Ο Χρόνος της Ελένης Ζέρβα – Αναστασία Αντωνακάκη

“Δεν έχω ποτέ κάτι συγκεκριμένο στο νου μου όταν δουλεύω, αυτό που βλέπετε βγαίνει αυθόρμητα, χωρίς πρόθεση να αποδώσει κάτι συγκεκριμένο.”. Η αίσθηση της άνωσης. Πετάω. Χωρίς όριο. Το ατέλειωτο πεδίο βάθους. Βυθίζομαι. Χωρίς όριο. Ένας ορίζοντας που δεν τελειώνει ποτέ. Προχωράω. Χωρίς όριο. Αιώνιος ορίζοντας. Δηλαδή, αιώνιος χρόνος. Τίποτα δεν τελειώνει, όλα συνεχίζονται. Ο Γκοντάρ έλεγε ότι “μία ταινία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι απαραίτητα με αυτήν την σειρά.”. Κάπως έτσι συμβαίνει παντού. Έτσι κι αλλιώς, κάθε χρόνος έχει μέσα του τον προηγούμενο. Και κάθε χρόνος ετοιμάζει τον επόμενό του. Η Ζέρβα ζωγραφίζει. Ταξιδεύει από την σύνθεση στην αφαίρεση. Ταξίδι που ταξιδεύει στον χρόνο. Έτσι κι αλλιώς, όταν φτιάχνεις κάτι, ταξιδεύεις στον χρόνο. Στην αρχή, την μέση και το τέλος σου. Συναντάς ό,τι ήσουν, ό,τι είσαι κι ό,τι θα γίνεις. Πίνεις τσάι με τις αντιφάσεις σου. Μαθαίνεις ότι είσαι φτιαγμένη απ’ αυτές. Τίποτα δεν είναι αντιπαραθετικό. Είσαι αυτό, αλλά είσαι κι αυτό. Έτσι κι αλλιώς, ο ορίζοντας τους χωράει όλους. Ευτυχώς. Ή δυστυχώς. Η Ζέρβα φτάνει στο καινούργιο της σημείο. Την αφαίρεση. Την απόλυτη αφαίρεση. Έτσι κι αλλιώς, η αφαίρεση δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο, παρά μόνο απόλυτη. Το καινούργιο της σημείο αντανακλά το παλιό. Για να φτάσει στην αφαίρεση, περνάει από την σύνθεση. Για να φτάσει στο απλό, περνάει από το περίπλοκο. Για να φτάσει στην σιωπή, περνάει από την φλυαρία. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορείς να αρνηθείς το παρελθόν σου. Να το υπερβείς, ναι. Να το αρνηθείς, όχι. Το απλό είναι πάντα το πιο σύνθετο. Γι’ αυτό, είναι πάντα στο τέλος. Το απλό είναι τέλειο. Γιατί έχει μέσα του όλες τις ατέλειες. Του κόσμου. Και τις δικές σου. Πολλές φορές, αναρωτιέμαι, γιατί μέσα στις γκαλερί και τα μουσεία δεν σε αφήνουν να αγγίξεις το έργο. Ποιος τους χρίζει υπεύθυνους να το κηρύξουν ιερό; Ιερό, γιατί είναι άπιαστο. Αν αγγίξεις το έργο, είσαι βλάσφημος. Απέναντι σε ποιον, αλήθεια; Έτσι κι αλλιώς, η σχέση μου με το έργο είναι ιερή. Απλώς, αν το αγγίξω, το ιερό αλλάζει μορφή. Γίνεται απτό. Αλλά ξέχασα – η αφή είναι ανίερη. Κάνει πράξη την ιδέα. Οπότε, καλύτερα όχι. Γιατί δεν ξέρουμε τι αποτέλεσμα θα έχει η πράξη. Μπορεί να καταστρέψει την ιδέα. Και τι θ’ απογίνουμε μετά;
Τί μας Αφηγείται ένας πίνακας ; – Mary D

Το αίνιγμα ενός χρησμού – 1910 – Giorgio de Chirico Ulysses and Calypso – Arnold Böcklin 1883 Στις αρχές του 20ου αιώνα στην Ιταλία παράλληλα με τον Φουτουρισμό μια νέα καλλιτεχνική τάση ξεπροβάλει η οποία αποκαλείται «Μεταφυσική Ζωγραφική» με κύριο εκπρόσωπό της τον Giorgio de Chirico. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Ελλάδα και έζησε εκεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του ως την ενηλικίωση. Μετά τις σπουδές του στη ζωγραφική βρέθηκε στο Μόναχο όπου οι πίνακες με το μυθολογικό-ονειρικό περιεχόμενο του Arnold Bocklin τράβηξαν το ενδιαφέρον του. Οι ήδη υπάρχουσες επιρροές του από τους Έλληνες φιλοσόφους και την ελληνική μυθολογία στην αρχή και έπειτα από τον Nietzsche ο οποίος μιλά για την ομορφιά που κρύβει ο ονειρικός κόσμος που φτιάχνει ο κάθε άνθρωπος, χτίζοντας εκεί μια νέα πραγματικότητα, ο de Chirico παίρνει τα πρώτα του ερεθίσματα. Λίγο αργότερα μελετώντας και τον φιλόσοφο Schopenhauer που γράφει ότι για να έχει κάποιος πρωτότυπες ιδέες πρέπει να μείνει μόνος ώστε κάποια συνηθισμένα πράγματα να τα δει με άλλο μάτι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η λογική είναι ενάντια στην τέχνη. Όλοι αυτοί λοιπόν ήταν το έναυσμα για το ξεκίνημά του σε μια μεταφυσική ζωγραφική. Στη Φλωρεντία λοιπόν δημιουργεί το έργο για το οποίο γίνεται λόγος «Το αίνιγμα ενός χρησμού» που είναι επηρεασμένο από το «Οδυσσέας και Καλυψώ» (1882) του Bocklin όπου αναπαριστά μια σκηνή από την «Οδύσσεια» του Όμηρου. Στα δύο έργα παρατηρούμε κοινά στοιχεία ως προς τη θεματολογία τους που είναι επηρεασμένη από τη μυθολογία, τα σκούρα χρώματα, τις ανθρώπινες φιγούρες ενώ αυτό που τα διαφοροποιεί είναι ότι ο de Chirico με τον τίτλο που βάζει και με τον τρόπο που εκθέτει το άγαλμα θέλει να παντρέψει το μύθο με το μυστήριο. Αντιλαμβανόμαστε στα έργα του μια σύζευξη της τέχνης με την φιλοσοφία και αυτό είναι που τον κάνει ξεχωριστό. Η είσοδός του σε ένα κόσμο συμβολικό και ονειρικό είναι που τον κατέστησε πρόδρομο του Σουρεαλισμού. Αναλύοντας περαιτέρω τον πίνακα του, θα λέγαμε ότι στην ζωγραφική του αναδύεται μια Αναγεννησιακή προοπτική όχι για να αποδόσει ρεαλιστικά το έργο αλλά για να δώσει μια φιλοσοφική ερμηνεία (Χαραλαμπίδης, 2018). Σε πρώτο επίπεδο παρατηρούμε αριστερά ένα άγαλμα το οποίο το βλέπουμε από πίσω τυλιγμένο με ένα μανδύα και δεν διακρίνεται καθαρά αν υπάρχει κεφάλι, γι’ αυτό το λόγο θα το χαρακτηρίζαμε ανδρείκελο, ενώ από πάνω του σε τριγωνικό σχήμα είναι μια κουρτίνα η οποία δίνει την αίσθηση ότι κινείται από τον αέρα. Από την δεξιά πλευρά πίσω από μια μαύρη κουρτίνα με ορθογώνιο σχήμα, αποκαλύπτεται ένα άσπρο κεφάλι από ένα αρχαίο άγαλμα που μοιάζει να είναι σκυμμένο προς το μέρος μας ενώ η κατασκευή του, δίνει μια μαρμάρινη αίσθηση. Ανάμεσά τους υπάρχει το δάπεδο και ο τοίχος που είναι και αυτά ορθογώνια, στα οποία οι μαύρες γραμμές κάθετες και οριζόντιες δημιουργούν παραλληλόγραμα. Γενικά παρατηρούμε γεωμετρικά σχήματα σε όλη την σύνθεση γιατί ο De Chirico ήθελε να δώσει έναν αρχιτεκτονικό σχεδιασμό στα έργα του και επιπλέον τα θεωρούσε συμβολικά ως προς τα μηνύματα που ήθελε να περάσει (Χαραλαμπίδης, 2018). Οι μορφές διατηρούν μια αποστάση μεταξύ τους, φαίνονται αποξενωμένες και εδώ είναι που δημιουργείται το αίνιγμα. Όλα αυτά τα στοιχεία σου δημιουργούν την εντύπωση ότι βρίσκονται κάπου ψηλά αφού ο ουρανός με τα άσπρα πυκνά σύννεφα είναι στο ίδιο ύψος, ενώ η πόλη, τα βουνά και ίσως η θάλασσα που διακρίνονται στο βάθος αριστερά είναι μικρά, πυκνά και σου δίνουν μια αίσθηση μακρινή. Αυτό το κομμάτι είναι σαν ένας άλλος πίνακας μέσα στον πίνακα αφού έχει διαφορετικά χρώματα από αυτά που κυριαρχούν στο πρώτο επίπεδο και απεικονίζει την υποκειμενική ματιά της φιγούρας που δείχνει ότι τον κοιτάει. Παρατηρούμε επίσης ότι ο πίνακας που απεικονίζει την πόλη είναι λουσμένος από το φως της ημέρας ενώ τα πιο σκούρα χρώματα που υπάρχουν στο υπόλοιπο μέρος του αποπνέουν μια σκοτεινιά σαν σε εκείνο το μέρος να έχει δύσει ο ήλιος. Τέλος είναι ευδιάκριτο ότι το έργο είναι μια αναπαράσταση καθώς τα στοιχεία που το συντελούν είναι οικεία και ευανάγνωστα όμως αποδίδεται με μια αινιγματική ατμόσφαιρα, είναι αυτό που ο καλλιτέχνης ήθελε να φτιάξει μια μεταφυσική ζωγραφική που τα νοήματα που θα βγαίνουν από αυτήν, θα υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική. Αδιαμφισβήτητα είναι ένα έργο γεμάτο συμβολισμούς με το οποίο ο καλλιτέχνης δείχνει την δική του οπτική στα πράγματα. Χρησιμοποιώντας τον μύθο καταφέρνει να αποδώσει την αποξένωση, την μοναξιά, την συμβολική φόρτιση και την «αθεράπευτη ανθρώπινη ανησυχία» όπως έλεγε ο Breton (Χαραλαμπίδης, 2018). Χαρακτηριστικά αυτό φαίνεται από το κεφάλι του αγάλματος που καταρχήν είναι κομμάτι του αρχαίου κόσμου και ταυτόχρονα μέσα από το άσπρο και ψυχρό του υλικό από πέτρα παραπέμπει στην απομόνωση. Αν λάβουμε υπόψη μας και το γεγονός ότι είναι κρυμμένο πίσω από μια κουρτίνα ίσως μεταφερθούμε σε μια απόλυτη απομάκρυνση των πολιτισμικών μας στοιχείων. Επιπλέον το ανδρείκελο που εκτίθεται από την άλλη πλευρά είναι και αυτό ένα σώμα άψυχο και μηχανικό επηρεασμένο από την σύγχρονη εποχή. Ένα απόλυτο κενό επικρατεί ανάμεσα τους χωρίς να υπάρχει καμιά δράση σύμφωνα με τον Giuliano Briganti και συμπληρώνει ότι είναι ένα αίνιγμα που δεν περιμένει απάντηση αλλά παραμένει σταθερό (Χαραλαμπίδης, 2018). Υπάρχει επίσης μια αντίθεση ανάμεσα στο παλιό και στο νέο την οποία πετυχαίνει ο De Chirico με βάση την άποψη της Coen που υποστηρίζει ότι όταν συγκρούονται αντίθετα πράγματα τα οποία είναι οικεία, εκδηλώνεται κάτι νέο μια άλλη πραγματικότητα (Χαραλαμπίδης, 2018). Ωστόσο μια άλλη ερμηνεία του έργου είναι ότι το ανδρείκελο αντιπροσωπεύει τον καλλιτέχνη- φιλόσοφο που παρατηρεί τον κόσμο από ψηλά προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις στα μυστήρια που συμβαίνουν, ενώ το άγαλμα που είναι πίσω από την κουρτίνα δείχνει την κρυφή πλευρά της ύπαρξης (Ψήφας,2015). Συγκεκριμένα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καλλιτέχνης εδώ εμπνέεται από την φιλοσοφία και θέλει να περάσει νοήματα που θα προβληματίσουν το θεατή δείχνοντας μια άψυχη φιγούρα να κοιτάει μια πόλη στην οποία ο ίδιος δεν συμμετέχει αλλά βρίσκεται εκεί ψηλά αμόλυντος και αποστασιοποιημένος από τα προβλήματα του πραγματικού κοσμου όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι που περιέγραφε ο Πλάτωνας, αναλογιζόμενος, αν θα κατέβει να βοηθήσει. Άπο την άλλη μεριά οι άνθρωποι που είναι κρυμμένοι και απομονωμένοι μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν την ζωή αντικατροπτίζονται σαν πέτρινα ψυχρά αγάλματα που μένουν