Ίων Δραγούμης – Ευγενία ( Ζένια ) Σοφία

  Ο Ίων Δραγούμης (Αθήνα, 2 Σεπτεμβρίου 1878 – Αθήνα, 31 Ιουλίου 1920) ήταν Έλληνας διπλωμάτης, πολιτικός και λογοτέχνης. Υπήρξε βασικός οργανωτής των ελληνικών κοινοτήτων στον «Μακεδονικό Αγώνα». Πρωταγωνίστησε στο γλωσσικό κίνημα του δημοτικισμού, ενώ με το συγγραφικό του έργο άσκησε σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της ελληνικής ιδεολογίας των αρχών του εικοστού αιώνα.   Μεγάλωσε σε μια οικογένεια βαθιά εμπλεκόμενη στον αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Ο πατέρας του, Στέφανος Δραγούμης, ήταν εξέχων πολιτικός και μια από τις κορυφαίες μορφές του ελληνικού εθνικού κινήματος. Από μικρή ηλικία, ο Ίων ήταν εκτεθειμένος στα ιδανικά του πατριωτισμού και της υπηρεσίας προς την πατρίδα. Καθώς μεγάλωνε, ασχολήθηκε όλο και περισσότερο με τον πολιτικό και κοινωνικό βίο και έγινε γνωστός για τις πνευματικές του αναζητήσεις και τη συμμετοχή του σε διάφορους πολιτιστικούς και πολιτικούς κύκλους.   Διάβαζε Γκαίτε, Σίλερ, Λοκ, Μπάιρον, ενώ μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και αρχαία ελληνικά. Αποφοίτησε με άριστα από τη Νομική Σχολή των Αθηνών και εντάχθηκε στη διπλωματική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, ενώ το 1902 έγινε γραμματέας στο προξενείο της Αλεξάνδρειας. Τρία χρόνια μετά έγινε υποπρόξενος στην Αλεξανδρούπολη και γραμματέας στις πρεσβείες της Κωνσταντινούπολης, του Βουκουρεστίου, της Ρώμης και του Λονδίνου.   Εκτός από τον πολιτικό του αγώνα, ήταν συγγραφέας και μεταφραστής. Μετέφρασε πολλά λογοτεχνικά έργα στα ελληνικά, συμβάλλοντας στην εισαγωγή της ξένης λογοτεχνίας στο ελληνικό κοινό και εμπλουτίζοντας την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Έγραψε άρθρα, δοκίμια και πολιτικά κείμενα, εκφράζοντας τις απόψεις του για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής, της κοινωνίας και του πολιτισμού. Ο τρόπος γραφής του χαρακτηριζόταν από σαφήνεια, ευγλωττία και βαθιά αίσθηση πεποιθήσεων, αντανακλώντας τη δέσμευσή του στον ελληνικό σκοπό. Χρησιμοποίησε το λογοτεχνικό του ταλέντο για να υποστηρίξει τις κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ ίδρυσε τον «Εκπαιδευτικό Όμιλο» με σκοπό τις εκπαιδευτικές και γλωσσικές αλλαγές. Τα κείμενά του ενέπνευσαν πολλούς από τους συγχρόνους του.   Παρόλο που η γραφή του Δραγούμη μπορεί να μην έτυχε τόσο μεγάλης προσοχής, όσο οι πολιτικές του δραστηριότητες, εντούτοις άφησε σημαντικό αντίκτυπο στην ελληνική λογοτεχνία και τον πνευματικό λόγο. Τα έργα του συνεχίζουν να μελετώνται και να εκτιμώνται για τη διορατικότητα, την ευγλωττία και τη σχέση τους με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία.   Συνδέθηκε ερωτικά πρώτα με τη συγγραφέα Πηνελόπη Δέλτα και αργότερα με την ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη. Ο ερωτάς του και με τις δύο γυναίκες ήταν θυελλώδης, ανεκπλήρωτος και καταστροφικός.   Το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική έως το 1919, διάστημα που έστελνε συνεχώς επιστολές στην Μ. Κοτοπούλη, εξομολογώντας το πάθος του για εκείνη. Αργότερα, κατά τη διάρκεια των Ιουλιανών του 1920, των βίαιων επεισοδίων που διοργανώθηκαν από τους Βενιζελικούς ως αντίποινα για την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στο Παρίσι, συνελήφθη και κατόπιν δολοφονήθηκε στην Αθήνα, ενώ στο σημείο εκείνο έχει ανεγερθεί σχετική αναμνηστική στήλη.   Με βάση τον κ. Τσίγκα «Λέγεται πως πέρασαν αρκετές μέρες (σχεδόν μήνας…) ώσπου οι δικοί της να επιτρέψουν να πληροφορηθεί η Μαρίκα τον θάνατο του αγαπημένου της», ενώ με βάση τον Φρέντυ Γερμανό «Η Κοτοπούλη μένει για μια στιγμή ακίνητη – ύστερα ορμάει στο πάτωμα κι αρχίζει να γδέρνει με τα νύχια της τα σανίδια. Τα νύχια της γεμίζουν αίμα – το ξύλο μπαίνει βαθιά μέσα στα νύχια της». Η ίδια αναφέρει «Ποτέ άλλοτε δεν ένιωσα τόσο βαθιά τον θάνατο μέσα μου». Τον Αύγουστο του 1920 φοράει τα μαύρα και ζει τον θρήνο της για τον Δραγούμη έως ότου να μπει στη ζωή της ο Γιώργος Χέλμης, τον οποίο παντρεύτηκε το 1924.   Όσον αφορά την Πηνελόπη Δέλτα ακόμη και 20 χρόνια μετά τη δολοφονία του Ίωνα συνέχισε να είναι ερωτευμένη μαζί του και να θρηνεί για τον θάνατό του. Στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα κατά την οποία τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αθήνα, προσπάθησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας δηλητήριο και τελικά έφυγε από τη ζωή πέντε ημέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου 1941. Ωστόσο, είχε προσπαθήσει ήδη άλλες δύο φορές στο παρελθόν, όταν πληροφορήθηκε ότι ο αγαπημένος της έχει δεσμό με την Μ. Κοτοπούλη. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη «ΣIΩΠH». Ευγενία (Ζένια) Σοφία

Η Γυναίκα, ο Άγιος και ο Νόμος της Τώνιας Μαρκετάκη – Μέρος 3ο – Αναστασία Αντωνακάκη

Πού σταματάει η ατομική ευθύνη και πού αρχίζει η συλλογική; Έχουμε ευθύνη όλοι, για όλα. “Je suis responsable” – αν και η Μαρκετάκη δεν αγαπούσε και τόσο την Nouvelle Vague. Ο Γιάννης, ως άλλος incel, πολύ πριν εφευρεθεί ο όρος – άλλωστε, οι όροι εφευρίσκονται για να περιγράψουν κάτι που συμβαίνει πολύ πριν από αυτούς – κατηγορεί τις γυναίκες.  Τις σκοτώνει. Και τότε, επιτέλους. Το ίδιο σύστημα που τον πετούσε έξω από τις γραμμές του, τον υποδέχεται τώρα με δάφνες.  Ο Γιάννης ακολουθεί το σύστημα Μπαλάσκα, πολύ πριν να είναι της μόδας σήμερα. Ομολογεί το έγκλημά του και παρουσιάζεται ως τρελός. Το δικαστήριο είναι ένα θέατρο. Ούτε καν – είναι μία φτηνή εμπορική σκηνή, που απλώς χρειάζεται να ξέρεις το κοινό σου. Να αντιλαμβάνεσαι γρήγορα: σε ποια κόλπα αντιδράει πιο γρήγορα; Διψάει για αίμα. Για άρτο και θεάματα. Και ο νόμος φροντίζει να του τα δώσει. Έτσι κι αλλιώς, αυτό κάνει ο νόμος. Φροντίζει να σε κρατάει ικανοποιημένο, όσο πρέπει, με αντάλλαγμα την σιωπή σου. Ξέρει να απευθύνεται στα πιο χαμηλά σου ένστικτα. Κι όταν είσαι έτοιμος, να σε βγάλει εκεί πάνω, να δώσεις την παράσταση της ζωής σου. Όλοι δικαιούνται μερικά λεπτά δημοσιότητας. Με τον οποιονδήποτε τρόπο. Ο Γιάννης θριαμβεύει. Τον ερωτεύονται οι γυναίκες. Ο τύπος ασχολείται μαζί του. Όλοι ασχολούνται μαζί του. Είναι το πρόσωπο της επικαιρότητας. Είναι αποδεκτός – επιτέλους. Διασκεδάζει με τους δημοσιογράφους την ώρα της δίκης, συζητώντας για γυναίκες.  Αυτό θέλουν οι γυναίκες. Τον φόβο. Θέλουν να φοβούνται. Γι’ αυτό τον ερωτεύτηκαν.  Και για κάτι ακόμη. Γιατί τον λυπούνται. Τον πονάνε. Τον καταλαβαίνουν. Έχει τραβήξει πολλά. Είναι το παιδί της διπλανής πόρτας. Δεν είναι κανένας μανιακός. Είναι δυστυχισμένος. Και γοητευτικός.  Τελικά, δεν τον φοβούνται και τόσο. Είναι γλυκός. Ζει στον κόσμο του, ο καημένος. Μήπως ο κόσμος του είναι καλύτερος από τον δικό μας; Ο Γιάννης, επιτέλους, είναι προσαρμοστικός. Όχι επειδή είναι σωματικά βίαιος. Αλλά επειδή βλέπει τι θέλει ο κόσμος και του το δίνει. Βλέπει ποιος ρόλος πουλάει, και τον παίζει. Τώρα, αν μέσα σε όλο αυτό σκοτώνεται και καμιά γυναίκα, ε, δεν πειράζει. Γυναίκα είναι. Σιγά την φύρα. Δεν ήταν και καμιά σοβαρή, άλλωστε. Και σιγά την όμορφη.  Γενικώς, σιγά. Έλα μωρέ. Ο Γιάννης, επιτέλους, είναι ο πιο δυνατός. Ο Γιάννης έχει μια δεύτερη ευκαιρία στην ζωή. Η Ελένη, πάλι, όχι. Η Ελένη έχει ξεχαστεί προ πολλού. “Στη Δύση, υπάρχει η πατριαρχική δομή. Σου δίνουν τα δικαιώματα αλλά σου αμφισβητούν την ικανότητα. Στην Ελλάδα δεν σου αμφισβητούν την ικανότητα, αλλά το δικαίωμα (κατάλοιπα μητριαρχίας).”. Η Ελένη τελείωσε.  Κανείς δεν την θυμάται. Μόνο η μάνα της. Που ουρλιάζει. “Δεν μου το πρόσεξαν το παιδί μου, κύριε αστυνόμε.”. Δεν της το πρόσεξαν ούτε το 1969, Μαρία Μπαβέα. Ούτε το 2018, Ελένη Τοπαλούδη. Ούτε το 2019, Αγγελική Πέτρου, Σούζαν Ίτον. Ούτε το 2021, Καρολάιν Κράουτς, Γαρυφαλλιά Ψαράκου. Ούτε το 2024, Κυριακή Γρίβα. Η απαρίθμηση ενδεικτική και όχι εξαντλητική – όπως λένε και οι νομικοί. Δεν είμαστε όλες εδώ. Στην Ελλάδα του 2024, που συνεχίζει να προτρέπει στην βία. Που επιβραβεύει την επιβολή. Που ορθόδοξοι και ρεφορμιστές αρνούνται την κοινωνική πραγματικότητα.  Στην Ελλάδα του whataboutism, των στερεοτύπων, των προνομίων. Στην Ελλάδα, που συχνά επικρατεί το σκοτάδι, παρά τον ήλιο της. Στην Ελλάδα του 2024, μας λείπεις, Τώνια Μαρκετάκη. Εσύ και το φως σου. Σ’ ευχαριστούμε για τις ταινίες σου. Μας θυμίζουν ότι, δεν ξεκινήσαμε τώρα να μιλάμε. Απλώς, εσείς ξεκινήσατε τώρα να μας ακούτε. Αυλαία. Τα λόγια της Τώνιας Μαρκετάκη που βρίσκονται μέσα σε εισαγωγικά, είναι από το κείμενό της, “Αυτοπαρουσίαση”, δημοσιευμένο στο περιοδικό Φιλμ, τεύχος 17, Ιούλιος 1979 και αν θέλετε να το διαβάσετε ολόκληρο, το βρήκα εδώ: https://flix.gr/articles/archives-marketaki-cinema-freedom-of-speech-feminism.html Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ένωση Σκηνοθετών και Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου, για την προβολή της ταινίας στον κινηματογράφο Έλλη, την Δευτέρα 8 Απριλίου, στο πλαίσιο του Landmarks II: Το Σινεμά στο Κέντρο | η Αθήνα στο Σινεμά. Μπορείτε να βρείτε όλο το πρόγραμμα προβολών εδώ: https://www.facebook.com/events/athens/landmarks-ii-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF-%CE%B7-%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%AC/1470303003911395/?locale=ku_TR 

Δημήτρης Χορν – ευγενία (Ζένια) Σοφία

«Δεν αρκεί να θέλεις κάτι.  Πρέπει να είσαι και έτοιμος να παλέψεις γι’ αυτό» Ο Δημήτρης Χορν (9 Μαρτίου 1921 – 16 Ιανουαρίου 1998), εμβληματική μορφή του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, κοσμούσε τόσο τη σκηνή όσο και την οθόνη με ένα απαράμιλλο ταλέντο, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στον κόσμο της τέχνης. Γεννημένος στην Αθήνα, το ταξίδι του Χορν στην υποκριτική ξεκίνησε με προορισμό την επιτυχία. Από τις αρχές σαγήνευσε το κοινό με την επιβλητική παρουσία του και τις βαθιές ερμηνείες του. Η σχέση του με τη σκηνή άνθισε σε νεαρή ηλικία, τροφοδοτούμενος από το πάθος για την αφήγηση και για τις αποχρώσεις του ανθρώπινου συναισθήματος. Εξέλιξε την τέχνη του, σπουδάζοντας στο Εθνικό Θέατρο και αργότερα έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Το μαγνητικό του χάρισμα και το ακατέργαστο ταλέντο του τράβηξαν γρήγορα την προσοχή, ωθώντας τον στο προσκήνιο ως έναν από τους πιο σεβαστούς ηθοποιούς της Ελλάδας. Το όνομά του συνδυάστηκε με την ηθοποιό Έλλη Λαμπέτη, που από το 1952 σύναψαν σχέση και κράτησε για 7 χρόνια. Το πρώτο συναίσθημα που ένιωσαν όταν γνωρίστηκαν ήταν η αντιπάθεια, αλλά σύντομα εξελίχθηκε σε ένα θυελλώδη έρωτα. Όταν χώρισαν οι θαυμαστές τους δυσαρεστήθηκαν, αλλά ποτέ δεν μαθεύτηκε ο λόγος που διάλεξαν διαφορετικούς δρόμους. Δεν είχαν καμία επαφή από τον χωρισμό τους κι έπειτα, ενώ από τότε δεν έπαιξαν ξανά μαζί. Σε όλη τη λαμπερή καριέρα του, ο Χορν διέσχισε αβίαστα τα πεδία της τραγωδίας και της κωμωδίας, δίνοντας ζωή σε διαφορετικούς χαρακτήρες. Είτε αναπαριστούσε βασανισμένες ψυχές του κλασικού ελληνικού δράματος είτε τους ιδιότροπους πρωταγωνιστές του σύγχρονου θεάτρου, εμπότιζε κάθε ρόλο με μια σπάνια αυθεντικότητα και βάθος. Με αυτόν τον τρόπο, κέρδισε ευρεία αναγνώριση. Εκτός από τη θεατρική του ικανότητα, ο Χορν άφησε επίσης ανεξίτηλο σημάδι στον κόσμο του κινηματογράφου, πρωταγωνιστώντας σε πολυάριθμες αναγνωρισμένες ταινίες που ανέδειξαν την ευελιξία του ως ηθοποιό. Από συγκλονιστικά δράματα μέχρι κωμωδίες, η παρουσία του στην οθόνη ήταν μαγνητική, καθηλώνοντας κοινό και κριτικούς. https://pukkartstudio.com/wp-content/uploads/2024/04/8d0fc1fa-7433-48f1-a6d4-70cc62f86648.mp4 Ωστόσο, πέρα από τα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα, ο Δημήτρης Χορν ήταν επίσης σεβαστός για την ταπεινοφροσύνη, την ευγένεια και την ακλόνητη δέσμευσή του στην τέχνη του. Ήταν μέντορας για αμέτρητους ηθοποιούς, μοιράζοντας γενναιόδωρα τη σοφία και την καθοδήγησή του στην επόμενη γενιά. Η κληρονομιά του Δημήτρη Χορν παραμένει μια απόδειξη της δύναμης της αφήγησης και του διαρκούς αντίκτυπου μιας ζωής αφιερωμένης στις τέχνες. Συνεχίζει να ζει στις καρδιές όλων εξαιτίας της λάμψης του, του πάθους του και της ακλόνητης δέσμευσής του στην τέχνη. Τιμήθηκε από την ελληνική πολιτεία με το μετάλλιο του Χρυσού Σταυρού Γεωργίου Α΄. Το 2000 καθιερώθηκε στη μνήμη του το «Βραβείο Χορν», το οποίο απονέμεται στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους άνδρες ηθοποιούς κάθε χρονιάς. Ευγενία (Ζένια) Σοφία

Οι γυναίκες της αφρικανικής λογοτεχνίας – Μαίρη Τζέιν

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η Αφρική, η οποία έχει πολλές διαφορετικές εθνοτικές ομάδες και πολιτισμούς, έχει ποικίλη και πολύπλοκη λογοτεχνία. Τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι γυναίκες συγγραφεις της γηραιάς ηπείρου, δεδομενου οτι η προοπτική τους διαφέρει σημαντικά από τα καθιερωμένα δεδομένα. Ειδικότερα, συχνές αναφορές στη λογοτεχνία τους αφορούν σε κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα, όπως τα δικαιώματα των γυναικών, ο φεμινισμός και η ζωή μετά τον πόλεμο και την αποικιοκρατία.  Ακολουθούν μερικές μόνο αφρικανές συγγραφείς, οι οποίες έχουν ήδη αφήσει ιστορία στην αφρικανική λογοτεχνία. Η λίστα θα μπορούσε να επεκταθεί πολύ παραπάνω, αλλά ας τη δούμε ως ένα σημείο έναρξης στο τεράστιο αυτό κεφάλαιο της λογοτεχνίας. Mariama Bâ  Η Mariama Bâ γράφει βιβλία που μιλούν για την άδικη μεταχείριση των γυναικών στη Σενεγάλη και την Αφρική. Τα βιβλία της αφορούν στα δικαιώματα των γυναικών και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται. Η ίδια η Bâ έπεσε θύμα δυσκολιών δεδομένου του φύλου της. Οι παππούδες της δεν ήθελαν να πάει σχολείο και αφού χώρισε από έναν διάσημο πολιτικό, έπρεπε να φροντίζει μόνη της τα εννέα παιδιά της. Το βιβλίο της “So Long A Letter” (1981) αποτελεί ένα ισχυρό παράδειγμα του θυμού της και της δυσαρέσκειάς της με το κοινωνικό καθεστώς και τη θέση που καταλαμβάνει η γυναίκα. Nadine Gordimer  Η Nadine Gordimer έγραψε πολλά βιβλία κατά τη διάρκεια του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Τα βιβλία της μιλούν για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλον και για τις αδικίες που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια -και στο όνομα- του απαρτχάιντ. Η Γκόρντιμερ κέρδισε το βραβείο Νόμπελ επειδή απεικόνισε τα φυλετικά προβλήματα μιας κοινωνίας, αλλά τα πιο διάσημα βιβλία της απαγορεύτηκαν στη Νότια Αφρική επειδή επέκριναν την κυβέρνηση. Ο Νέλσον Μαντέλα, επίσης, διάβασε κρυφά το βιβλίο της “Burger’s Daughter”, ενώ βρισκόταν στη φυλακή. Chimamanda Ngozi  Η Chimamanda Ngozi Adichie ανήκει στη νέα γενιά των αφρικανών συγγραφέων. Τα μυθιστορήματά της είναι κατά κανόνα μυθιστορήματα, με φόντο την πατρίδα της στη Νιγηρία, καθώς και κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα που διαπλέκονται στην υπόθεση της ιστορίας. Το “Purple Hibiscus” αφηγείται την εμπειρία της οικογένειάς της εν μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος, ενώ το “Americanah” είναι μια διαφωτιστική αναπαράσταση της ζωής των Νιγηριανών μεταναστών και των φυλετικών σχέσεων στην Αμερική και τον δυτικό κόσμο. Buchi Emecheta  Η Buchi Emecheta είναι μια κορυφαία Αφρικανή συγγραφέας και μια πολύ σεβαστή συγγραφέας από τη Νιγηρία. Μελετά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι άνδρες και οι γυναίκες στην κοινωνία των Ίγκμπο και στη Νιγηρία, καθώς και το πώς η φυλή επηρεάζει την πολιτική στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μερικά από τα πιο γνωστά της βιβλία είναι τα: In the Ditch, Second Class Citizen, The Slave Girl και The Joys of Motherhood. Aminatta Forna  Η Aminatta Forna μεγάλωσε στη Σιέρα Λεόνε, αλλά γεννήθηκε στη Γλασκώβη. Έγινε γνωστή από το βιβλίο της “The Devil That Danced on the Water”, το οποίο αφηγείται την ιστορία της ζωής της οικογένειάς της στη Σιέρα Λεόνε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το βιβλίο εστιάζει στις δύσκολες εμπειρίες του πατέρα της ως πολιτικού αντιφρονούντα. Η Forna έγραψε πολλά αναγνωρισμένα βιβλία, μεταξύ των οποίων και το “The Memory of Love”, το οποίο συγκρίνει τις προσωπικές εμπειρίες αγάπης και θλίψης με τις ζημιές που προκάλεσε ο εμφύλιος πόλεμος στη Σιέρα Λεόνε. Nnedi Okorafor  Η Nnedi Okorafor είναι γνωστή για τα βιβλία (επιστημονικής) φαντασίας της. Οι ηρωές της είναι αφρικανικής καταγωγής και έχουν συχνά χαρακτηριστικά τα οποία συναντώνταν μέχρι τώρα σε χαρακτήρες λευκών φυλών. Έχει γράψει βιβλία όπως το “Who Fears Death”, το οποίο κέρδισε το Παγκόσμιο Βραβείο Φαντασίας, το “Akata Witch”, το οποίο ονομάστηκε ένα από τα καλύτερα βιβλία στο Amazon.com, και το “Zahrah the Windseeker”, το οποίο κέρδισε το Βραβείο Αφρικανικής Λογοτεχνίας Wole Soyinka. Η κατανομή των Αφρικανών συγγραφέων στον κόσμο της λογοτεχνίας είναι ποικίλη και αυξανόμενη. Οι συγγραφείς αυτές συνεισφέρουν μοναδικές προοπτικές και φωνές, αντιμετωπίζοντας διάφορα θέματα όπως η ταυτότητα, ο πολιτισμός και τα κοινωνικά ζητήματα. Αν και η παρουσία τους μπορεί να μην είναι τόσο εμφανής όσο των ανδρών συναδέλφων τους ή συγγραφέων από άλλες περιοχές, οι Αφρικανές συγγραφείς συνεχίζουν να κάνουν σημαντικά βήματα στον κόσμο της λογοτεχνίας, γοητεύοντας τους αναγνώστες και επηρεάζοντας τις παγκόσμιες συζητήσεις.

Ποια έιναι η ιστορία των Ταρώ; – μαίρη Τζέιν

Τι θα λέγατε αν σας έλεγα πως τα ταρώ, αυτή η “μαγική” τράπουλα, ξεκίνησε ως επιτραπέζιο παιχνίδι; Κι όμως, αυτά τα χαρτιά δεν χρησιμοποιούνταν πάντα με τον σκοπό να μας αποκαλύψουν το μέλλον και τις βαθιές αλήθειες του σύμπαντος. Ας ξεκινήσουμε να δούμε τα ιστορικά δεδομένα. Η σύγχρονη τράπουλα ταρώ περιέχει 78 κάρτες, οι οποίες χωρίζονται σε δύο τύπους: τις 22 κάρτες της “Μεγάλης Αρκάνας” (όπως οι Εραστές, ο Θάνατος και η Κρίση), και τις “Μικρές Αρκάνα” ή “κάρτες χρώματος”. Αν και δεν υπάρχουν πολλές αποδείξεις ότι το Ταρώ υπήρχε πριν από τον 14ο αιώνα, οι ιδέες που απεικονίζονται στα χαρτιά είναι πολύ παλαιότερες. Ορισμένες κάρτες ταρώ σκιαγραφούν επαρκώς τη μεσαιωνική Ευρώπη, όπως ο Πάπας, ο Διάβολος και η Τελευταία Κρίση. Άλλες όμως, όπως η Αρχιέρεια και η Σελήνη, έχουν περισσότερο προχριστιανική ατμόσφαιρα. Οι κάρτες ταρώ χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά για ένα παιχνίδι, ονόματι tarocchi, το οποίο μοιάζει στο σημερινό μπριτζ. Το παιχνίδι παίζεται ακόμη και σήμερα, ιδίως στη Γαλλία.  Στην αρχή, επίσης, μια ιδιαίτερη και αγαπημένη δραστηριότητα ήταν οι ποιητές να εμπνέονται από τα ονόματα της Μεγάλης Αρκάνας για να γράψουν ωραία, κολακευτικά ποιήματα για τις γυναίκες της βασιλικής αυλής, τα λεγόμενα tarrocchi appropriati. Από πού προήλθαν όμως τα ταρώ και πώς έφτασαν να είναι ένα σύμβολο αποκρυφισμού; Τα τραπουλόχαρτα εισήχθησαν στην Ευρώπη από την ισλαμική εισβολή στη Βόρεια Αφρική, την Ισπανία και τη Σικελία από ισλαμικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του σουλτανάτου των Μαμελούκων στην Αίγυπτο, το οποίο δεν έληξε μέχρι το 1517. Η τράπουλα ταρώ εμφανίζεται για πρώτη φορά στη βόρεια Ιταλία, την περίοδο 1420-1440. Αυτές οι πρώιμες τράπουλες ήταν ακριβά και πολύτιμα έργα τέχνης, ζωγραφισμένα στο χέρι και διακοσμημένα με φύλλα χρυσού. Η παλαιότερη σωζόμενη πλήρης τράπουλα ζωγραφίστηκε από τον Ιταλό καλλιτέχνη Bonifacio Bembo, το 1422. Είναι γνωστή ως η τράπουλα Visconti-Sforza Tarocchi από το οικογενειακό όνομα του παραγγελιοδότη της, του δούκα του Μιλάνου. Τη δεκαετία του 1500, με τις τυπογραφικές ανακαλύψεις του Γουτεμβέργιου, κατέστη δυνατή η μαζική παραγωγή των καρτών. Αυτή η εξάπλωση βοήθησε επίσης στην εξάπλωση από τη Βόρεια Ιταλία στην υπόλοιπη Ευρώπη. Το 1781 εκδόθηκε στη Γαλλία το βιβλίο “Le Monde Primitif” (Ο πρωτόγονος κόσμος) από τον Court de Gebelin και τον κόμη de Mellet. Ήταν το πρώτο άρθρο που μιλούσε για το ταρώ με όρους μαγείας και μαντείας. Σε αυτό το άρθρο, ο Mellet συνδέει για πρώτη φορά τα χαρτιά με τα εβραϊκά γράμματα ή την εβραϊκή Καμπάλα. Ο Gebelin ήταν ο πρώτος που έγραψε για τις κάρτες ταρώ και πίστευε ότι προέρχονταν από την αρχαία Αίγυπτο και είχαν μυστικιστική σημασία. Το 1788, η τράπουλα Ettellia Tarot ήταν η πρώτη τράπουλα που κατασκευάστηκε για την πρόβλεψη του μέλλοντος. Πολλά από τα σχέδιά της ήταν πολύ διαφορετικά από τις συνηθισμένες τράπουλες και έκαναν ακόμα πιο ισχυρή την ιδέα ότι προέρχονται από την Αίγυπτο. Οι κάρτες είχαν τις εννοιολογικές ερμηνείες τους γραμμένες πάνω τους. Τη δεκαετία του 1850, ένας Γάλλος με το όνομα Eliphas Levi έκανε περισσότερους ανθρώπους να ενδιαφερθούν για το πώς συνδέονται οι κάρτες Ταρώ και η Καμπάλα. Ενώ κάποιοι άνθρωποι είχαν μιλήσει για αυτή την ιδέα και πριν, ήταν αυτός που την έκανε πραγματικά σαφή στην αποκρυφιστική μελέτη. Το σύστημα Καμπάλα-Ταρό είναι τώρα ο κύριος τρόπος για να μάθει και να κατανοήσει κανείς το Ταρώ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Paul Christian επινοεί για πρώτη φορά τις λέξεις Major Arcana και Minor Arcana. Το 1909, σχεδιάζεται η τράπουλα ταρώ Waite-Smith, γνωστή και ως τράπουλα Rider-Waite. Ο Waite και η Smith ήταν μέλη μιας ομάδας που ονομαζόταν Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής, το οποίο ξεκίνησε το 1888. Μεταξύ 1938 και 1943 , ο Aleister Crowley δημιούργησε την τράπουλα Thoth με τη βοήθεια της εικονογράφου Lady Frieda Harris. Το Βιβλίο του Θωθ δημιουργήθηκε το 1944, αλλά η τράπουλα Ταρώ δεν εκδόθηκε παρά μόνο το 1969, αφού ο σχεδιαστής και καλλιτέχνης είχε πεθάνει. Ο Θωθ είναι ένας αρχαίος αιγυπτιακός θεός που πιστεύεται ότι δημιούργησε τα ιερογλυφικά. Η τράπουλα Thoth, όπως και η τράπουλα Waite-Smith, είναι γεμάτη από μυστικές έννοιες και σύμβολα, τα οποία χρησιμοποιούνται για να αντιπροσωπεύσουν βαθύτερα νοήματα και συγκεντρώνοντας βασικά συμβολικά στοιχεία από προηγούμενες τράπουλες με αναφορές στην Καμπάλα, την αστρολογία και την αλχημεία.

Έλλη Λαμπέτη – Ευγενία (Ζένια) Σοφία

«Η αγάπη, η αρχή και το τέλος, η αλήθεια, το ψέμα, η ζωή, ο θάνατος, η απλότης, η αθωότης, η αγνότης, η ποιότης, η ουσία… η τέχνη είναι ουσιαστικό» Η διδασκαλία των ουσιαστικών «Δεσποινίς Μαργαρίτα»     Στη σφαίρα της τέχνης, όπου η δημιουργικότητα δεν γνωρίζει όρια, η Έλλη Λαμπέτη γεννημένη στις 13 Απριλίου 1926 στα Βίλια Αττικής φωτίζει τη διαδρομή της με το ξεχωριστό στυλ και την προσέγγισή της. Με ένα μείγμα παραδοσιακών τεχνικών και αξιοθαύμαστων ερμηνειών, η Λαμπέτη αιχμαλωτίζει το κοινό, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο σημάδι στον καλλιτεχνικό χώρο.    Από το ξεκίνημά της μέχρι την τεράστια επιτυχία της, η Λαμπέτη ως ηθοποιός ξεπερνά τα όρια της έκφρασης. Συνδέθηκε στενά με τον ηθοποιό Δημήτρη Χορν το 1953 και μαζί έγραψαν ιστορία στο ελληνικό θέατρο και κινηματογράφο, αποτελώντας ένα αγαπημένο ζευγάρι. Το 1969, ο καρκίνος εμφανίζεται στη ζωή της, ενώ το 1980 υποβάλλεται σε χημειοθεραπείες, με αποτέλεσμα να χάσει σταδιακά τη φωνή της. Την τελευταία της πνοή άφησε στις 3 Σεπτεμβρίου 1983 στο νοσοκομείο Mount Sinai Hospital των ΗΠΑ, ενώ στις 6 Σεπτεμβρίου κηδεύτηκε στην Αθήνα με δημόσια δαπάνη.   Το ταλέντο της πραγματικά άνθισε όταν ξεπέρασε τα όρια της παραδοσιακής τέχνης, αγκαλιάζοντας τον πειραματισμό και την καινοτομία. Αντλώντας έμπνευση από διάφορες πηγές, ξεκίνησε μια προσπάθεια να επαναπροσδιορίσει τα όρια της καλλιτεχνικής έκφρασης. Η ξεχωριστή ερμηνεία της έγινε απόδειξη της τόλμης της, καθώς διέσχιζε άφοβα αχαρτογράφητες περιοχές, θολώνοντας τα όρια μεταξύ ρεαλισμού και αφαίρεσης, χάους και αρμονίας. Ένα από τα πιο καθοριστικά χαρακτηριστικά της ήταν η ικανότητά της να εμφυσά συναίσθημα στους ρόλους της. Με τις σαγηνευτικές ερμηνείες της και την παρουσία της γρήγορα κέρδισε την αναγνώριση και τον θαυμασμό τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς.   Μεγαλωμένη σε μια οικογένεια που ενθάρρυνε τη δημιουργικότητα και την αυτοέκφραση, έλκεται από τη μαγεία της αφήγησης μέσω της παράστασης. Από τα σχολικά έργα μέχρι τις παραστάσεις στο θέατρο, η Λαμπέτη βελτίωσε την τέχνη της μέσα από την ανάπτυξη των χαρακτήρων και τις αποχρώσεις της δραματικής έκφρασης. Με κάθε ρόλο που αναλάμβανε, αναδείκνυε το αξιοσημείωτο εύρος και το βάθος της ως ηθοποιός, ενσαρκώνοντας αβίαστα χαρακτήρες με αυθεντικότητα και πεποίθηση. Είτε υποδύεται μια ευάλωτη ηρωίδα είτε μια δυναμική γυναίκα, έδωσε ζωή σε κάθε ρόλο που καταπιάστηκε, διαπερνώντας τα συναισθήματά της στο κοινό.   Ένα από τα πιο καθοριστικά προσόντα της ήταν η ικανότητά της να εμποτίζει τις ερμηνείες της με συναισθηματικό βάθος και ευαλωτότητα. Προσέγγιζε κάθε ρόλο με σχολαστική προσοχή στη λεπτομέρεια, εμβαθύνοντας στον ψυχισμό των χαρακτήρων της για να αποκαλύψει τα κίνητρα και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις. Αυτή η δέσμευση για την αυθεντικότητα της επιτρέπει να προσφέρει παραστάσεις που αντηχούν σε βαθύ επίπεδο, παρασύροντας τους θεατές σε νέες εμπειρίες. Οι κριτικοί την επαίνεσαν για τις ερμηνείες της και την επιβλητική παρουσία της στην οθόνη, χαρακτηρίζοντας την ως ταλέντο.    Εκτός από τα επιτεύγματά της στο θέατρο και τον κινηματογράφο, η Λαμπέτη είναι, επίσης, γνωστή για τις φιλανθρωπικές της προσπάθειες και τη δέσμευσή της σε κοινωνικούς σκοπούς. Χρησιμοποίησε τη φήμη της για να ευαισθητοποιήσει για ζητήματα που την ενδιέφεραν, δίνοντας τη φωνή της σε εκστρατείες προώθησης της ισότητας των φύλων, της ψυχικής υγείας και της διατήρησης του περιβάλλοντος. Η αφοσίωσή της έχει θετικό αντίκτυπο στον κόσμο και αυτό λειτουργεί ως απόδειξη του χαρακτήρα και της ακεραιότητάς της τόσο ως καλλιτέχνης όσο και ως άνθρωπος. Με το απαράμιλλο ταλέντο της, την ακλόνητη αφοσίωση και το απεριόριστο πάθος της για την τέχνη της, άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της για τα επόμενα χρόνια. Για τη Λαμπέτη, η τέχνη αποτελεί ένα κάλεσμα, ένα ιερό καθήκον αφύπνισης της λανθάνουσας δημιουργικότητας που βρίσκεται μέσα σε όλους.    Σε έναν κόσμο που μαστίζεται από αβεβαιότητα, το παράδειγμά της αποτελεί έναν φάρο ελπίδας, φωτίζοντας τις πιο σκοτεινές γωνιές της συλλογικής μας συνείδησης. Το όνομά της αναμφίβολα χαράσσεται δίπλα στα μεγάλα ονόματα, ως απόδειξη της δέσμευσής της στην αδιάκοπη αναζήτηση της καλλιτεχνικής αλήθειας.  Τιμητικές διακρίσεις 1951 της απενεμήθη το βραβείο «Κοτοπούλη» για την ερμηνεία της στα έργα «Η κληρονόμος» και «Πεγκ, καρδούλα μου» 1961 «Αριστείον Κινηματογραφικής Αξίας» για τις ταινίες στις οποίες έπαιξε την περίοδο 1955-61. 1980 Βραβείο «Φεστιβάλ Ιθάκης» για την πολυετή καλλιτεχνική της προσφορά. 1983 ο κινηματογράφος «Γρανάδα» μετονομάστηκε σε Θέατρο «Λαμπέτη». 2002 η «Ελληνική Εταιρεία Μαστολογίας» έδωσε το όνομα της ηθοποιού στο κέντρο ψυχοκοινωνικής υποστήριξης γυναικών με καρκίνο του μαστού. Για την ερμηνεία της στο «Τελευταίο ψέμα» ήταν υποψήφια για βραβείο BAFTA (British Academy of Film and Television Arts) A’ γυναικείου ρόλου. Το όνομά της δόθηκε σε Θέατρο της Αθήνας, «Θέατρο Λαμπέτη». Ευγενία (Ζένια) Σοφία

Γοτθική Τέχνη και Κουλτούρα – Μαίρη Τζέιν

Από πού προήλθε η γοτθική αισθητική; Τι ρόλο έχει παίξει στη σημερινή εποχή και πώς από ένα καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κίνημα έχει καταλήξει να είναι ένας τύπος αισθητικής και ιδεολογίας; Η κουλτούρα του Goth αντλεί επιρροές από διάφορες καλλιτεχνικές, ιστορικές και πολιτιστικές πηγές. Όσον αφορά στην τέχνη, η βικτωριανή εποχή, ο ρομαντισμός και η γοτθική αρχιτεκτονική αποτελούν σημαντικές πηγές έμπνευσης, με τα σκοτεινά, κυκλοθυμικά και περίτεχνα στοιχεία τους να αντικατοπτρίζονται στη μόδα και την αισθητική των γοτθικών. Ιστορικά, το στυλ και η κουλτούρα του goth, όπως το ξέρουμε σήμερα, έχει τις ρίζες του στα κινήματα punk και post-punk των τελών της δεκαετίας του 1970 και των αρχών της δεκαετίας του 1980, τα οποία έδωσαν έμφαση στην επανάσταση, την ατομικότητα και την αντικουλτούρα. Η γοτθική τέχνη αναφέρεται σε ένα στυλ και ένα κίνημα που εμφανίστηκε στα τέλη του Μεσαίωνα, κυρίως κατά τη διάρκεια του 12ου έως τον 16ο αιώνα. Χαρακτηρίζεται από την έμφαση σε σκοτεινά, μυστηριώδη και συχνά μακάβρια θέματα, καθώς και από τα περίτεχνα, λεπτομερή και μερικές φορές γκροτέσκα οπτικά στοιχεία. Η γοτθική τέχνη συνδέεται κυρίως με την αρχιτεκτονική, ιδίως με το στυλ της γοτθικής αναβίωσης, το οποίο αναβίωσε και προσάρμοσε αυτά τα χαρακτηριστικά τον 18ο και 19ο αιώνα. Η γοτθική λογοτεχνία του 18ου και 19ου αιώνα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αισθητικής και της θεματολογίας της goth κουλτούρας. Αυτό το λογοτεχνικό είδος εμφανίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και άκμασε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, διαθέτοντας στοιχεία όπως υπερφυσικά φαινόμενα, μυστηριώδη σκηνικά και σκοτεινά ατμοσφαιρικά και μελαγχολικά σκηνικά. Σημαντικοί συγγραφείς όπως ο Horace Walpole, η Ann Radcliffe, ο Matthew Lewis, η Mary Shelley, ο Edgar Allan Poe και ο Bram Stoker συνέβαλαν στην ανάπτυξη της γοτθικής λογοτεχνίας. Τα έργα τους συχνά εξερευνούσαν θέματα όπως η ηθική, το υπερφυσικό και ο ανθρώπινος ψυχισμός, τα οποία έβρισκαν απήχηση στα ενδιαφέροντα της υποκουλτούρας των γοτθικών. Οι εικαστικές επιρροές από την τέχνη περιλαμβάνουν -μεταξύ άλλων- τη γοτθική αναβίωση της αρχιτεκτονικής (από τη δεκαετία του 1740 έως τα μέσα του 19ου αιώνα), η οποία παρουσιάζει περίτεχνα σχέδια, μυτερές αψίδες και περίπλοκες λεπτομέρειες. Επιπλέον, ο Ρομαντισμός (τέλη του 18ου έως τα μέσα του 19ου αιώνα), ο οποίος επικεντρώθηκε στο συναίσθημα, τον ατομικισμό και την ομορφιά του φυσικού κόσμου, καθώς και η τέχνη των Προραφαηλιτών. Τέλος, η γοτθική υποκουλτούρα επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την τέχνη της βικτωριανής εποχής (1837-1901), η οποία συχνά εμφάνιζε παρόμοια προτίμηση για περίτεχνα και λεπτομερή σχέδια, γεγονός που επηρέασε τη γοτθική μόδα και τα αξεσουάρ. Η γοτθική τέχνη, με το ξεχωριστό οπτικό της στυλ και τα θεματικά της στοιχεία, είχε σημαντικό κοινωνιολογικό αντίκτυπο σε όλη την ιστορία. Η έμφαση της γοτθικής τέχνης στις τοπικές παραδόσεις, στις ιστορικές αναφορές και στον θρησκευτικό συμβολισμό συνέβαλε στη διαμόρφωση πολιτιστικών ταυτοτήτων, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Για παράδειγμα, οι γοτθικοί καθεδρικοί ναοί στη Γαλλία και τη Γερμανία λειτουργούν ως ισχυρά σύμβολα εθνικής υπερηφάνειας και πολιτιστικής κληρονομιάς. Επιπλέον, η εξερεύνηση των ανθρώπινων συναισθημάτων και του υπερφυσικού από τη γοτθική τέχνη έχει διαμορφώσει την κατανόηση των πολιτιστικών συμβόλων και των νοημάτων τους, επηρεάζοντας τα πάντα, από τη λαϊκή παράδοση έως τη λαϊκή κουλτούρα. Η γοτθική τέχνη χρησίμευε συχνά ως μέσο έκφρασης κοινωνικής και πολιτικής κριτικής, αντανακλώντας τις ανησυχίες και τα άγχη της εποχής. Αυτός ο κοινωνικοπολιτικός σχολιασμός επηρέασε τον δημόσιο διάλογο και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται για κοινωνικά ζητήματα, όπως η δυναμική της εξουσίας, οι ταξικοί αγώνες και ο ρόλος θεσμών όπως η Εκκλησία.  Συνοπτικά, ο κοινωνιολογικός αντίκτυπος της γοτθικής τέχνης μπορεί να παρατηρηθεί σε διάφορες πτυχές της κοινωνίας, όπως η αρχιτεκτονική, η τέχνη, η λογοτεχνία, η πολιτιστική ταυτότητα και ο κοινωνικός σχολιασμός. Η επιρροή της συνεχίζει να διαμορφώνει την κατανόησή μας για την αισθητική, την αφήγηση ιστοριών και τα πολιτιστικά σύμβολα.

Οι γυναίκες μπροστά από τον Willem de Kooning – Μαίρη Τζέιν

Σαν σήμερα, 19 Μαρτίου, απεβίωσε ο Γουίλεμ ντε Κούνινγκ (Willem de Kooning), ένας από τους γνωστότερους και σημαντικότερους άντρες καλλιτέχνες της αφηρημένης τέχνης. Ο Γουίλεμ ντε Κούνινγκ ήταν διάσημος Ολλανδοαμερικανός ζωγράφος και ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Ο ντε Κούνινγκ είναι περισσότερο γνωστός για τους μεγάλων διαστάσεων, εκφραστικούς πίνακές του που συχνά χαρακτηρίζονταν από δυναμικές, χειρονομιακές πινελιές και αφηρημένες μορφές. Μερικά από τα πιο διάσημα έργα του είναι τα “Woman I” και “Excavation”. Με αφορμή τη μέρα αυτή, η οποία είναι αφιερωμένη στη μνήμη του, μας δίνεται η ευκαιρία να μιλήσουμε για δύο γυναίκες τις οποίες καθιέρωσε, όσο τον καθιέρωσαν. Ο λόγος για τη σύντροφό του Ελέιν ντε Κούνινγκ (Elaine de Kooning) και τη Μαίρη Άμποτ (Mary Abbott). Πρόκειται για δύο καλλιτέχνιδες, οι οποίες όχι απλά καθόρισαν το κίνημα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, αλλά επηρέασαν τον ίδιο τον ντε Κούνινγκ και τη δουλειά του -όπως έκανε και ο ίδιος για αυτές. Η Μαίρη Άμποτ υπήρξε -πέραν από καλλιτέχνης- και μοντέλο, έχοντας κάνει εμφανίσεις στη  Vogue και το Harper’s Bazaar. Παρόλα αυτά υπήρξε μια εκπληκτική καλλιτέχνης, αφήνοντας μεγάλη καλλιτεχνική κληρονομιά πίσω της, παρά το γεγονός ότι δεν αναγνωρίστηκε πλήρως πριν τον θάνατό της. Όσον αφορά στη σχέση της με τον Γουίλεμ -ή Μπιλ, όπως τον φώναζε- υπήρξαν πολύ κοντά, ακόμη και όταν δεν ήταν ρομαντικά εμπλεκόμενοι μεταξύ τους. Ο ντε Κούνινγκ, μάλιστα, την είχε ζητήσει σε γάμο δύο φορές, με εκείνη να αρνείται, λέγοντας πως κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε την καλλιτεχνική του καριέρα. Η επίδραση στο έργο του ντε Κούνινγκ ήταν επίσης τεράστια. Ισχυρό παράδειγμα αποτελέι ο πίνακας της Abbott με τίτλο Lucy. Bάσει των αισθητικών ιδιοτήτων αυτού του πίνακα, μια πρόχειρη σύγκριση με μερικά έργα του ντε Κούνινγκ θα αποδείξουν τον ισχυρισμό περί επιρροής. Υπάρχει ειδικά ένας πίνακας του καλλιτέχνη, με τίτλο “Abstraction”, ο οποίος δομικά και συνθετικά μοιάζει να έχει πάρει τα βασικά συστατικά της Lucy. Σαφώς, επίσης, δεν θα ήταν έρωτας αν η Άμποτ δεν είχε δημιουργήσει ένα από τα πιο γνωστά έργα της με έμπνευση τον αγαπημένο της Γουίλεμ. Περνάμε τώρα στην Ελέιν ντε Κούνινγκ, τη σύντροφο και σύζυγο του καλλιτέχνη. Το ζευγάρι είχε ανοιχτό γάμο -και οι δύο ήταν σεξουαλικά απελευθερωμένοι και ανοιχτοί ο ένας για τις σχέσεις του άλλου. Η Ελέιν είχε σχέσεις με άνδρες που βοήθησαν στην προώθηση της καριέρας του Γουίλεμ, όπως ο Χάρολντ Ρόουζενμπεργκ (Harold Rosenberg), ένας διάσημος κριτικός τέχνης, ο Τόμας Μπ. Ες (Thomas B. Hess), ένας συγγραφέας για την τέχνη και διευθυντής του ARTnews, και ο Τσαρλς Ίγκαν (Charles Egan), ιδιοκτήτης της γκαλερί Charles Egan. Γνωρίστηκαν το φθινόπωρο του 1938, όταν εκείνη ήταν 20 ετών και εκείνος 34. Η Ελέιν είχε θαυμάσει τα έργα του πριν τον γνωρίσει. Μετά τη συνάντησή τους, ο Γουίλεμ έγινε μέντοράς της. Ζωγράφιζαν στη σοφίτα του και ήταν γνωστός για τη σκληρή κριτική που ασκούσε στη δουλειά της, “απαιτώντας αυστηρά να σχεδιάζει και να ξανασχεδιάζει μια φιγούρα ή μια νεκρή φύση και επιμένοντας στη λεπτή, ακριβή, σαφή γραμμική οριοθέτηση που υποστηρίζεται από ακριβώς διαμορφωμένη σκίαση.” Κατέστρεψε ακόμη και πολλά από τα σχέδιά της, αλλά αυτό ώθησε την Ελέιν να προσπαθήσει τόσο για την ακρίβεια όσο και για τη χάρη στη δουλειά της.” Μοιράζονταν το καλλιτεχνικό στούντιο ακόμη και μετά το γάμο τους, μένοντας κοντά κατά τη γέννηση των έργων τους. Είναι φανερό πως η Ελέιν και η Μαίρη σχημάτισαν σημαντικά τον Γουίλεμ και πως ο τελευταίος ίσως και να μην ήταν αυτός που ξέρουμε σήμερα, αν δεν ήταν εκείνες. Οι δύο αυτές γυναίκες τιμήθηκαν με την παρουσία των έργων τους στη μνημειώδη έκθεση “Γυναίκες του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού” το 2016 στο Denver Art Museum, ανάμεσα στις 16 πιο σημαντικές γυναίκες καλλιτέχνιδες του κινήματος αυτού. Woman I, 1950-52 by Willem de Kooning Excavation, 1950 by Willem de Kooning

Μελίνα Μερκούρη – Ευγενία (Ζένια) Σοφία

«Η Ελλάδα πρέπει να πρωταγωνιστεί για τον πολιτισμό. Η Ελλάδα… αυτό είναι η κληρονομιά της, αυτό είναι η περιουσία της κι αν το χάσουμε αυτό δεν είμαστε ΚΑΝΕΙΣ!» Ο ελληνικός πολιτισμός και οι τέχνες είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη Μελίνα Μερκούρη. Γεννημένη στις 18 Οκτωβρίου 1920 στην Αθήνα (απεβίωσε στη Νέα Υόρκη στις 6 Μαρτίου 1994), η Μερκούρη άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της ως ηθοποιός και πολιτικός με αντιδικτατορική δράση. Τα πολύπλευρα ταλέντα της και το ακλόνητο πάθος της για την πατρίδα τη μετέτρεψαν σε σύμβολο της ελληνικής ταυτότητας και του πολιτισμού. Διετέλεσε Υπουργός Πολιτισμού τα έτη 1981-89 και 1993-94. Το ταξίδι της ξεκίνησε στην καρδιά της Αθήνας, όπου μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε ιστορία και παράδοση. Προερχόμενη από μια οικογένεια βαθιά συνδεδεμένη με την πολιτική και τις τέχνες, δεν ήταν έκπληξη που ανέπτυξε αγάπη για την πολιτική, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Η μαγνητική της παρουσία και η επιβλητική της φωνή κέρδισαν γρήγορα μια θέση στο προσκήνιο. Η υποκριτική της καριέρα απογειώθηκε με αξιόλογες ερμηνείες σε ελληνικές ταινίες, όπως το «Στέλλα» (1955) και το «Ποτέ την Κυριακή» (1960) μέσα από την οποία κέρδισε και διεθνή αναγνώριση. Συγκεκριμένα, η χαρισματική της ερμηνεία στο «Ποτέ την Κυριακή» της χάρισε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών το 1960 και μια παγκόσμια αναγνώριση. Το 1965, βραβεύτηκε με το ιταλικό βραβείο «Donatello» για την ερμηνεία της στο «Τοπ Καπί». Παράλληλα, υπήρξε τρεις φορές υποψήφια για Χρυσές Σφαίρες και δυο φορές για τα βραβεία BAFTA. Πέρα από τη μεγάλη οθόνη, η Μ. Μερκούρη χρησιμοποίησε τη φήμη της για να υπερασπιστεί τον ελληνικό πολιτισμό και την κληρονομιά. Το πάθος της για τις τέχνες συνδυάστηκε με την αφοσίωσή της στην πλούσια ιστορία της Ελλάδας. Στη δεκαετία του 1960, έγινε υπέρμαχος της επιστροφής των Ελγίνειων Μαρμάρων στη χώρα, ενώ χαρακτηριστικά είχε δηλώσει «ελπίζω να δω τα Μάρμαρα πίσω στην Αθήνα προτού πεθάνω. Αν όμως έρθουν αργότερα, εγώ θα ξαναγεννηθώ». Οι προσπάθειες της Μερκούρη έθεσαν το θέμα στο προσκήνιο, πυροδοτώντας συζητήσεις για την πολιτιστική κληρονομιά και τη νόμιμη ιδιοκτησία αρχαίων αντικειμένων. Η δέσμευση της στην Ελλάδα ξεπερνούσε τα πολιτιστικά θέματα, αφού το 1981 εισήλθε στον χώρο της πολιτικής ως Υπουργός Πολιτισμού. Η θητεία της σημαδεύτηκε από φιλόδοξες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των πολιτιστικών θεσμών, την υποστήριξη των τεχνών και την ανάδειξη της παγκόσμιας θέσης της Ελλάδας στον τομέα του πολιτισμού. Μέσα από το δικό της έργο οδήγησε στην ίδρυση του «θεσμού των πολιτιστικών πρωτευουσών της Ευρώπης» με πρώτη την Αθήνα, το 1985. Επίσης, έδωσε μεγάλη σημασία στην εισαγωγή του πολιτισμού και της θεατρικής αγωγής στα σχολεία μέσα από το «Πρόγραμμα ΜΕΛΙΝΑ – Εκπαίδευση και Πολιτισμός». Όπως δήλωνε η ίδια «αν επιτευχθεί η ευαισθητοποίηση του παιδιού στον πολιτισμό, θα δημιουργηθεί μια άλλη κοινωνία, μια άλλη νοοτροπία, μια άλλη πολιτική». Η ζωή της Μελίνας Μερκούρη ήταν μια απόδειξη της μεταμορφωτικής δύναμης της τέχνης και του πολιτισμού. Οι μαγνητικές της ερμηνείες στην οθόνη και το θέατρο, η αταλάντευτη υπεράσπιση της πολιτιστικής κληρονομιάς και η πολιτική της καριέρα άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι της στην Ελλάδα και τον κόσμο. Η ίδια αναδείχθηκε ως σύμβολο αγωνιστικότητας του ελληνικού πολιτισμού, με την κληρονομιά της να λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης για τις επόμενες γενιές. Βραβεία στη μνήμη της «Μελίνας Μερκούρη» Βραβείο για τις πολιτιστικές πρωτεύουσες Το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» ανακοινώθηκε το 2010 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον πρόεδρό της τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο. Αυτό το ετήσιο χρηματικό βραβείο, συνολικού ύψους 1,5 εκατ. ευρώ, απονέμεται στην εκάστοτε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, τιμώντας τη διαρκή δέσμευσή της για πολιτιστική πρόοδο. Θεατρικό Βραβείο Το 2007 καθιερώθηκε μετά από εντολή του «Ιδρύματος Μελίνα Μερκούρη» το «Θεατρικό Βραβείο Μελίνα Μερκούρη», το οποίο απονέμεται κάθε χρόνο σε μια νεαρή ηθοποιό για την ερμηνεία της. Εκτός από οικονομική επιβράβευση, η ηθοποιός λαμβάνει και την εμβληματική καρφίτσα της Μελίνας Μερκούρη, με σκοπό να την παραδώσει στην επόμενη βραβευθείσα. Πολιτιστικό Βραβείο της UNESCO Για να τιμήσει τις σημαντικές πολιτιστικές συνεισφορές της Μ. Μερκούρη, η UNESCO όρισε το Βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» ως αναγνώριση της πολιτιστικής αφοσίωσης. Από το 1997, το βραβείο αυτό, σε συνεργασία με το Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, απονέμεται ανά διετία σε άτομα ή οργανισμούς που επιδεικνύουν αξιόλογες προσπάθειες για τη διάσωση των πολιτιστικών μνημείων της ανθρωπότητας. Το βραβείο περιλαμβάνει μια επιταγή ύψους 20.000$.                                                                                          Ευγενία (Ζένια) Σοφία

Ο Πύργος του Hayao Miyazaki – Αναστασία Αντωνακάκη

Ποια ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το όνομα “Miyazaki”; Νομίζω πως ήταν όταν ήμουν πολύ μικρή, σε κάποιο ελληνικό σήριαλ στην τηλεόραση. Η μήπως το μπερδεύω, και το όνομα ήταν “Kurosawa”; Δεν είχα δει Miyazaki μέχρι τώρα – μα ούτε ένα; Τα έχει και στο Netflix. Το έκοψα, όμως, αυτόν τον καιρό το Netflix, γιατί έβλεπα συνέχεια μόνο Φιλαράκια. Το ήξερες ότι είναι από τις αγαπημένες σειρές του Λάνθιμου; Δεν είχα δει Miyazaki μέχρι τώρα. Μέχρι το Αγόρι και τον Ερωδιό (2023). Που ο ιαπωνικός του τίτλος είναι “Πώς ζεις;”. Δηλαδή, εδώ που τα λέμε, ο πραγματικός τίτλος δεν είναι καθόλου “Το Αγόρι και ο Ερωδιός”. Αυτό είναι μία εξωτερική περιγραφή. Ο ιαπωνικός τίτλος είναι μία εσωτερική περιγραφή. Η κλασσική διαφορά Δύσης και Ανατολής. Είναι ο Miyazaki anime; Να θυμηθώ να το ψάξω. Τι είναι το Studio Ghibli; Να θυμηθώ να το ψάξω. Είδες την έναστρη νύχτα του Van Gogh, εκεί, προς το τέλος; Λίγο πριν διαλέξουν τις ζωές τους, ξανά απ’ την αρχή. Θέλω να μάθω ιαπωνικά. Πώς ζεις; Έλα εδώ κάτω, μαζί μας. Δεν ζεις πια, δεν ζεις εδώ πάνω. Έλα κάτω μαζί μας. Μέχρι να το δεις, δεν υπάρχει. Αν δεν το δεις, δεν υπάρχει. Αν δεν το αγγίξεις, δεν υπάρχει. Έλα κάτω, μαζί μας. Πώς ζεις; Ο Miyazaki λέει ότι έκανε αυτήν την ταινία, γιατί δεν έχει απάντηση. Ό,τι ξέρουμε, είναι αυτό εδώ. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και η φανταστική πραγματικότητα, είναι κι αυτή πραγματικότητα. Αρκεί να ξέρεις πότε να φύγεις. Πώς ζεις; Κάπου διάβασα ότι αυτή η ταινία, είναι ένα εργαλείο για να θεραπεύσουμε τις ψυχές μας. Και σκέφτηκα ότι πιο πολύ, αυτή η ταινία είναι ένα εργαλείο για να θυμηθούμε ότι έχουμε ψυχή. Η επιλογή και η μοίρα. Είναι προκαθορισμένος ο δρόμος σου; Στην φιλοσοφία δίνει απάντηση ο μύθος – ή μάλλον, ο μύθος ταΐζει την φιλοσοφία. Ανατολικός και δυτικός. Αλήθεια, γιατί οι Ιάπωνες έχουν αναφορές στον χριστιανισμό; Να θυμηθώ να το ψάξω. Ο μύθος κάνει πιο γλυκό το προκαθορισμένο. Πιο όμορφο. Πιο ελκυστικό. Ο μύθος, όμως, φανερώνει και την επιλογή. Έχεις την επιλογή. Ακόμη κι όταν όλα είναι προκαθορισμένα. Όταν όλα έχουν την σίγουρη κατάληξη. Την γνωστή. Ακόμη και τότε. Έχεις την επιλογή.  Αυτή είναι η ελπίδα. Η επιλογή. Αυτός είναι ο τρόμος. Η επιλογή. Όταν όλα είναι προκαθορισμένα, είσαι ήσυχος. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Δεν μπορείς να επιλέξεις. Δεν φταις εσύ. Η επιλογή σημαίνει ελευθερία που σημαίνει ενοχή. Πώς ζεις; Ο Miyazaki φτιάχνει πολλούς κόσμους. Οι πύλες τους είναι μέσα στον Πύργο. Πραγματική μαγεία. Μαγική πραγματικότητα. Πλάσματα παράξενα, γοητευτικά, τρομακτικά. Που άλλο φαίνονται, κι άλλο είναι. Σαν εσένα. Και σαν εμένα. Μέσα στον Πύργο, λέμε πάντα την αλήθεια. Και μόνον την αλήθεια. Ορκίζομαι. Είναι η αλήθεια. Σε μισώ. Φοβάμαι. Αρνούμαι. Ψάχνω. Διαλέγω. Δεν μπορώ. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να ξέρω. Δεν ξέρω αν μπορώ. Κάθε πύλη, ένας χρόνος. Κάθε πύλη, μια πραγματικότητα. Πάντως, σε κάθε πραγματικότητα, ισχύουν τα παρακάτω.  Τα ζώα πρέπει να φάνε. Ο θάνατος πονάει. Η ζωή συνεχίζεται. Βγαίνω απ’ τον Πύργο, έρχεσαι;