’arte. Εκτός από την επιρροή της σε συγκεκριμένα έργα, η commedia dell’arte επηρέασε επίσης ευρύτερες τάσεις στη θεατρική παραγωγή, όπως την έμφαση στον αυτοσχεδιασμό, τη σωματική κωμωδία, τη μάσκα, τη μουσική, το χορό και άλλα πολλά. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πει κανείς πως ένα μεγάλο σύνολο του σημερινού θεάτρου έχει επηρεαστεί και -γιατί όχι- καθοριστεί από την commedia dell’arte. Τόσο η Commedia dell’ Arte όσο και η σύγχρονη θεατρική κωμωδία μοιράζονται τον πρωταρχικό στόχο της ψυχαγωγίας και της εμπλοκής του κοινού μέσω του χιούμορ και της ευφυΐας. Χρησιμοποιούν τον αυτοσχεδιασμό, τη σωματική κωμωδία και τα αρχέτυπα χαρακτήρων για να προκαλέσουν γέλιο και συναισθήματα. Επιπλέον, και οι δύο μορφές κωμωδίας βασίζονται σε επίκαιρα και πολιτισμικά συναφή θέματα, προσαρμοζόμενες στο διαρκώς εξελισσόμενο κοινωνικό πλαίσιο. Ωστόσο, ενώ η Commedia dell’ Arte χαρακτηριζόταν από τις αυθόρμητες, χωρίς σενάριο παραστάσεις της, η σύγχρονη θεατρική κωμωδία ακολουθεί συνήθως μια πιο δομημένη σεναριακή μορφή.

Woody Allen – Ευγενία (Ζένια) Σοφία

O Γούντι Άλλεν (Woody Allen) γεννημένος 1 Δεκεμβρίου 1935 ως Allen Stewart Königsberg, είναι Αμερικανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος, κωμικός, συγγραφέας και μουσικός. Χαρακτηρίζεται από ένα ξεχωριστό στυλ που συνδυάζει διανοητικό χιούμορ, νευρωτικούς χαρακτήρες και μια βαθιά εξερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Γράφει και σκηνοθετεί τις ταινίες του, ενώ έχει ενσαρκώσει και ο ίδιος διάφορους ρόλους σε πολλές από αυτές καλούμενος «διοπτροφόρος ηθοποιός». Εμπνέεται από τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο και κυρίως από τη Νέα Υόρκη, την αγαπημένη του πόλη. Η κινηματογραφική του περσόνα ενσαρκώνει έναν Εβραίο διανοούμενο της Νέας Υόρκης μέσα από μια αυτοσαρκαστική αίσθηση του χιούμορ, ενώ συχνά παρουσιάζεται νευρωτικός και εγωκεντρικός, κοσμοπολίτης και ανασφαλής. Το σημείο καμπής στην καριέρα του ήρθε με την κυκλοφορία της ταινίας «Annie Hall» (Νευρικός Εραστής), το 1977. Η ταινία, μια ημι-αυτοβιογραφική ρομαντική κομεντί, όχι μόνο κέρδισε τέσσερα βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, αλλά επίσης εδραίωσε την ταυτότητα του Άλλεν ως κινηματογραφικού συγγραφέα. Η ταινία ήταν μια απόκλιση από τις παραδοσιακές ρομαντικές κωμωδίες, με μη γραμμική αφήγηση και με μια ειλικρινή εξερεύνηση της αγάπης και των σχέσεων. Παράλληλα, η συνεργασία του με την ηθοποιό Ντάιαν Κίτον, η οποία έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο στο «Annie Hall», έγινε εμβληματική. Η χημεία τους στην οθόνη και η ικανότητα του Άλλεν να εμποτίζει με χιούμορ συγκλονιστικές στιγμές έθεσαν ένα νέο πρότυπο για το είδος της ρομαντικής κωμωδίας. Η επιρροή της ταινίας είναι ακόμα αισθητή στον σύγχρονο κινηματογράφο, με τους σκηνοθέτες να την αναφέρουν ως έμπνευση για την καινοτόμο αφηγηματική της δομή. Woody Allen Ο Άλλεν μέσα από μια εκτενή φιλμογραφία που περιλαμβάνει κλασικά έργα, όπως το «Μανχάταν» και το «Μεσάνυχτα στο Παρίσι», προβάλλει υπαρξιακά θέματα, περίπλοκους χαρακτήρες και μια διαφοροποιημένη αφήγηση, αφήνοντας ανεξίτηλο το σημάδι του στον κόσμο του κινηματογράφου. Είτε θεωρείται κωμική ιδιοφυΐα, αμφιλεγόμενη φιγούρα ή πρωτοπόρος, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη διαρκή επιρροή του στην τέχνη του κινηματογράφου. Ορισμένες από τις βραβεύσεις του: Όσκαρ Σκηνοθεσίας (1977) Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου (1977) Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας (1977) Βραβείο της Ένωσης Αμερικανών Σκηνοθετών (1977) Βραβεία Writers Guild of America (1985), (1987), (1990) Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου (1986) Βραβείο Χρυσής Σφαίρας καλύτερου σεναρίου (1986) Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης μουσικής ή κωμικής ταινίας (1987) Bραβείο Ντονόστια (2004) Βραβείο Πρίγκιπα της Αστουρίας για τις τέχνες (2002) Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου (2011) Βραβείο Χρυσής Σφαίρας καλύτερου σεναρίου (2012)   Ενδεικτικές κριτικές για τις ταινίες του: «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» «Ρομαντικός, τρυφερός και ευαίσθητος από τη μια μεριά αλλά την ίδια ώρα ρεαλιστής και προσγειωμένος, ο Άλλεν στο «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» κάνει ένα νοσταλγικό πέρασμα στην εποχή των ειδώλων του… Ταυτόχρονα το φιλμ, στο οποίο εμφανίζονται επίσης η Μαριόν Κοτιγιάρ, η Κάθι Μπέιτς και η Κάρλα Μπρούνι, είναι επίσης ένα πανέμορφο γράμμα αγάπης του Άλλεν προς το Παρίσι, προς τους Γάλλους γενικότερα, οι οποίοι δεν έπαψαν ποτέ να λατρεύουν το χιούμορ των μοναδικών ταινιών του…» –  To Βήμα. «Μια συναρπαστική σύγκρουση αισθημάτων» – Rolling Stone. «Μια θαυμάσια ταινία με γνήσιες εκφάνσεις ρομαντισμού» – New York Times. «Σωστός χρόνος, σωστό μέρος και μια από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων ετών»  – Associated Press. «Μανχάταν» «Το Μανχάταν είναι μια εκπληκτική εμπειρία βγαλμένη απ’ τη ζωή και χωρίς ψεγάδια» – Damian Cannon. «Παρουσιάζει εμάς τους ανθρώπους να αναλωνόμαστε τόσο για να κάνουμε εντύπωση στους άλλους, που ξεχνάμε πως να είμαστε ο εαυτός μας» – Dan Jardin. «Είναι μια αισιόδοξη τραγωδία των μαύρων καιρών μας» – Βασίλης Ραφηλίδης «Το Βήμα». «Η καλύτερη και σοβαρότερη μέχρι τώρα ταινία του Woody Allen και ένας ρόλος για Όσκαρ από την Κέιτ Μπλάνσετ, η οποία δεν υποδύεται απλά, αλλά βιώνει τον ρόλο της γυναίκας, που έχει μάθει να ζει στη Νέα Υόρκη με τα λεφτά των άλλων χάρη στον άντρα της (ο καλύτερος Άλεκ Μπάλντουιν που έχω δει τα τελευταία χρόνια)»  – Άγγελος  Πολύδωρος. «Πραγματικά πρόκειται για ένα κινηματογραφικό στολίδι που ξεπερνά κάθε προηγούμενη δημιουργία του Woody Allen προσφέροντας το καλύτερο από ότι προσδοκά ο κάθε λάτρης του χαρισματικού αυτού δημιουργού» –  Κωνσταντίνος   Κομματάς. «Η Θλιμμένη Τζάσμιν είναι μια πολύ ευχάριστη κινηματογραφική έκπληξη με πολύ δυσάρεστο θέμα και κεντρική ηρωίδα μια γυναίκα σε απόγνωση, μια πρώην κυρία των σαλονιών της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ»  – Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος. Ευγενία (Ζένια) Σοφία

JOKER – Mary D

Η ταινία γυρισμένη το 2019 εξελίσσεται στην πόλη του Γκόθαμ Σίτυ, γνωστή από τα κόμικς με τις περιπέτειες του Batman ενός σούπερ ήρωα που προσπαθούσε να εξολοθρεύσει το έγκλημα που υπήρχε σε αυτήν, με μόνιμο εχθρό του τον Joker έναν  παρανοϊκό κλόουν. Ο σκηνοθέτης Τόντ Φίλιπς επιλέγει να εστιάσει στον Joker παρουσιάζοντας την ζωή του από άλλη οπτική ανατρέποντας το μύθο. Ο πιο διάσημος κακός και σκοτεινός χαρακτήρας στην ιστορία των κόμικς μεταμορφώνεται σε έναν καθημερινό άνθρωπο ο οποίος πλήττεται από την κοινωνική αδικία λόγω της ιδιαιτερότητας του. Η ταινία προκάλεσε πολλά σχόλια όταν προβλήθηκε στους κινηματογράφους για τα πολιτικά μηνύματα που μετέφερε και τηνβία η οποία ήταν υπερβολική ειδικά για τους νέους. Ωστόσο η επιτυχία ήταν μεγάλη και κατάφερε να είναι υποψήφια για 11 Όσκαρ από τα οποία απέσπασε τα 2 το ένα για την καλύτερη μουσική και το άλλο Ά ανδρικού ρόλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι μια από τις λίγες ταινίες του Todd Philips με δραματικό περιεχόμενο καθώς στο παρελθόν κυρίως έχει ασχοληθεί με κωμωδίες. Έχοντας λοιπόν ένα πρόσωπο γνωστό του οποίου δεν γνωρίζουμε την ιστορία του, πλάθει από την αρχή την προσωπικότητα του και μας την παρουσιάζει με το δικό του τρόπο χωρίς να μας συγκινήσει ή να μας ταυτίσει μαζί του. Αρχικά παρατηρούμε ότι όλη η ιστορία είναι στο Γκόθαμ Σίτυ την σκοτεινή πόλη των κόμικς όπου κυριαρχεί το κακό, από τα πρώτα κιόλας πλάνα το άκουσμα ενός ραδιοφωνικού σταθμού μας εισάγει σε έναν κόσμο βρώμικο που κυριαρχεί η δυσωδία και τα ποντίκια. Η σκοτεινή φωτογραφία και οι κλόουν που υπάρχουν στο πλάνο με τα έντονα και κόκκινα χρώματα μας προκαλούν αρνητικά συναισθήματα. Αν και η φιγούρα του κλόουν παραπέμπει σε κάτι αστείο και χαρούμενο εδώ παρουσιάζεται διαφορετικά τρομάζοντας τον θεατή. Το πολύ κοντινό στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή καθώς αναφέρονται τα ποντίκια που κυριεύουν την πόλη και βλέποντάς τον να κάνει γκριμάτσες δίνουν την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένα ακόμα στοιχείοπου παρατηρείται στα πρώτα πλάνα είναι ότι αρκετά συχνά το σκηνικό θολώνει γύρω από τον πρωταγωνιστή εστιάζοντας σε αυτόν και αποκόβοντάς τον από το σύνολo. Μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά της ταινίας με ένα ασυνεχές ελλειπτικό μοντάζ έχουμε δει την δουλειά του, το πρόβλημα υγείας του και την πόλη που μένει. Έχοντας δημιουργηθεί ένα μυστήριο γύρω του περιμένουμε να να δούμε τον προσωπικό του χώρο και πως προκλήθηκε το θέμα του. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας παρατηρούμε ότι σε κάθε σκηνή παρουσιάζεται μια αντίθεση, από την μια έχει τη θέλησή να ενταχθεί στο κοινωνικό περιβάλλον, να μπορέσει να προσφέρει στους ανθρώπους γύρω του, όμως πάντα κάτι πάει λάθος και τον επαναφέρει στην κατάρρευση και του υπενθυμίζει ότι δεν είναι καλά. Όλα είναι εναντίον του χωρίς να του δίνεται η επιλογή να καλυτερεύσει την ζωή του. Δεν μας γίνεται αμέσως γνωστό τι προκάλεσε την ψυχολογική του πάθηση αλλά φαίνεται πως βιώνει την κοινωνική ανισότητα από την επίδειξη ρατσιστικής συμπεριφοράς σε βάρος του όπως επίσης και την στέρηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων του την εργασία και την υγεία. Συνεπώς είναι αναπόφευκτη η πορεία του προς το έγκλημα και την καταστροφή. Σε ότι έχει πιστέψει αναιρείται οπότε φτιάχνει έναν άλλο χαρακτήρα τον Joker όπως αποκαλέστηκε και τον κάνει πραγματικό δολοφόνο. Μπορεί οι προηγούμενοι φόνοι να ήταν ένα τυχαίο γεγονός όμως από ένα σημείο και μετά επέλεξε να γίνει τιμωρός αυτών που τον απογοήτευσαν. Μεταμορφώνεται μόνιμα σε κλόουν, υιοθετεί τον χαρακτήρα του κακού που έχει ξεσηκώσει τον κόσμο άθελά του και δρα κατά αυτών που συνέβαλλαν στην καταστροφή του. Χαρακτηριστικό είναι το κόκκινο χρώμα που προβάλλεται σε όλη την ταινία στους φωτισμούς, τα ρούχα του Joker, το αίμα για να αποτυπώσει και να τονίσει τα ψυχολογικά συναισθήματα του πρωταγωνιστή και τις καταστάσεις που ζει. Επιπλέον σε πολλά σημεία ο σκηνοθέτης τον βάζει να περνά μέσα από στενούς μακριούς διαδρόμους εγκλωβίζοντάς τον, περνώντας μας το μήνυμα της πίεσης που νιώθει και οδηγείται σε μονόδρομο χωρίς διαφυγή. Οι καθρέφτες που δεν λείπουν από κάποιες σκηνές δείχνουν τον ίδιο να κοιτά το είδωλο που έχει δημιουργήσει κατά την μεταμόρφωσή του σε κλόουν. Η σκηνή που μέσα από τον καθρέπτη απεικονίζεται ο Γουέιν μεγάλος και πίσω του ο Άρθουρ πιο μικρός δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι θα ήθελε αυτό που αντανακλά ο καθρέφτης να είναι αληθινό και να γίνει αποδεκτός από τον πατέρα του. Επιλέον τα γκρο πλάνα είναι ένα άλλο εκφραστικό μέσο για ψυχολογικές και συμβολικές ερμηνείες καθώς η αμεσότητα σκιαγραφεί το υποσυνείδητο του υποκειμένου. Για να ενταθεί όμως καλύτερα αυτή η ψυχική ανισορροπία τα πλάνα από λοξές γωνίες υπερτερούν για να μας μεταφέρουν την ανησυχία και την διαταραχή της προσωπικότητάς του. Ειδικά οι σκηνές του χορού από τις διάφορες γωνίες λήψης και την αργή κίνηση μας μεταφέρουν αυτά που αντιπροσωπεύουν και θέλουν να τονιστούν. Βασικό συστατικό αποτελεί και ο ήχος που μεταδίδει την μελαγχολική ατμόσφαιρα που απλώνεται σε όλη την διάρκεια και μας εισάγει από την μια σκηνή στην άλλη. Ο ήχος καθοδηγεί τον θεατή συναισθηματικά και τραβάει την προσοχή του σε θέματα που θέλει να αγγίξει. Η σιωπή από την άλλη χρησιμοποιείται για δραματικούς σκοπούς και εδώ υπάρχουν αρκετά σημεία που επικρατεί σιωπή ή μόνο το γέλιο του Joker δημιουργώντας ένα βαρύ κλίμα. Συνοψίζοντας τα παραπάνω στοιχεία που συντελούν για την απόδοση μια ψυχικά φορτισμένης ταινίας ο σκηνοθέτης καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή. Χωρίς να ερμηνεύονται όλα ξεκάθαρα και με τις συνεχείς ελλείψεις ανάμεσα στις σκηνές περνάει τα μηνύματα του κοινωνικού αποκλεισμού και τις συνέπειες αυτού. Καθηλώνει καιπροβληματίζει το κοινό με την ζωή κάποιου ψυχικά ασθενούς που δεν έχει επιλογές για να επιβιώσει μέσα στην κοινωνία και αφήνει ο καθένας να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Πρισίλα -ή αλλιώς: Η γυναίκα πίσω από τον μύθο (του Έλβις) – Μαίρη Τζέιν

Παρακολουθώντας την ταινία “Priscilla” (2023) αναγεννήθηκε η ανάγκη να ανακαλέσω αυτό το εξιδανικευμένο ειδύλλιο, το σύμβολο του αμερικανικού ροκ ονείρου, το παραμυθένιο ζευγάρι με το οποίο πολλές και πολλοί θα ήθελαν να ταυτιστούν. Προσωπικά, ανήκω στους ανθρώπους όπου την Πρισίλα δεν την είχαν ποτέ στο μυαλό τους ως πρωταγωνίστρια. Την ήξερα ως την “σύζυγο του Έλβις”. Λοιπόν, αυτή η ταινία ήρθε για να βάλει στη θέση τους άτομα σαν εμένα. Το “Priscilla” (2023) είναι μια βιογραφική ταινία που εμβαθύνει στη ζωή της Priscilla Presley, εστιάζοντας στη σχέση της με τον εκλιπόντα σύζυγό της, Elvis Presley, καθώς και στην προσωπική της πορεία. Η ταινία αναμένεται να αναδείξει διάφορες πτυχές της ζωής της, συμπεριλαμβανομένων των πρώτων χρόνων της, του γάμου τους και των προκλήσεων που αντιμετώπισαν μαζί. Ποιά ήταν όμως η Πρισίλα και ποια ήταν η σχέση της με τον βασιλιά του ροκ-εν-ρολ; Η Priscilla Presley, γεννημένη τον Μάιο του 1945, ασχολήθηκε με την υποκριτική, την τηλεπαρουσίαση και τις επιχειρήσεις. Είναι περισσότερο γνωστή για τους υποκριτικούς της ρόλους σε ταινίες όπως το “Naked Gun 33 1/3: The Final Insult” (Ελληνιστί: Τρελές Σφαίρες). Ξεκίνησε την καριέρα της ως χορεύτρια και μοντέλο, ενώ τελικά μεταπήδησε στην υποκριτική στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της, αντιμετώπισε διάφορες προκλήσεις και συμμετείχε σε πολλά  επιχειρηματικά εγχειρήματα, συμπεριλαμβανομένης της δικής της σειράς αρωμάτων. Γνώρισε τον Elvis μέσω ενός κοινού φίλου, ο οποίος πίστευε ότι θα ταίριαζαν καλά λόγω των κοινών τους ενδιαφερόντων και χόμπι. Τους ένωσε η αγάπη τους για τη μουσική, τον κινηματογράφο και την τέχνη και σύντομα άρχισαν να περνούν περισσότερο χρόνο μαζί, σχηματίζοντας τελικά μια στενή φιλία που τελικά εξελίχθηκε σε ρομαντική σχέση. Η Πρισίλα είχε σημαντική σχέση μαζί του τόσο ως σύζυγος όσο και ως έμπιστη συνεργάτης. Ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου το 1967, λίγα χρόνια μετά το διαζύγιο του Έλβις από την πρώτη του σύζυγο και παρέμειναν παντρεμένοι για έξι χρόνια. Κατά τη διάρκεια της κοινής τους ζωής, η Πρισίλα υπήρξε υποστηρικτική σύντροφος, διαχειριζόμενη την καριέρα και την προσωπική ζωή του Έλβις. Ήταν στο πλευρό του κατά τη διάρκεια της ανόδου του στη φήμη και της ενδεχόμενης παρακμής του. Μετά το διαζύγιό τους το 1973, η Priscila συνέχισε να διατηρεί στενή σχέση με τον Elvis μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1977. Όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε υπέρμαχος της κληρονομιάς του εκλιπόντος συζύγου της, μοιραζόμενη ιστορίες και αναμνήσεις που αναδεικνύουν τον βαθύ δεσμό και την αγάπη τους. Οι ακριβείς λόγοι για το διαζύγιο της Priscilla και του Elvis Presley δεν είναι απολύτως σαφείς. Ένα σημαντικό ζήτημα ήταν η πίεση της διαφοράς ηλικίας τους και η πίεση της φήμης στη σχέση τους. Ένας άλλος παράγοντας θα μπορούσε να είναι οι προσωπικοί αγώνες του Elvis με τον εθισμό, οι οποίοι επηρέασαν τόσο την επαγγελματική όσο και την προσωπική του ζωή. Εκείνη προσπάθησε να τον βοηθήσει να διαχειριστεί την καριέρα του και τα προσωπικά του ζητήματα, αλλά οι προκλήσεις αποδείχθηκαν συντριπτικές για τη σχέση τους. Παρά το διαζύγιό τους, η Priscilla και ο Elvis διατήρησαν στενό δεσμό μέχρι το θάνατό του, γεγονός που δείχνει ότι εξακολουθούσαν να τρέφουν βαθιά αγάπη και σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Πρόκειται για μια γυναίκα υποστηρικτική και πετυχημένη, ακόμα και αν μεγάλο μέρος της λάμψης της επισκιάστηκε από την αείμνηστη, ιστορική περσόνα του συζύγου της.

Νίκος Καζαντζάκης – Ευγενία (Ζένια) Σοφία

Τρεις ψυχές, τρεις προσευκές:Α’ Δοξάρι είμαι στα χέρια σου, Κύριε·τέντωσέ με, αλλιώς θα σαπίσω.Β’ Μη με παρατεντώσεις, Κύριε·θα σπάσω.Γ’ Παρατέντωσέ με, Κύριε, κι ας σπάσω! (Ν. Καζαντζάκης – Αναφορά στον Γκρέκο) Ο Νίκος Καζαντζάκης, καταξιωμένος Έλληνας συγγραφέας, δημοσιογράφος, ποιητής, πολιτικός, φιλόσοφος, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στον λογοτεχνικό κόσμο με τα πλούσια έργα του. Γεννημένος στις 18 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 18831 στο Ηράκλειο της Κρήτης, ασχολήθηκε με τη μυθοπλασία, την ποίηση και τη φιλοσοφία, εξερευνώντας τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης και της πνευματικότητας. Η αντισυμβατική οπτική του και η δημιουργικότητά του τον τοποθέτησαν ανάμεσα στις πιο σημαντικές λογοτεχνικές προσωπικότητες. ¹18 Φεβρουαρίου με βάση το παλαιό ημερολόγιο, 3 Μαρτίου με βάση το καινούριο Το ταλέντο του διαμορφώθηκε μέσα από τις κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις της εποχής του. Μεγαλώνοντας σε μια περίοδο που σημαδεύτηκε από τον Κρητικό αγώνα για ανεξαρτησία και αργότερα τους Βαλκανικούς και Παγκοσμίους Πολέμους, ανέπτυξε μια έντονη αίσθηση της ανθεκτικότητας του ανθρώπινου πνεύματος μέσα από τις αντιξοότητες. Τα ταξίδια του στην Αθήνα, το Παρίσι και τη Γερμανία τον βοήθησαν να εμβαθύνει περισσότερο στην κλασική λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και τις τέχνες, θέτοντας τις βάσεις της κοσμοθεωρίας του. Παρότι ξεκίνησε με ποιήματα και δοκίμια, τα οποία φανερά δείχνουν την ενασχόλησή του με τα υπαρξιακά ζητήματα και την ανθρώπινη φύση, τα μυθιστορήματά του ήταν αυτά που κέρδισαν τη διεθνή αναγνώριση. Ο «Βιος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (1946) είναι ένα από τα πιο γνωστά του έργα, που απεικονίζει τον ζωντανό χαρακτήρα του Ζορμπά, ενός ελεύθερου πνεύματος και πληθωρικού ανθρώπου, σε αντίθεση με τον πιο στοχαστικό αφηγητή. Η «Οδύσσεια» (1929 – 1938), ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια της Οδύσσειας του Ομήρου και συνιστά μια φιλοσοφική εξερεύνηση του ταξιδιού της ανθρώπινης ψυχής, συνδυάζοντας κλασικά με σύγχρονα θέματα. Μέσα από αυτό το έργο, ο Καζαντζάκης τοποθετείται για τις δίκες του απόψεις, ενώ δεν φοβάται να αμφισβητήσει τις συμβάσεις και να προκαλέσει σκέψη. Ζητήματα πνευματικότητας και πίστεως αποτελούν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στα έργα του. Το μυθιστόρημά του «Ο τελευταίος πειρασμός» (1951) πυροδότησε αρκετή διαμάχη για την αντισυμβατική απεικόνιση του Ιησού Χριστού. Το μυθιστόρημα εμβαθύνει στους εσωτερικούς αγώνες του ανθρώπου, ανακατασκευάζοντας τις έννοιες του θεϊκού και της ανθρώπινης μορφής και εστιάζοντας στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο «ήρωας» διχασμένος μεταξύ του θεϊκού σκοπού και των θνητών επιθυμιών του. Ο «ήρωας του πειρασμού» δεν χάνει τη διττή του φύση, αλλά έρχεται σε έντονη σύγκρουση η ανθρώπινη αδυναμία με τη θεϊκή αποστολή. Παρά την κριτική που δέχτηκε από τις θρησκευτικές αρχές, τα έργα του Καζαντζάκη άντεξαν και πέρασαν στην «αιωνιότητα» με αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Η ικανότητά του να συνδυάζει φιλοσοφία, πνευματικότητα και λογοτεχνία επηρέασε βαθύτατα τις επόμενες γενιές συγγραφέων και συνεχίζει μέχρι σήμερα να τις επηρεάζει. Η ουσία του έργου του βρίσκεται στην αδιάκοπη αναζήτηση του βαθύτερου νοήματος και στην εξερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής και ύπαρξης. Ο αναγνώστης δεν βρίσκεται μόνο μπροστά σε έναν λογοτεχνικό πλούτο, αλλά είναι σε θέση να ξεκινήσει ένα ταξίδι αυτο-ανακάλυψης της δικής του ταυτότητας και των δικών του πεποιθήσεων για τη ζωή και τον θάνατο. Η κληρονομιά που άφησε πίσω του ο Καζαντζάκης δεν στηρίζεται μόνο στα όσα έγραψε αλλά και στις επιδράσεις αυτών στον λογοτεχνικό κόσμο, αφού αμφισβήτησε τους κανόνες και ενθάρρυνε τη βαθύτερη εξερεύνηση του ανθρώπινου πνεύματος. Το 1956 τιμήθηκε με το «Παγκόσμιο Βραβείο Ειρήνης» στη Βιέννη, ενώ τον Ιούνιο του 1957 ταξίδεψε στην Κίνα μετά από πρόσκληση της κινεζικής κυβέρνησης. Επέστρεψε από το ταξίδι του, αφού προσβλήθηκε από λευχαιμία και νοσηλεύτηκε στη Δανία και Γερμανία. Τελικά κατέληξε στις 26 Οκτωβρίου 1957 σε ηλικία 74 ετών. Σημαντικότερα έργα 1927: Ασκητική 1927 – 1941: Ταξιδεύοντας Ισπανία, Ταξιδεύοντας Ιαπωνία και Κίνα, Ταξιδεύοντας Αγγλία, Ταξιδεύοντας Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, ο Μοριάς, Ταξιδεύοντας Ρουσία. 1929 – 1938: Οδύσσεια 1938 – 1948: Προμηθέας Καποδίστριας, Κούρος (ή Θησέας) Νικηφόρος Φωκάς Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Χριστόφορος Κολόμβος 1946 – 1953: Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946) Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (1948) Ο Καπεταν Μιχάλης (1950) Ο Τελευταίος Πειρασμός (1951) Ο Φτωχούλης του Θεού (1953) 1957: Αναφορά στο Γκρέκο (δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα, το 1961)                                                                                                                                                                                                                 Ευγενία (Ζένια) Σοφία

Τί μας Αφηγείται ένας πίνακας ; – Mary D

Το αίνιγμα ενός χρησμού – 1910 – Giorgio de Chirico Ulysses and Calypso – Arnold Böcklin 1883 Στις αρχές του 20ου αιώνα στην Ιταλία παράλληλα με τον Φουτουρισμό μια νέα καλλιτεχνική τάση ξεπροβάλει η οποία αποκαλείται «Μεταφυσική Ζωγραφική» με κύριο εκπρόσωπό της τον Giorgio de Chirico. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Ελλάδα και έζησε εκεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του ως την ενηλικίωση. Μετά τις σπουδές του στη ζωγραφική βρέθηκε στο Μόναχο όπου οι πίνακες με το μυθολογικό-ονειρικό περιεχόμενο του Arnold Bocklin τράβηξαν το ενδιαφέρον του. Οι ήδη υπάρχουσες επιρροές του από τους Έλληνες φιλοσόφους και την ελληνική μυθολογία στην αρχή και έπειτα από τον Nietzsche ο οποίος μιλά για την ομορφιά που κρύβει ο ονειρικός κόσμος που φτιάχνει ο κάθε άνθρωπος, χτίζοντας εκεί μια νέα πραγματικότητα, ο de Chirico παίρνει τα πρώτα του ερεθίσματα. Λίγο αργότερα μελετώντας και τον φιλόσοφο Schopenhauer που γράφει ότι για να έχει κάποιος πρωτότυπες ιδέες πρέπει να μείνει μόνος ώστε κάποια συνηθισμένα πράγματα να τα δει με άλλο μάτι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η λογική είναι ενάντια στην τέχνη. Όλοι αυτοί λοιπόν ήταν το έναυσμα για το ξεκίνημά του σε μια μεταφυσική ζωγραφική. Στη Φλωρεντία λοιπόν δημιουργεί το έργο για το οποίο γίνεται λόγος «Το αίνιγμα ενός χρησμού» που είναι επηρεασμένο από το «Οδυσσέας και Καλυψώ» (1882) του Bocklin όπου αναπαριστά μια σκηνή από την «Οδύσσεια» του Όμηρου. Στα δύο έργα παρατηρούμε κοινά στοιχεία ως προς τη θεματολογία τους που είναι επηρεασμένη από τη μυθολογία, τα σκούρα χρώματα, τις ανθρώπινες φιγούρες ενώ αυτό που τα διαφοροποιεί είναι ότι ο de Chirico με τον τίτλο που βάζει και με τον τρόπο που εκθέτει το άγαλμα θέλει να παντρέψει το μύθο με το μυστήριο. Αντιλαμβανόμαστε στα έργα του μια σύζευξη της τέχνης με την φιλοσοφία και αυτό είναι που τον κάνει ξεχωριστό. Η είσοδός του σε ένα κόσμο συμβολικό και ονειρικό είναι που τον κατέστησε πρόδρομο του Σουρεαλισμού. Αναλύοντας περαιτέρω τον πίνακα του, θα λέγαμε ότι στην ζωγραφική του αναδύεται μια Αναγεννησιακή προοπτική όχι για να αποδόσει ρεαλιστικά το έργο αλλά για να δώσει μια φιλοσοφική ερμηνεία (Χαραλαμπίδης, 2018). Σε πρώτο επίπεδο παρατηρούμε αριστερά ένα άγαλμα το οποίο το βλέπουμε από πίσω τυλιγμένο με ένα μανδύα και δεν διακρίνεται καθαρά αν υπάρχει κεφάλι, γι’ αυτό το λόγο θα το χαρακτηρίζαμε ανδρείκελο, ενώ από πάνω του σε τριγωνικό σχήμα είναι μια κουρτίνα η οποία δίνει την αίσθηση ότι κινείται από τον αέρα. Από την δεξιά πλευρά πίσω από μια μαύρη κουρτίνα με ορθογώνιο σχήμα, αποκαλύπτεται ένα άσπρο κεφάλι από ένα αρχαίο άγαλμα που μοιάζει να είναι σκυμμένο προς το μέρος μας ενώ η κατασκευή του, δίνει μια μαρμάρινη αίσθηση. Ανάμεσά τους υπάρχει το δάπεδο και ο τοίχος που είναι και αυτά ορθογώνια, στα οποία οι μαύρες γραμμές κάθετες και οριζόντιες δημιουργούν παραλληλόγραμα. Γενικά παρατηρούμε γεωμετρικά σχήματα σε όλη την σύνθεση γιατί ο De Chirico ήθελε να δώσει έναν αρχιτεκτονικό σχεδιασμό στα έργα του και επιπλέον τα θεωρούσε συμβολικά ως προς τα μηνύματα που ήθελε να περάσει (Χαραλαμπίδης, 2018). Οι μορφές διατηρούν μια αποστάση μεταξύ τους, φαίνονται αποξενωμένες και εδώ είναι που δημιουργείται το αίνιγμα. Όλα αυτά τα στοιχεία σου δημιουργούν την εντύπωση ότι βρίσκονται κάπου ψηλά αφού ο ουρανός με τα άσπρα πυκνά σύννεφα είναι στο ίδιο ύψος, ενώ η πόλη, τα βουνά και ίσως η θάλασσα που διακρίνονται στο βάθος αριστερά είναι μικρά, πυκνά και σου δίνουν μια αίσθηση μακρινή. Αυτό το κομμάτι είναι σαν ένας άλλος πίνακας μέσα στον πίνακα αφού έχει διαφορετικά χρώματα από αυτά που κυριαρχούν στο πρώτο επίπεδο και απεικονίζει την υποκειμενική ματιά της φιγούρας που δείχνει ότι τον κοιτάει. Παρατηρούμε επίσης ότι ο πίνακας που απεικονίζει την πόλη είναι λουσμένος από το φως της ημέρας ενώ τα πιο σκούρα χρώματα που υπάρχουν στο υπόλοιπο μέρος του αποπνέουν μια σκοτεινιά σαν σε εκείνο το μέρος να έχει δύσει ο ήλιος. Τέλος είναι ευδιάκριτο ότι το έργο είναι μια αναπαράσταση καθώς τα στοιχεία που το συντελούν είναι οικεία και ευανάγνωστα όμως αποδίδεται με μια αινιγματική ατμόσφαιρα, είναι αυτό που ο καλλιτέχνης ήθελε να φτιάξει μια μεταφυσική ζωγραφική που τα νοήματα που θα βγαίνουν από αυτήν, θα υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική. Αδιαμφισβήτητα είναι ένα έργο γεμάτο συμβολισμούς με το οποίο ο καλλιτέχνης δείχνει την δική του οπτική στα πράγματα. Χρησιμοποιώντας τον μύθο καταφέρνει να αποδώσει την αποξένωση, την μοναξιά, την συμβολική φόρτιση και την «αθεράπευτη ανθρώπινη ανησυχία» όπως έλεγε ο Breton (Χαραλαμπίδης, 2018). Χαρακτηριστικά αυτό φαίνεται από το κεφάλι του αγάλματος που καταρχήν είναι κομμάτι του αρχαίου κόσμου και ταυτόχρονα μέσα από το άσπρο και ψυχρό του υλικό από πέτρα παραπέμπει στην απομόνωση. Αν λάβουμε υπόψη μας και το γεγονός ότι είναι κρυμμένο πίσω από μια κουρτίνα ίσως μεταφερθούμε σε μια απόλυτη απομάκρυνση των πολιτισμικών μας στοιχείων. Επιπλέον το ανδρείκελο που εκτίθεται από την άλλη πλευρά είναι και αυτό ένα σώμα άψυχο και μηχανικό επηρεασμένο από την σύγχρονη εποχή. Ένα απόλυτο κενό επικρατεί ανάμεσα τους χωρίς να υπάρχει καμιά δράση σύμφωνα με τον Giuliano Briganti και συμπληρώνει ότι είναι ένα αίνιγμα που δεν περιμένει απάντηση αλλά παραμένει σταθερό (Χαραλαμπίδης, 2018). Υπάρχει επίσης μια αντίθεση ανάμεσα στο παλιό και στο νέο την οποία πετυχαίνει ο De Chirico με βάση την άποψη της Coen που υποστηρίζει ότι όταν συγκρούονται αντίθετα πράγματα τα οποία είναι οικεία, εκδηλώνεται κάτι νέο μια άλλη πραγματικότητα (Χαραλαμπίδης, 2018). Ωστόσο μια άλλη ερμηνεία του έργου είναι ότι το ανδρείκελο αντιπροσωπεύει τον καλλιτέχνη- φιλόσοφο που παρατηρεί τον κόσμο από ψηλά προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις στα μυστήρια που συμβαίνουν, ενώ το άγαλμα που είναι πίσω από την κουρτίνα δείχνει την κρυφή πλευρά της ύπαρξης (Ψήφας,2015). Συγκεκριμένα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καλλιτέχνης εδώ εμπνέεται από την φιλοσοφία και θέλει να περάσει νοήματα που θα προβληματίσουν το θεατή δείχνοντας μια άψυχη φιγούρα να κοιτάει μια πόλη στην οποία ο ίδιος δεν συμμετέχει αλλά βρίσκεται εκεί ψηλά αμόλυντος και αποστασιοποιημένος από τα προβλήματα του πραγματικού κοσμου όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι που περιέγραφε ο Πλάτωνας, αναλογιζόμενος, αν θα κατέβει να βοηθήσει. Άπο την άλλη μεριά οι άνθρωποι που είναι κρυμμένοι και απομονωμένοι μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν την ζωή αντικατροπτίζονται σαν πέτρινα ψυχρά αγάλματα που μένουν

Άρθουρ Μίλερ – Kitt

Ο Άρθουρ Μίλερ (Arthur Asher Miller) γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1915 στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης. Οι γονείς του – με τον πατέρα του να είναι ιδιοκτήτης βιοτεχνίας γυναικείων ενδυμάτων και τη μητέρα του να εργάζεται ως δασκάλα στη δημόσια εκπαίδευση-επηρέασαν το περιβάλλον της παιδικής του ηλικίας. Η Μεγάλη Οικονομική Κρίση και το Χρηματιστηριακό Κραχ του 1929 είχαν βαθιά επίπτωση στη ζωή του. Η οικονομική καταστροφή του πατέρα του καθόρισε την ανάγκη για συνειδητοποίηση της ανασφάλειας της εποχής. Παρά την απόρριψη από πανεπιστήμια λόγω χαμηλών βαθμών και οικονομικών προβλημάτων, ο Μίλερ εργάστηκε σε διάφορες δουλειές για να συγκεντρώσει χρήματα. Τελικά, το 1934, εισήχθη στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου άρχισε σπουδές δημοσιογραφίας. Εκεί εργαζόταν ως νυχτερινός ρεπόρτερ στην εφημερίδα “Michigan Daily” και παρακολουθούσε μαθήματα θεατρικής γραφής, ξεκινώντας να αναπτύσσει το ενδιαφέρον του στον χώρο του θεάτρου. Έκανε τρεις γάμους το 1940 παντρεύτηκε τη συμφοιτήτριά του Έλεν Σλάτερι και απέκτησαν δύο παιδιά. Το 1956 την Μέριλιν Μονρόε και το 1962 την αυστριακή φωτογράφο Ίνγκε Μόρατ. Η σχέση τους ήταν ευτυχισμένη και διήρκεσε μέχρι τον θάνατο της Ίνγκε το 2002. Απέκτησαν μια κόρη , τη σκηνοθέτρια Ρεμπέκα Μίλερ, που γεννήθηκε το 1962. Ο Άρθουρ Μίλερ πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 2005. Δυο χρόνια, μετά το θάνατό του, αποκαλύφθηκε ότι εκτός από τα τρία του παιδιά από την πρώτη και τρίτη του σύζυγο, είχε αποκτήσει κατά τη δεκαετία του ’60 άλλο ένα γιο τον Ντάνιελ ο οποίος έπασχε από Σύνδρομο Down. Ο Ντάνιελ είχε μεγαλώσει σε ιδρύματα και ανάδοχες οικογένειες, καθώς ο Μίλερ αρχικά τον είχε απορρίψει. Ωστόσο τον δέχτηκε σταδιακά και τον συμπεριέλαβε στη διαθήκη που υπέγραψε έξι εβδομάδες πριν πεθάνει. Ο Άρθουρ Μίλερ μας χάρισε πάνω από τριάντα θεατρικά έργα , τέσσερις κινηματογραφικές ταινίες και τρία μυθιστορήματα. Τα έργα του εξετάζουν ηθικά, κοινωνικά και πολιτικά θέματα, καταγράφοντας τις προκλήσεις και τις αντιφάσεις τις αμερικανικής κοινωνίας. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής των δικαιωμάτων του ατόμου και της ελευθερίας του λόγου καθώς και σκληρός κριτής του «Αμερικάνικου ονείρου». Τρία σπουδαία έργα “Ήταν όλοι τους παιδιά μου” αποτελεί την πρώτη επιτυχία του Άρθουρ Μίλερ, και διαμόρφωσε τις βάσεις για την επιτυχημένη συγγραφική του καριέρα. Η πρεμιέρα του πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1947, στο Coronet Theater, με σκηνοθεσία από τον Ελία Καζάν. Το έργο περιγράφει την ιστορία ενός διεφθαρμένου, αλλά οικονομικά επιτυχημένου, βιομηχάνου, που πουλά ελαττωματικά μηχανήματα στον στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου, προκαλώντας τον θάνατο Αμερικανών πιλότων. Η πλοκή εξελίσσεται καθώς ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεών του, και εξετάζει ζητήματα όπως η ενοχή, η προδοσία, και η μεταμέλεια.Η επιτυχία του έργου οδήγησε σε δύο βραβεία Tony και το New York Drama Critics’ Circle Award. Με αυτό το έργο, ο Άρθουρ Μίλερ επέδειξε τη δεξιοτεχνία του στη δημιουργία διαλόγων και στη σκιαγράφηση της εσωτερικής πάλης των ηρώων, ενισχύοντας τη φήμη του ως σημαντικού δραματουργού με κοινωνική ευαισθησία και αιχμηρή κριτική του “Αμερικανικού Ονείρου”. “Ο Θάνατος του Εμποράκου” του Άρθουρ Μίλερ παρουσιάζει τη ζωή του Γουίλι Λόμαν, έναν άνδρα που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην εργασία με αξιοπρέπεια για τη συντήρηση της οικογένειάς του. Ωστόσο, αντιμετωπίζει ένα σοκ όταν απολύεται λόγω της μείωσης της αποδοτικότητάς του και της άνισης αξιολόγησης της προσφοράς του στο σύστημα. Ο Λόμαν παλεύει να πείσει τους γύρω του και τον ίδιο του τον εαυτό ότι οι αξίες και οι ιδέες του δεν ήταν λανθασμένες και πως, παρά τις δυσκολίες, θα δικαιωθεί τελικά. Το έργο αποτελεί ένα σφοδρό κατηγορητήριο εναντίον της υλιστικής κοινωνίας και της αναδίπλωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος. Η πλοκή αποτελεί έναν πόνο αντίστασης ενάντια στον αφανισμό της ατομικής αξιοπρέπειας από τις αντικρουόμενες δυνάμεις της κοινωνίας. Η διαίρεση μεταξύ του αμερικανικού ονείρου και της πραγματικότητας της απώλειας της εργασίας και της αξιοπρέπειας αναδεικνύεται σαν ένα καυστικό σχόλιο για την αμερικανική κοινωνία και την ψυχολογία των ανθρώπων που παλεύουν να επιβιώσουν σε αυτήν. Πρόκειται για το διασημότερο θεατρικό έργο του Άρθουρ Μίλερ, το οποίο του χάρισε το βραβείο Πούλιτζερ. “Η Δοκιμασία” ή “Οι Μάγισσες του Σάλεμ” (“The Crucible”). Το έργο πρωτοανέβηκε στο Martin Beck Theatre, στις 22 Ιανουαρίου 1953. Πρόκειται, για την δραματοποίηση του λυσσαλέου κυνηγιού μαγισσών στη Σάλεμ της Μασαχουσέτης το 1692 και λειτουργεί ως αλληγορία για τον Μακαρθισμό και την κυνηγητό καλλιτεχνών και άλλων προοδευτικών ατόμων από τις αρχές και κατά τη δεκαετία του 1950. Το έργο προβλημάτισε και προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της ιστορικής αναλογίας με την κυνηγητό του Μακαρθισμού, που οδήγησε σε πολιτικές εκκαθαρίσεις καλλιτεχνών στο Hollywood. Το “The Crucible” αναδείκνυε την οργή του Άρθουρ Μίλερ για τις πολιτικές εκστρατείες κατά των προοδευτικών ιδεών και αντιπατριωτικών στοιχείων, καθιστώντας εμφανές τον φόβο και την παράνοια που επικρατούσαν στο κλίμα της εποχής.

ο Ταξιτζής – Πως διαβάζουμε μια ταινία – mary D.

Ο ταξιτζής – 1976 Ο Μάρτιν Σκορσέζε είναι από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες και έχει επηρεάσει σημαντικά τον αμερικάνικο κινηματογράφο. Από τα παιδικά του χρόνια αγάπησε τον κινηματογράφο, σπούδασε σκηνοθεσία στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και καταξιώθηκε στο χώρο. Το στυλ που τον χαρακτηρίζει είναι η γρήγορη δράση, η δυνατή ηχητική επένδυση και ο ιδιαίτερος πρωταγωνιστής. Το 1970 γνωρίζετε με τον Φράνσις Φόρντ Κόπολα ο οποίος του γνωρίζει τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο που πήρε μέρος στη συνέχεια σε πολλές ταινίες που σκηνοθέτησε. Το 1976 ο Σκορσέζε γράφει ιστορία στον κινηματογράφο με την ταινία «Ο Ταξιτζής». Με αφορμή τον πόλεμο του Βιετνάμ μεταφέρει το πολεμικό κλίμα στη ταινία για να μιλήσει για την περίοδο που διαδραματίζεται το έργο.Η ταινία αναφέρεται στον Travis Bikl (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) έναν ψυχικά διαταραγμένο βετεράνο του πολέμου που πάσχει απόαυπνίες και για να τις καταπολεμήσει αναζητά εργασία ως ταξιτζής τις νύχτες. Όσο όμως μπαίνει στον ρυθμό της πόλης βυθίζεται όλο και περισσότερο στην μοναξιά του και νιώθει ότι απειλείται καθώς όλα γύρω του φαντάζουν ως επικίνδυνα και άγρια. Ο σκηνοθέτης παρασύρει τον θεατήσε μια εφιαλτική περιπλάνηση στους δρόμους της Νέας Υόρκης όπου το στοιχείο της διεφθαρμένης κοινωνίας ξεπροβάλλετέσε κάθε γωνιάτης (Going Out, 2017). Η ταινία δέχτηκε λογοκρισία για την βία που μετέδιδε από την Ένωση Κινηματογραφιστών Αμερικής, ωστόσο κατάφερε να προβληθεί ως ακατάλληλη για ανηλίκους. (ΔΕΛΗΜΗΤΡΟΣ , 2016) Αρχικά η ταινία ξεκινάει με το τοπίο θολωμένο από τους καπνούς για να μας εντάξει στην πόλη της Νέας Υόρκης όπου είναι χαρακτηριστικότης γνώρισμα μαζίμε το υγρό στοιχείο. Το πολύ κοντινό στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή και η εναλλαγή των χρωμάτων με κυρίαρχο το κόκκινο το χρώμα του αίματος αλλά του μπλε της ψυχρότητας μας εισάγει μαζί με την μελοδραματική μουσική σε ένα μυστήριο. Όλα γίνονται θολάακόμα και οι άνθρωποι οι οποίοι καταγράφονται με αργήκίνηση στους δρόμους. Απότις πρώτες σκηνές ο χαρακτήρας αναζητάεργασία ως Ταξιτζής και χωρίς να έχουμε κάποια ένδειξη που τον  καθιστά ψυχικά ασταθή ή κάποιο στοιχείο για τον κοινωνικό του περίγυρο τον ακολουθούμε σε όλη την περιπλάνησή του με το ταξί. Δίνεται μια αίσθηση του ντοκιματέρ αφούη κάμερα καταγράφει όλα όσα συμβαίνουν καθώς περνάει το ταξί και ακούμε την αφήγηση του πρωταγωνιστή. Οι σκέψεις του ωστόσο, προδίδουν την εικόνα που έχει για τους ανθρώπους. Σκέψεις αρκετά καταθλιπτικές. Εικόνα αλλοτρίωσης και περιορισμένης ανθρώπινης συναναστροφής. Τους μισεί όλους. Δεν μπορεί να συνδεθεί μαζί τους. Έχει εμμονή με το είδος των ανθρώπων. Τους αντιπαθεί. Υποδηλώνεται η μοναξιά του του Travis μέσα στο όχημά του. Το παρμπρίζ του οχήματος λειτουργείσαν φακός μέσω του οποίου ο Travis βλέπει την πόλη , και το ίδιο το ταξί είναι ένα όχημα της μοναξιάς και της απομόνωσης του. Οι εικόνες της πόλης είναι άλλοτε καθαρές και άλλοτε θολές, όπως θολή είναι και η οπτική του Travis για την πόλη και τους ανθρώπους της. «Καμιά γερή βροχή ίσως ξεπλύνει όλα τα αποβράσματα απότο δρόμο». Οπότε έχουμε το «ξεπλύνει», νερό στο δρόμο που ξεπλένει το δρόμο πάνω στον οποίο αντανακλούν τα φώτα της πόλης, άρα η βροχή, το νερό , ξεπλένει τα αποβράσματα απότο δρόμο. Οι αντιθέσεις κυριαρχούν σε όλη την διάρκεια της ταινίας καθώς υπάρχει και το άλλο κομμάτι της πόλης με τους πιο καθώς πρέπει ανθρώπους και τις πιο «καθαρές» γειτονιές όπου ο ίδιος προσπαθεί να ενταχθείαλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το ενδιαφέρον του για την κοπέλα που γνωρίζει στο γραφείο τον μετατρέπει σε κάτι που δεν είναι. Παίζει ένα ρόλο ο οποίος δεν τον αντιπροσωπεύει. Οι διαφορές που προβάλλονται στην συνάντησήτους ως προς την παιδεία, το χιούμορ, την κοινωνική ζωή είναι έντονες και όταν αυτές γίνονται απροσπέλαστες αποφασίζει να μεταμορφωθείσε τιμωρό όλων. Δεν έχει μάθει να είναι μέρος της κοινωνίας, έχει μάθει να εκτελείκαθήκοντα και να είναι ένας καλός στρατιώτης και αυτό δεν τον αφήνει να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο. Επειδή όμως θέλει να γίνει αποδεκτός αναλαμβάνει να «καθαρίσει» μόνος του την βρωμιά της πόλης. Με αφορμήτην ζωή της πόρνης ξεπλένει την βρωμιάπου υπάρχει και γίνεται εθνικός ήρωας. Ο Travis ένας ψυχολογικά ασταθής χαρακτήρας γίνεται είδωλο και παίρνει τελικάτην αναγνώριση που ήθελε. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας οι εικόνες της τηλεόρασης παραπέμπουν σε μια άλλη πραγματικότητα όπου ο Travis θέλει να ενταχθεί. Τα γεγονότα της τηλεόρασης του φαίνονται πιο αληθινά από ότι τα πραγματικά. Η σκηνή στην τηλεόραση με τα παπούτσια που δεν υπάρχει κανείς μέσα σε αυτά αντικατοπτρίζει τον ίδιο, που εισπράττει μια απόρριψη απότους επιβάτες στο ταξί. Νιώθει ότι γι’ αυτούς δεν υπάρχει και κλείνεται περισσότερο στον προσωπικό του χώρο το ταξί και απομονώνεται. Παρόλα αυτά ο Travis δεν είναι ο μόνος που αισθάνεται μοναξιά στην ταινία. Όλοι οι χαρακτήρες είναι συναισθηματικά άδειοι. (ΔΕΛΗΜΗΤΡΟΣ , 2016) Μια ταινία με γρήγορο μοντάζ, ελλείψεις και σφιχτά κάδρα που έχουν πάντα τον πρωταγωνιστή μέσα, για να μας μεταφέρει το κλίμα μέσα από την δική του ματιά, την αντίληψή του για τον κόσμο και την εξέλιξη της παράνοιάς του. (Βενάκη, 2007) Τα γκρο πλάνα κυριαρχούν στην ταινία απομονώνοντας το πρόσωπο και τα μάτια, δίνοντας έμφαση στην ψυχολογική κατάσταση του ήρωα, αποκαλύπτοντας τις εσωτερικές του αντιδράσεις. Επιπλέον οι εκφράσεις του προσώπου του δηλώνουν όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις. ‘Όλα συμβάλουν για να αποδοθεί όσο το δυνατόν καλύτερα η αστάθεια του χαρακτήρα και η μη προσαρμογήτου στον χώρο ο οποίος τον περιβάλει.                                                                                                                                                                       MARY D.

Θόρντον Ουάιλντερ

Ο Thornton Wilder γεννήθηκε στις 17 Απριλίου 1897 στη Μάντισον του Γουινσκόνσιν των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, με έργο που εκτείνεται τόσο στη λογοτεχνία όσο και στο θέατρο.Η κλίση του στη συγγραφή εμφανίστηκε από πολύ μικρή ηλικία, όταν και συνέθετε σκετσάκια και μονόπρακτα έργα για τις αδερφές του.Μετά από τρίμηνη θητεία στον Τομέα Πυροβολικού του Στρατού στο Fort Adams, Rhode Island, κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (ανέβηκε στον βαθμό του δεκανέα), ο Ουάιλντερ φοίτησε στο Oberlin College πριν λάβει το πτυχίο Bachelor of Arts το 1920 από το Πανεπιστήμιο Yale, όπου εξελίχθηκε ως συγγραφέας ως μέλος της αδελφότητας Alpha Delta Phi, μιας λογοτεχνικής κοινωνίας. Απέκτησε το πτυχίο Master of Arts στη γαλλική λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο Princeton το 1926. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Η Καμπάλα, κυκλοφόρησε το 1926. Το 1927, Το γεφύρι του Σαν Λούις Ρέι (The Bridge of San Luis Rey) του έφερε εμπορική επιτυχία και το πρώτο του Βραβείο Πούλιτζερ (1928). Το 1938, το θεατρικό έργο του Thornton Wilder  Η Μικρή μας Πόλη (Our Town) του χάρισε επίσης το  Βραβείο Πούλιτζερ για το θέατρο. Η θεατρική του δεινότητα αναγνωρίστηκε περαιτέρω το 1943 όταν έλαβε το ίδιο βραβείο για το θεατρικό έργο του  Με τα δόντια(The Skin Of Our Teeth).  Μερικά απο τα πιο γνωστά και αξιόλογα  θεατρικά  του έργα είναι η Προξενήτρα(The Matchmaker – 1954) και η Αλκηστιάδα ή Μια Ζωή στον Ήλιο (The Alcestiad: Or, a Life in the Sun – 1955). Επιπλέον γνωστά μυθιστορήματα είναι η γυναίκα της Άνδρου (The Woman of Andros – 1930), Ο Παράδεισος είναι ο προορισμός μου (Heaven’s My Destination – 1935) και Η όγδοη μέρα (The Eighth Day – 1967)—τιμήθηκε με το  the National Book Award στη κατηγορία της μυθοπλασίας. Τελευταίο του μυθιστόρημα το «Theophilus North» (1973) Τα έργα του Thornton Wilder που κέρδισαν το βραβείο Pulitzer Ο Θόρντον Ουάιλντερ, ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, πέθανε στις 7 Δεκεμβρίου 1975, σε ηλικία 78 ετών. Η ζωή του χαρακτηρίστηκε από την πολυπλοκότητα και την ποικιλία, καθώς είχε επιτυχή καριέρα ως συγγραφέας, δραματουργός, σεναριογράφος, ακαδημαϊκός και ηθοποιός.