Σκέψεις

Η θεωρία της ροής και της ευτυχίας – luna

Από τη πρώτη στιγμή που διάβασα σχετικά με τη θεωρία της ροής, ένιωσα μια οικειότητα με τα στοιχεία τα οποία περιέγραφε, δίχως να γνωρίζω πολλές λεπτομέρειες για αυτή. Μου ήρθε με μιας στο μυαλό η αίσθηση που με κατακλύζει όταν κάνω κάτι δημιουργικό. Σε αυτές τις στιγμές χάνομαι, ξεχνάω και θυμάμαι, ο χρόνος παίρνει μια διαφορετική μορφή από τη συνηθισμένη, περνάει γρήγορα αλλά και αργά, οι στιγμές τεντώνονται και γεμίζουν με έναν αναπάντεχο τρόπο. Το μυαλό σιωπά και το ένστικτό κυριαρχεί. Όλα κινούνται αρμονικά σε μια σαγηνευτική ροή που με καθοδηγεί, γίνομαι ένα με το εδώ και τώρα. Κύριος εμπνευστής της θεωρίας της ροής ήταν ο Mihaly Csikszentmihalyi. Ουγγρικής καταγωγής ψυχολόγος και συνιδρυτής της θετικής ψυχολογίας μαζί με τον Martin Seligman. Αφιέρωση τη ζωή του στην απάντηση ενός απλού αλλά και περίπλοκου ερωτήματος, «Τι απαρτίζει μια ευτυχισμένη ζωή;» Ο Csikszentmihalyi άρχισε να ενδιαφέρεται για τη έννοια που αργότερα ονομάστηκε, ροή, τα τελευταία χρόνια της φοίτησης του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο το 1960. Παρακολουθώντας καλλιτέχνες να ζωγραφίζουν στο στούντιο τους. Γοητεύτηκε από την ικανότητα τους να ξεχνούν τα πάντα κατά τη διάρκεια της δουλείας τους, την μοναδική συγκέντρωση τους, αλλά και την επιμονή τους να συνεχίσουν να ζωγραφίζουν παρά την κούραση τους. Αυτό που του έκανε ακόμη περισσότερη εντύπωση ήταν ότι αφού τελείωναν ένα έργο τέχνης, αντί να το χαρούν, το άφηναν στην άκρη και άρχιζαν ένα νέο. Κατάλαβε ότι δεν τους ενδιέφερε ο τελειωμένος πίνακας καθαυτός, αλλά η εμπειρία της πλήρης βύθισης και απορρόφησης στην δημιουργική πράξη. Στα επόμενα χρόνια ο Mihaly Csikszentmihalyi συνέχισε την έρευνα του, μελετώντας πώς κάποιος μπορούσε να φτάσει στη κατάσταση της ροής. Γρήγορα ανακάλυψε ότι αυτή η ποιότητα όπου ονόμασε «flow» αφορούσε όλους τους ανθρώπους ανεξάρτητος επαγγέλματος. Όλοι περιέγραφαν με τον ίδιο τρόπο την συνθήκη αυτής της βέλτιστης εμπειρίας, ήταν σαν ένα ποτάμι που τους παρασύρει στην ροή του και ανέφεραν την ευχαρίστηση και την ολοκλήρωση που ένιωθαν κατά την εμπλοκή τους στην εκάστοτε δραστηριότητα. Έτσι, προέκυψε και το όνομα «ροή». Σε μια συνέντευξη του, όταν ρωτήθηκε τι εννοεί με τον όρο αυτό, απάντησε ότι ροή είναι το να βρίσκεται κανείς ολοκληρωτικά απορροφημένος σε μια δραστηριότητα, δίχως κάποιο άλλο κίνητρο ή στόχο πέρα από το να βρίσκεται στη διαδικασία της πράξης αυτής. Όταν αυτό συμβαίνει, το εγώ εξαφανίζεται. Ο χρόνος κυλάει ασυνήθιστα γρήγορα. Κάθε ενέργεια, κίνηση και σκέψη διαδέχεται αναπόφευκτα τη προηγούμενη, σαν να ένα κομμάτι τζαζ. Όλη η ύπαρξη συμμετέχει αρμονικά και όλες οι ικανότητες αξιοποιούνται στο έπακρο. Η ευτυχία ως ποιότητα και αίσθηση, είναι μια πολύ αφηρημένη έννοια. Όταν μιλάμε για αυτή, πολλές φορές δεν είμαστε σίγουροι τι είναι ή πως μπορεί να επιτευχθεί. Πολλά συναισθήματα, σκέψεις, αμφιβολίες, ενοχές μπαίνουν στη μέση και διαστρεβλώνουν την εσωτερική μας πυξίδα αλλά και διαίσθηση.  Κατά τον Csikszentmihalyi, η ευτυχία είναι μια εσωτερική κατάσταση του είναι και όχι κάτι που καθορίζεται από εξωτερικούς παράγοντες. Δεν είναι άκαμπτη και αδιάλλακτη. Αντιθέτως η υλοποίηση της ευτυχίας χρειάζεται αφοσίωση και προσπάθεια. Θεώρησε ότι πέρα από τα «καθορισμένα» επίπεδα ευτυχίας του κάθε ανθρώπου, υπάρχει ο χώρος όπου ο καθένας έχει την ικανότητα να ασκήσει έλεγχο ώστε να τη επιτύχει. Η ευτυχία δεν είναι κάτι προκαθορισμένο αλλά μπορεί να βελτιωθεί και να εξελιχθεί όσο μαθαίνουμε να βρισκόμαστε στη κατάσταση της ροής. Μέσω της ροής μπορούμε να ασκήσουμε έλεγχο στο περιεχόμενο της συνείδησης μας, πάρα να αφηνόμαστε και να παρασυρόμαστε παθητικά από εξωτερικούς παράγοντες. Όπως έγραψε και ο Στωικός φιλόσοφος Marcus Aurelius, «Αν πονάς από εξωτερικούς παράγοντες, δεν είναι αυτοί όπου σε ταράζουν, αλλά η δική σου κρίση ως προς αυτούς. Και έχεις την δυνατότητα να εξαλείψεις αυτή τη δύναμη που αφήνεις να ασκούν πάνω σου αυτή τη στιγμή» Οι καλύτερες στιγμές στη ζωή, συνήθως προκύπτουν όταν το μυαλό και το σώμα φτάνουν τα όρια τους σε μια εκούσια προσπάθεια να καταφέρουν κάτι δύσκολο αλλά που αξίζει τον κόπο αυτό. Η βέλτιστη αυτή εμπειρία επομένως, η ροή, η ευτυχία, είναι κάτι το οποίο μπορούμε να «δημιουργήσουμε»

Η θεωρία της ροής και της ευτυχίας – luna Read More »

Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου / Μέρος 2ο – Αναστασία αντωνακάκη

Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου, όταν ήταν πιο νέος, είχε γνωρίσει μια γυναίκα που δεν ήθελε να κάνει παιδιά. Την αγάπησε τόσο πολύ, που προσπάθησε κι αυτός να μην θέλει να κάνει παιδιά. Τελικά, δεν τα κατάφερε. Κι αυτό ήταν σίγουρα λογικό.  Δεν θα ήταν ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου αν δεν προχωρούσε με συνέπεια προς τον προορισμό του. Κι ο προορισμός του ήταν να γίνει πατέρας. Υπάρχει μεγαλύτερος προορισμός από αυτόν; Και να σας πω και κάτι άλλο; Αν δεν γίνει πατέρας ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου, τότε δηλαδή ποιος θα γίνει; Για τον Καλύτερο Άνθρωπο του Κόσμου δεν έχουν σημασία οι λέξεις, αλλά οι πράξεις. Όλοι το λένε αυτό. Αλλά Αυτός, το εννοεί κιόλας. Σπάνιο πράγμα το να εννοεί κάποιος αυτά που λέει. Είναι όντως λογικό ότι αυτός που εννοεί αυτά που λέει, είναι ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου.  Γι’ αυτό και είναι μόνον Ένας. Μια φορά, στο πάρκο της γειτονιάς Του, ήταν κάτι μεγάλα παιδιά που είχαν εγκλωβίσει σε μια γωνία ένα μικρό παιδί. Το παιδί μάλλον δεν έμοιαζε τόσο με το φύλο του ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, υπήρχε κάποιο ζήτημα από αυτά της ατζέντας με τον αόριστο κακό σκοπό. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου μπήκε μπροστά, για να το σώσει. Εδώ, δεν υπάρχει καμία ατζέντα. Τον Καλύτερο Άνθρωπο του Κόσμου, το μόνο που τον νοιάζει, είναι το δίκαιο. Και δεν είναι δίκαιο δέκα να δέρνουν έναν. Κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν είναι δίκαιο. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου παίρνει πάντα το μέρος του πιο αδύναμου. Κι αυτό, είναι σίγουρα το πιο δίκαιο. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου δεν ξέρει τι σημαίνει “επιτελεστικότητα”, “αναπαράσταση”, “πρωταρχική συσσώρευση”, “αποστασιοποίηση”, “αναπόφευκτο”, “ρους”. Λέει “δικηγόρος” και εννοεί “εισαγγελέας”, γιατί “αφού όλοι την ίδια σχολή τελείωσαν”. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου αγαπάει πολύ τις αμερικανικές ταινίες δράσης και την Marvel. Είναι δύο ξεχωριστές κατηγορίες, λέει. Φέτος το καλοκαίρι, ανυπομονούσε να βγει το Deadpool & Wolverine. Του αρέσουν και κάτι κορεάτικα θρίλερ – δηλαδή νομίζω πως τα λένε θρίλερ, δεν είμαι και τόσο σίγουρη – που μοιάζουν κι αυτά με αμερικανικά, αλλά έτσι κι αλλιώς τι δεν μοιάζει με αμερικανικό. Τώρα, δηλαδή, που το σκέφτομαι, μάλλον θα του άρεσε ο Bong Joon-ho. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου βαριέται το αρχαίο ελληνικό θέατρο – βαριέται το θέατρο γενικά, εδώ που τα λέμε. Συγκινείται με τις ταινίες του Μιγιαζάκι. Και θαμπώνεται από το φως της Επιδαύρου. Απλώς, δεν έχει τις λέξεις να το περιγράψει.  Γιατί, το ένα πράγμα που δεν έχει ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου, είναι οι λέξεις. Μόνο αυτό του λείπει. Κι αναρωτιέμαι εγώ, τώρα. Αν τις είχε τις λέξεις, θα ήταν άραγε Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου; Δηλαδή, μεταξύ μας τώρα – τώρα που δεν μας βλέπει κανείς, πείτε μου την αλήθεια: σας έχει φερθεί ποτέ καλά άνθρωπος που χρησιμοποιεί τις λέξεις “καταστολή”, “αγωνιστής”, “επαναπροσδιορισμός”, “προτσές”; Εφ’ ενός ζυγού, άμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες, ω άνδρες Αθηναίοι, ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος. Και στο κάτω-κάτω, μεταξύ μας τώρα – τώρα που δεν μας βλέπει κανείς, ας είμαστε ειλικρινείς. Όντως. Τι δικηγόρος, τι εισαγγελέας. Αφού, έτσι κι αλλιώς, την ίδια σχολή τελείωσαν.

Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου / Μέρος 2ο – Αναστασία αντωνακάκη Read More »

Το βιτρό και ο μύθος του γαιδαρου – Παρασκεύη Αλεπού

«Δεν μπορώ, όσο και να προσπαθώ δεν μπορώ να το κάνω τόσο όμορφο όσο  εσύ!» παραπονέθηκε η Κλεοπάτρα.  Η Κλεοπάτρα ήταν ένα κορίτσι δέκα χρονών που ζούσε με τον παππού και τον  μπαμπά της τα τελευταία δύο χρόνια, από τότε δηλαδή που έχασε τη μητέρα της. Ο  μπαμπάς της δούλευε σε μια εταιρία ως λογιστής και έλειπε τις περισσότερες ώρες  της ημέρας κι έτσι τον έβλεπε πολύ λίγο. Ο παππούς της είχε βγει στη σύνταξη μα  αγαπούσε τόσο πολύ τη δουλειά του που είχε μεταφέρει το εργαστήριο του στο  υπόγειο του σπιτιού. Ήταν ζωγράφος μα δεν ζωγράφιζε πάνω σε καμβά όπως όλοι  οι ζωγράφοι μα πάνω σε γυαλί, σε καθρέφτες και σε πορσελάνινα σκεύη. Ήταν το  χόμπι του τώρα πια.  Αγαπούσε πάρα πολύ τον παππού της και της άρεσε να τον βλέπει να  δημιουργεί κόσμους ολόκληρους πάνω στο γυαλί. Ήθελε τόσο πολύ να του  μοιάσει μα όσο και να προσπαθούσε, αυτά που έφτιαχνε ποτέ δεν ήταν τόσο  όμορφα κι ας της έλεγε πως είναι ό,τι ομορφότερο έχει δει.  «Κλεό μου, είναι υπέροχο!» τη θαύμασε ο παππούς που πάντα τη φώναζε  Κλεό.  «Όχι, δεν μ’ αρέσει!» αντέδρασε εκείνη. «Εσύ τα φτιάχνεις τόσο όμορφα,  πως τα καταφέρνεις;»  «Όσο προσπαθείς θα τα κάνεις όλο και πιο όμορφα. Τα όμορφα πράγματα  δεν γίνονται με την πρώτη προσπάθεια, θέλει υπομονή και επιμονή. Αν και  το λουλούδι που έφτιαξες είναι τόσο όμορφο που σχεδόν μυρίζω το άρωμα  του!»  «Όχι!» νευρίασε η Κλεοπάτρα και έσπασε το μικρό κομμάτι γυαλί στο οποίο  είχε φτιάξει το μικρό, στραπατσαρισμένο λουλούδι που της φαινόταν τόσο  άσχημο.  Ο παππούς σταμάτησε να ζωγραφίζει το καταπράσινο λιβάδι με τις ανθισμένες  αμυγδαλιές και την πλησίασε. Μάζεψε τα κομμάτια από το σπασμένο βιτρό και  ατάραχος της είπε.  «Δεν είναι σωστό να παρατάς τις προσπάθειες σου με την πρώτη δυσκολία,  όταν δυσκολεύεσαι να καταφέρεις κάτι, με το να το καταστρέψεις και μετά  να το παρατήσεις, το μόνο που θα κερδίσεις είναι να μην το καταφέρεις  ποτέ.»  Λέγοντας αυτά τα λόγια, έπιασε ένα μπουκάλι με κόλλα και ένωσε το σπασμένο  βιτρό. Ύστερα, πήρε τα χρώματα του κι άρχισε να τραβάει γραμμές, να φτιάχνει  σχήματα, ακαθόριστα σχέδια, σπείρες, μαιάνδρους και γεωμετρικά σχήματα  πίσω από το κακοσχεδιασμένο λουλούδι και ύστερα τα γέμισε με διάφορα χρώματα. Όταν τελείωσε, το κακοσχεδιασμένο λουλούδι ήταν ένα απόλυτα  ταιριαστό κομμάτι που φαινόταν σαν να αναδύεται μέσα από τα σχέδια και τα  σχήματα που είχε φτιάξει ο παππούς, ενώ τα σημάδια του σπασμένου γυαλιού  είχαν χαθεί σαν να μην έγιναν ποτέ.  Μαγεμένη η Κλεοπάτρα από το αποτέλεσμα, πήρε το βιτρό στα χέρια της.  «Είναι το πιο όμορφο πράγμα που έχω δει!» είπε με θαυμασμό. «Βλέπεις τι  εννοώ; Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να το κάνω αυτό!»  «Μα εσύ το έκανες!» απάντησε ο παππούς χαμογελώντας.  «Εγώ έκανα μόνο ένα άσχημο λουλούδι!»  «Ναι, μα αυτό που βλέπεις και σου αρέσει, δημιουργήθηκε από αυτό το  λουλούδι που εσύ αποκαλείς άσχημο!»  Η Κλεοπάτρα παραδόθηκε μη μπορώντας να δώσει στον παππού της να  καταλάβει πως εκείνη δεν ήταν ικανή να πάρει ένα άσχημο λουλούδι και να το  κάνει έργο τέχνης όπως έκανε εκείνος.  «Προσπάθησε να φτιάξεις κάτι άλλο! της είπε δίνοντας της ένα νέο κομμάτι  γυαλί και γύρισε στη δουλειά του.»  Η Κλεοπάτρα σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε τι θα μπορούσε να φτιάξει και τότε  θυμήθηκε ένα όνειρο που έβλεπε σχεδόν κάθε βράδυ.  Πήρε το μαύρο χρώμα και όπως μπορούσε σχεδίασε έναν κατάμαυρο γάιδαρο  με κόκκινα μάτια, κάτω από έναν μουντό σκούρο μπλε ουρανό χωρίς άστρα,  που η πορτοκαλί αύρα του ήλιου που δύει σχημάτιζε το περίγραμμα των  βουνών. Στα πόδια του γαϊδάρου υπήρχε ένα μικρό βουναλάκι σανό που από  μέσα ξεπρόβαλαν κομμένα ανθρώπινα μέλη και ο γάιδαρος μασούσε ένα μέρος  από αυτό το σανό.   Μόλις το τελείωσε, το κοίταξε και απογοητευμένη είπε.  «Δεν μ’ αρέσει, δεν μπορώ με τίποτα να φτιάξω αυτό που έχω στο μυαλό  μου!»  Τότε ο παππούς παράτησε πάλι τη δουλειά του και πήγε να δει τι είχε φτιάξει η  εγγονή του. Το αίμα του πάγωσε μπροστά σ’ αυτό που είδε. Ταραγμένος κάθισε  στην καρέκλα και σήκωσε το βιτρό για να το δει στο φώς.  «Που το έχεις δει αυτό Κλεό;» την ρώτησε στο τέλος.  «Στον ύπνο μου! Το βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ!»  «Τι βλέπεις δηλαδή;»  «Βλέπω ότι είμαι στο δωμάτιο μου το βράδυ και ξυπνάω από τα γκαρίσματα  ενός γαϊδάρου έξω στο δρόμο. Τότε σηκώνομαι και πάω στο παράθυρο και στην άκρη του δρόμου βλέπω έναν κατάμαυρο γάιδαρο με κόκκινα φωτεινά  μάτια, να μασάει σανό που μέσα έχει ανθρώπινα χέρια, πόδια και κεφάλια.  Τότε, ο γάιδαρος καταλαβαίνει ότι τον κοιτάζω και με κοιτάζει κι αυτός και  ύστερα αρχίζει να γκαρίζει δυνατά και μέσα από το στόμα του ακούγονται  ουρλιαχτά παιδιών, αλλά αυτό δεν μπόρεσα να το ζωγραφίσω, όπως δεν  μπόρεσα να ζωγραφίσω και τα χέρια που βγαίνουν από το στόμα του γιατί  τότε δεν θα φαίνεται το σανό.»  Ο παππούς την κοίταξε με το στόμα ανοιχτό μη μπορώντας να διανοηθεί αυτό  που του περιγράφει η εγγονή του.  «Από πότε το βλέπεις αυτό το όνειρο;» τη ρώτησε στο τέλος.  «Από τότε που πέθανε η μαμά και ήρθαμε εδώ.»  Ο παππούς κοίταξε ξανά το βιτρό σκεπτικός, μα η έκπληξη στο πρόσωπο του  ήταν ολοφάνερη.  «Κι όταν σε κοιτάζει ο γάιδαρος και γκαρίζει εσύ τι κάνεις;»  «Γυρίζω τρέχοντας στο κρεβάτι μου, κρύβομαι στα σκεπάσματα και μετά  ξυπνάω.»  «Και τι κάνεις όταν ξυπνάς;»  «Πηγαίνω στο παράθυρο και κοιτάζω αλλά δεν υπάρχει κανένας γάιδαρος κι  έτσι γυρίζω στο κρεβάτι μου και κοιμάμαι.»  «Και δεν φοβάσαι;»  «Στην αρχή φοβόμουν αλλά ήμουν μικρή. Τώρα ξέρω πως είναι μόνο ένα  όνειρο και δεν με νοιάζει!»  Η καρδιά της Κλεοπάτρας χτύπησε δυνατά όταν ένιωσε την ταραχή του παππού  της.  «Είναι κακό που το βλέπω αυτό παππού;» τον ρώτησε στο τέλος φοβισμένη.  Εκείνος έγνεψε αρνητικά κοιτάζοντας το υπερπέραν και ύστερα γύρισε και  την κοίταξε.  «Ξέρεις Κλεό, υπάρχει ένας μύθος που γεννήθηκε πριν πολλά χρόνια στην  περιοχή αυτή. Τον έχεις ακούσει;»  Το βλέμμα του έκρυβε μια ελπίδα. Η Κλεοπάτρα ένιωσε πως έλπιζε η απάντηση  να είναι, ναι, μα ο ίδιος ο παππούς την είχε συμβουλέψει κάποτε να μην λέει  ποτέ ψέματα.  «Όχι.» Απάντησε στο τέλος. Τότε ο παππούς άρχισε να της

Το βιτρό και ο μύθος του γαιδαρου – Παρασκεύη Αλεπού Read More »

Ντόροθυ, η μικρή νεράιδα – Λίτσα Στυλιανού

Μία φορά κι έναν καιρό σε χρόνια περασμένα σε μια κοιλάδα όμορφη που ΄μοιαζε μαγική πολλές νεράιδες ζούσανε γλυκά και μονιασμένα και είχαν όλες μια μορφή θαρρείς αγγελική   Δεν ήταν όμως ορατές στους πιο πολλούς ανθρώπους κανένας δεν κατάφερε ποτέ του να τις δει θα ΄πρεπε ναν καλόκαρδος και με ωραίους τρόπους και να χει μια ψυχή αγνή και αθώα σαν παιδί   Ολημερίς χορεύανε κοντά στο ποταμάκι τραγούδια λέγανε πολλά, σε γλώσσα ξενική  και τα μαλλιά τους χτένιζαν με χάρη και μεράκι και κάθε μια τους είχε μια δουλειά μοναδική    Και  μια νεράιδα σκεπτική, τρελή και σκανταλιάρα που Ντόροθυ  την έλεγαν κι ήταν η πιο μικρή ανάποδα εξύπνησε ένα πρωί του Μάη  γιατί η δουλειά της ήτανε πολύ κουραστική   Κάθε φορά που ένα παιδί έβγαζε ένα δοντάκι έτρεχε γρήγορα, μεμιάς, σχεδόν σαν αστραπή και μ’ ένα μαγικό ραβδί το έκανε αστεράκι και το ΄στελνε στον ουρανό να λάμπει από κει   Κι ύστερα πήγαινε κρυφά στο όμορφο κρεβατάκι εκεί που το παιδάκι αυτό κοιμότανε γλυκά κάτω απ’ το μαξιλάρι του άφηνε πετραδάκι πολύτιμο, αστραφτερό, κι έφευγε μετά Μα όλο αυτό το τρέξιμο την είχε εξαντλήσει βαρέθηκε τον κόσμο της τον τόσο μαγικό άλλη πορεία στη ζωή είπε θ’ ακολουθήσει και δεν το σκέφτηκε πολύ, της ήρθε ξαφνικό   «Μου φτάνουν πια τα δύσκολα», είπε αποφασισμένη «και από δω και στο εξής, θέλω να ζήσω απλά Δεν θέλω να μαι συνεχώς και πάντα κουρασμένη  ας είναι όλα εύκολα και καθημερινά»   «Ανέμελα να παίζω πια, κι ήρεμα να πετάω μαζί με όλα τα έντομα και τα μικρά πουλιά έτσι απλά, χωρίς σκοπό, τις μέρες να περνάω» και τίναξε με δύναμη τα μωβ της τα φτερά   Και για ν’  απαλλαγεί λοιπόν απ’ όλη τη μαγεία κι από το βάσανο αυτό, για πάντα να σωθεί το μαγικό της το ραβδί, δωράκι από τη θεία έψαχνε τρόπο για να βρει, να το ξεφορτωθεί   Πέταξε τότε μακριά κι έφτασε ως την πόλη κι άρχισε να παρατηρεί τα πάντα από ψηλά οι άνθρωποι βιαστικοί και κουρασμένοι όλοι περπάταγαν και κοίταγαν στο δρόμο χαμηλά   Και κάπου εκεί στον ουρανό, στην πόλης μες την μέση σταμάτησε και πέταξε λίγο πιο χαμηλά  το μαγικό της το ραβδί το άφησε να πέσει  κι εκείνο προσγειώθηκε στο χώμα απαλά Ένα χαμόγελο άστραψε τότε στο πρόσωπό της, και στην κοιλάδα επέστρεψε με κέφι και χαρά  το μαγικό της το ραβδί δεν ήταν πια δικό της κι όλο τον χρόνο είχε πια, να παίζει, να γελά   Κάθε της μέρα ήταν γιορτή, έπαιζε ως το βράδυ και κοτσιδάκια έπλεκε στα ωραία της μαλλιά και σαν ερχότανε ξανά το μαύρο το σκοτάδι τα αστεράκια μέτραγε στον ουρανό ψηλά   Μα ένα βράδυ δροσερό άκουσε μια φωνούλα σαν κλάμα, σαν παράπονο, σχεδόν ψιθυριστό σ’ ένα σπιτάκι εκεί κοντά, κοιμόταν μια μικρούλα που το δοντάκι έβγαλε, κι έκανε σαν μωρό   Η Ντόροθυ ταράχτηκε και σφίχτηκε η καρδιά της γιατί ήτανε ανέμελη αλλά χωρίς σκοπό   κανέναν δεν λογάριαζε κι έκανε τα δικά της  όμως της έλειπε πολύ να κάνει το καλό    «Το κοριτσάκι», λέει, «αυτό, πρέπει να το βοηθήσω αλλιώς δε θα μπορώ ξανά, καλά να κοιμηθώ το μαγικό μου το ραβδί πρέπει να πάρω πίσω και πού το πέταξα ευθύς πρέπει να θυμηθώ»    Πέταξε πάλι μακριά, μες την καρδιά της πόλης  έψαξε εδώ, έψαξε εκεί για να βρει το ραβδί και να που τα κατάφερε, πριν να νυχτώσει μόλις  και στο σπιτάκι της μικρής έφτασε στη στιγμή  Κι αφού έστειλε στον ουρανό ένα ακόμα αστέρι σκέφτηκε πως χρειάζεται κάποιον να τη βοηθά κι ευθύς εφώναξε κοντά έν’ άσπρο περιστέρι και του εξήγησε μεμιάς πώς έχει η δουλειά    «Πάνω απ’ τα σπίτια θα πετάς, και σαν ακούσεις κλάμα γύρω τριγύρω θα κοιτάς, δοντάκι για να βρεις θα ΄ρχεσαι αμέσως να με βρεις, κι ας είμαι με πιντζιάμα πετράδι αστραφτερό θα πας, κι ας είν η ώρα τρεις»     Το περιστέρι εδέχτηκε, έτσι κι αλλιώς πετούσε ολημερίς κι ολυνυχτίς χωρίς σταματημό κι από τότε η Ντόροθυ ευτυχισμένη ζούσε με γέλιο, κέφι και χαρά και με πολύ ρυθμό

Ντόροθυ, η μικρή νεράιδα – Λίτσα Στυλιανού Read More »

Ο μικρός Ορέστης και οι ιππότες δράκοι – Δομηνίκη Μαρκησία Ρουγγέρη

Ήταν αργά το απόγευμα όταν άκουσα τη μητέρα μου να φωνάζει. «Ορέστη, ώρα για ύπνο! Έλα να πλύνεις τα δόντια σου!».  Πόσα πράγματα πρέπει να κάνεις πριν κοιμηθείς. Να μαζέψεις τα παιχνίδια σου, να  φορέσεις τις πιτζάμες, να πλύνεις τα δόντια… να… ακούσεις παραμύθια! Η μητέρα  μου κάθε βράδυ ανελλιπώς, πριν κοιμηθώ, μου διαβάζει παραμύθια ή μου αφηγείται  ιστορίες και το ταξίδι μου στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών ξεκινά… Συγύρισα  γρήγορα το δωμάτιό μου, φόρεσα τις πιτζάμες μου κι έτρεξα στο μπάνιο να πλύνω τα  δόντια… Σε λίγα λεπτά βρισκόμουν κιόλας ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου.  «Μαμά, είμαι έτοιμος για παραμύθι!», της φώναξα με ενθουσιασμό. Κι  αμέσως εμφανίστηκε στην πόρτα μου κι ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Είμαι σίγουρος  πως η ώρα του παραμυθιού είναι και για εκείνη «η δική μας στιγμή». «Τί καλό θα μου διαβάσεις σήμερα μαμά;».  «Λοιπόν, σήμερα λέω να μη σου διαβάσω κάτι. Αλλά να σου διηγηθώ…». «Είμαι όλος αυτιά!, της είπα κι αμέσως κούρνιασα στην αγκαλιά της. Κι όπως  όλα τα παραμύθια σίγουρα κι αυτό θα ξεκινούσε με το «Μία φορά κι έναν καιρό…».  Κάθε φορά νόμιζα πως θα άκουγα κάποιο παραμύθι γνωστό σε επανάληψη. Αλλά  πάντα η μητέρα μου κάτι άλλο είχε στο μυαλό της. Κι έτσι ξεκίνησε… «Μία φορά και έναν καιρό σε ένα δάσος μακρινό ζούσε…».  «Η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας και ο κακός ο λύκος!».  «Όχι, όχι».  «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι!».  «Όχι, όχι».  «Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ!».  «Όχι, όχι!».  «Τότε ποιος;».  «Άσε με να σου πω…».  «Καλά, σε αφήνω…».  «Μία φορά κι έναν καιρό σε ένα δάσος μακρινό ζούσε…».  «Τα τρία γουρουνάκια!».  «Όχι, όχι!».  «Η πεντάμορφη και το τέεεερας!».  «Όχι, όχι!».  «Ευτυχώς γιατί τα τέρατα με τρομάζουν… Πες λοιπόν έχω αγωνία…». «Μία φορά κι έναν καιρό σε ένα δάσος μακρινό ζούσε σε μία σπηλιά μία  οικογένεια δράκων… όπως η δική μας…».  «Είμαστε εμείς δράκοι και ζούμε σε σπηλιά;»  «Όχι, όχι. Αλλά είμαστε μία οικογένεια που ζει σε ένα σπίτι».  «Καλά, καλά, ας πούμε πως είναι έτσι…».  «Όλα τα ζώα του δάσους την εκτιμούσαν και ως τα πέρατα του κόσμου ήταν  ξακουστή κι αγαπητή…».  «Γιατί;».  «Ήταν πάντα ευγενικοί με όλους και βοηθούσαν όποιον είχε ανάγκη». «Σα τον μπαμπά μου δηλαδή!». «Ναι, σα τον μπαμπά σου… Μία μέρα αποφάσισαν να πάνε ημερήσια  εκδρομή στο δάσος με τους φίλους τους. Από νωρίς είχαν αρχίσει τις ετοιμασίες…  Κατιτίς για φαγητό, ένα τραπεζομάντηλο καρό και μπόλικο χυμό».  «Νερό;»  «Νερό θα έβρισκαν στου δάσους την πηγή, γάργαρο και δροσερό πολύ.  Ξεκίνησαν λοιπόν πολύ κεφάτοι κι όλο χαρά γεμάτοι. Σε όλη τη διαδρομή  τραγουδούσαν και δυνατά γελούσαν. Όμως εκεί που περπατούσαν, σε ένα σημείο,  είδαν ότι το έδαφος είχε υποχωρήσει. Μία μεγάλη ρωγμή είχε σχηματιστεί, πολύ  πιθανόν, από την προχθεσινή νεροποντή. Τα ζώα στάθηκαν ακίνητα μπροστά της και  κοιτούσαν μία τη ρωγμή μία το ένα τ΄ άλλο, απ’ την κορφή ως τα νύχια. Ήταν  ολοφάνερο τα μικρόσωμα ζωάκια δεν μπορούσαν να περάσουν απέναντι».  «Και τώρα τί; Πάει η εκδρομή; Γυρίσανε πίσω ή κατασκήνωσαν εκεί;». «Κάνε λίγο υπομονή! Τα ζώα προσπαθούσανε να βρουν μία λύση. Πρότειναν  πολλές, μα καμία δεν φαινόταν εφικτή και αποτελεσματική. Τότε ο δράκος είχε μία  ιδέα. Ευθύς έκανε το σώμα του γέφυρα και τα μικρότερα ζωάκια πέρασαν απέναντι.  Έτσι, κατάφεραν να συνεχίσουν το ταξίδι τους για το δάσος. Όταν έφτασαν στην πηγή,  ήπιαν γάργαρο νερό και στήσανε χορό. Λίγο πριν νυχτώσει, πήραν τον δρόμο της  επιστροφής. Σε όλη σχεδόν τη διαδρομή, τα μικρά ζωάκια χοροπηδούσαν χαρούμενα  και τραγουδούσαν. Ένα μικρό σκιουράκι, τα πείραζε και τα κυνηγούσε μα έτσι όπως  έτρεχε ανέμελο, έπεσε μέσα στη ρωγμή που είχε ξεχάσει πως ήτανε εκεί. Ο δράκος  όμως δεν έχασε λεπτό, αμέσως κρέμασε τη μακριά ουρά του στο κενό. Τότε, το μικρό  σκιουράκι γραπώθηκε απ’ αυτή και σώθηκε την τελευταία στιγμή. Άλλη φορά να  φανταστείς, είχε πέσει στο ποτάμι ένα κουνάβι. Κανένα ζωάκι δεν πλησίαζε να το  σώσει. Μονάχα κρατούσαν τις μύτες τους κλειστές για να σωθούν από τη μυρωδιά  και φωνάζαν όλα δυνατά! «Δράκε, δράκε είσαι εδώ; Έλα τώρα στο λεπτό! Το κουνάβι  πρέπει να σωθεί, γρήγορα να μην πνιγεί!». Κι ο δράκος έτρεξε όσο πιο γοργά  μπορούσε. Άπλωσε την μακριά ουρά του στο ποτάμι. Μεμιάς, το κουνάβι πιάστηκε  πάνω της σφιχτά κι ο δράκος το σήκωσε ψηλά. Στην όχθη το άφησε να τινάξει από  πάνω του το νερό κι όλα τα ζώα απ΄ τη χαρά τους στήσανε πάλι τον χορό. Το κουνάβι  είχε πια σωθεί κι ας το ‘χαν σίγουρο πως θα πνιγεί! Από στόμα σε στόμα, διαδόθηκαν τα κατορθώματα του δράκου ως τα πέρατα του κόσμου. Εκεί στην άλλη άκρη, ζούσε  ένας Βασιλιάς. Μόλις έμαθε όσα είχε καταφέρει ο δράκος τού έστειλε μία πρόσκληση  στο παλάτι. Ο δράκος και η οικογένειά του με μεγάλη χαρά και τιμή την αποδέχθηκαν  και ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Ακόμα δεν είχαν καλά καλά φτάσει στην πύλη, όταν  άκουσαν σαλπίσματα. Ο Βασιλιάς είχε ετοιμάσει μία γιορτή και για να τιμήσει τον  δράκο για όλα όσα είχε καταφέρει. Όταν η πύλη άνοιξε και μπήκαν μέσα, τα έχασαν…  Ολόκληρο το παλάτι ήταν σημαιοστολισμένο με ιππότες και στο κέντρο της αυλής  υπήρχαν στρωμένα τραπέζια με ένα σωρό καλούδια. Ο Βασιλιάς τούς πλησίασε  ακολουθούμενος από μία πομπή σαλπιγκτών.  «Αγαπητέ δράκε, χαίρομαι πολύ που αποδέχθηκες την πρόσκλησή μου. Σας  καλωσορίζω στο παλάτι μου», είπε ο Βασιλιάς.  «Μεγάλη μας τιμή», αποκρίθηκαν με μία φωνή ο δράκος και η δρακίνα, σύζυγός του, με ελαφρά υπόκλιση.  «Ακολουθήστε με», τους είπε. Όταν έφτασαν στο κέντρο της αυλής, οι  σαλπιγκτές σταμάτησαν. Ο Βασιλιάς γύρισε προς το μέρος του δράκου κι είπε… «Για την ανδρεία σου και τη σοφία σου, σε χρήζω «Ιππότη του δάσους».  Αμέσως όλοι οι καλεσμένοι ξέσπασαν σε δυνατό χειροκρότημα. Ο Βασιλιάς τού έδωσε κι ένα παράσημο βασιλικό, να το ‘χει πάντα κρεμασμένο στον λαιμό. Όλοι το  βλέπουν πια και καμαρώνουν που έχουν για φίλο τους έναν θαρραλέο και τιμημένο  δράκο! Πάντα πρόθυμο να τους βοηθήσει και στη δύσκολη στιγμή να μη λυγίσει! Περήφανη γι’ αυτόν ήταν κι η Δρακίνα που είχε για σύζυγο έναν σωστό ιππότη,  παράδειγμα προ μίμηση για τον μικρό τους γιό…».  «Είχαν κι εκείνοι γιό; Μα έχεις δίκιο μοιάζουμε σα δυο σταγόνες νερό!».

Ο μικρός Ορέστης και οι ιππότες δράκοι – Δομηνίκη Μαρκησία Ρουγγέρη Read More »

Το παιχνίδι της πεταλίδας – Καλλιόπη Παπαπδοπούλου

Θεατρικό Παραμύθι Ήρωες:  Άνθρωπος πεταλίδα Κεϋλάνη Παραμυθένια  Παιδιά   Μαμά με ζακέτα  Μαμάδες με ταπεράκια  Μπαμπάδες με νεράκια και λουλούδια  Νάσια, Ιπτάμενη Ταξιδιώτισσα  Μουσική επένδυση:  έναρξη, ενδιάμεσα και τέλος:  Andrea Vanzo, piano, Spring Ακούγεται μουσική και χαμηλώνει αρκετά ώστε να ακούγεται η Κανέλα.  Κεϋλάνη: «Καλώς ήρθατε στην παράσταση. Μικροί και μεγάλοι. Οι μικροί που βιάζονται να μεγαλώσουν και οι μεγάλοι που θέλουν νιώσουν πάλι παιδιά. Με λένε Κεϋλάνη, κατάγομαι από την εξωτική χώρα της Κανέλας. Η κανέλα της Κεϋλανης είναι η καλύτερη του κόσμου. Βοηθάει τον οργανισμό να έχει υγεία και ομορφιά. Η Παραμυθένια βάζει κανέλα στα γλυκά, στις σάλτσες ντομάτας ή φτιάχνει δροσερά ροφήματα με κανέλα και βότανα. Σε λίγο θα γνωρίσετε την Παραμυθένια και θα γίνετε ήρωες στο παραμύθι. Σηκώστε τις μύτες ψηλά και μυρίστε! Το άρωμα κανέλας  βρίσκεται στην ατμόσφαιρα. Το άρωμα μου, ξεκλειδώνει τις καρδιές. Ανοίγω την παλάμη, φυσάω και… γεμίζει ο αέρας κανέλα! Παραμυθένια έλα!» Παραμυθένια: «Μια φορά και ένα καιρό, στο μεγάλο βάθος του χρόνου, υπήρχε μια παραλία που σύχναζε ο Άνθρωπος πεταλίδα. Ο Άνθρωπος πεταλίδα κρατούσε μυστικό: Ήταν Άνθρωπος μα κανένας δε μπορούσε να δει ότι ήταν Άνθρωπος! Φοβερό!  Πήγαινε στην παραλία και καθόταν, άλλες φορές κοντά στη θάλασσα, άλλες φορές  μέσα στη θάλασσα και κάποιες στιγμές έξω στην άμμο. Κοντά στη θάλασσα, όσοι τον έβλεπαν, νόμιζαν ότι είναι βράχος γεμάτος πεταλίδες, μέσα στη θάλασσα νόμιζαν ότι ήταν σημαδούρα με πλήθος πεταλίδες επάνω της και στην άμμο, όταν τον εντόπιζαν, νόμιζαν ότι είναι βράχος με ξερές κολλημένες πεταλίδες.  Κανένας άνθρωπος δε μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν κι αυτός Άνθρωπος. Φοβερό! Να είσαι Άνθρωπος και να μη σε αναγνωρίζουν επειδή το σώμα σου είναι γεμάτο από πεταλίδες!  Ο Άνθρωπος πεταλίδα αγαπούσε την παραλία και τη φρόντιζε. Ήταν η πιο όμορφη παραλία, γιατί όταν ερήμωνε από κόσμο, ο Άνθρωπος πεταλίδα τραγουδούσε και τα στοιχεία της φύσης χαϊδεύανε την παραλία και αυτή από τη θαλπωρή που ένιωθε ετοίμαζε αρώματα, για το επόμενο πρωί, που θα πήγαινε ο κόσμος. Σσσσ. Κάντε ησυχία! Με την αρχή του παραμυθιού μπήκαμε όλοι στο βάθος του χρόνου, ταξιδέψαμε πολύ πολύ μακριά  και μπορούμε να δούμε τον Άνθρωπο πεταλίδα να τραγουδάει στην παραλία. Να τος! Τον βλέπετε; Μα φυσικά τον βλέπετε! Κάντε μόνο ησυχία να μην καταλάβει ότι τον καταλάβαμε και κλείσει η φωνή του, γιατί σας είπα… κρύβεται… σσσσ….  Κάθεται στην άκρη της θάλασσας, σα μικρό βουνό μοιάζει και είναι γεμάτος πεταλίδες! Κάντε ησυχία να ακούσουμε το τραγούδι του… σσσσ… σσσσ…. Άνθρωπος πεταλίδα:  «Παραλία Παραλία Νέα και ωραία ευκαιρία  Το τραγούδι για να πω Είναι η αγάπη  Ακριβό μου μυστικό  Παραλία  Παραλία Εσύ κι εγώ ίδια ουσία  Τόσοι άνθρωποι πατάνε  Την αυτονομία σου ζητάνε  Δώρο  αφήνουν τα σκουπίδια Βαριούνται να σε καθαρίζουν  Παραλία  Παραλία  Θα κυλήσω το κορμί μου Με τις πεταλίδες θα αγκυλώσω τα τσιγάρα  Τα χαρτιά  Τα αποφάγια Παραλία  Παραλία Εσύ κι εγώ  Ίδια ουσία  Αγαπημένη Παραλία  Το τραγούδι για να πω  Ακριβό μου μυστικό!» Παραμυθένια: Σσσσ. Εάν μας καταλάβει θα μείνει ακούνητος σα βράχος. Να, άρχισε να περπατάει!  Ακούστε τα βήματα. Πω πω! Περπατάει με τόσο κόπο, ακούτε τον ήχο; Μα φυσικά και τον ακούτε:   “χρατς, χρατς, χρατς”  Τρίζουν τα πόδια του στην άμμο και γύρω του σκορπούν πεταλίδες. Πω, πω! Πόσο βαριά περπατάει. “χρατς, χρατς, χρατς”  Σσσσ… κάντε ησυχία μην καταλάβει ότι τον καταλάβαμε.  Μισό λεπτό να πιώ λίγο νερό με κανέλα, γιατί δίψασα με το αλμυρό αεράκι που έρχεται, αχ, το νιώθετε; Μα βέβαια το νιώθετε, φυσάει τόσο ωραία απόψε στην παραλία και το κύμα πετάει σταγονίτσες στο πρόσωπο… αχ… να πιώ κανελλόνερο και θα σας αποκαλύψω πολλά ακόμη…    Ωχ. Παιδιά κουνιέται το αμμώδες έδαφος. Το νιώθετε; Μα φυσικά το νιώθετε αφού είμαστε παρέα στο παραμύθι. Ωχ. Με εντόπισε ο Άνθρωπος πεταλίδα… σσσς… σσσσς… Ωχ… με κατάλαβε… πλησιάζει… Ωχ… ακούτε τα δυνατά και βαριά βήματα;  Μα φυσικά τα ακούτε: «Χρατς, χρατς, χρατς» Σσσς…. Πλησιάζει… Α! Ανοίγουν οι πεταλίδες επάνω του και φαίνεται το στόμα του! Φαίνονται και τα μάτια του! Ω! Ο Άνθρωπος πεταλίδα πλησιάζει! Παιδιά! Παιδιά! Εδώ αρχίζει διάλογος! Το νιώθω ότι θα μου μιλήσει. Να! Έρχεται η ερώτηση και στην ερώτηση θα πρέπει να δώσω απάντηση και εσείς θα παρακολουθήσετε το διάλογο που θα αρχίσει… Να! Να! Αρχίζει:   Άνθρωπος  πεταλίδα: «Ποιά είσαι;»   Παραμυθένια: «εεεε… εγώ…εγώ λίγο νερό ήθελα να πιώ και…»   Άνθρωπος πεταλίδα: «Δεν ήθελες μόνο νερό, έβαλες και κανέλα, δεν ήξερες ότι η κανέλα θα φέρει διαστολή στις πεταλίδες μου και θα αγχωθώ;»   Παραμυθένια: «Συγγνώμη Άνθρωπε πεταλίδα, ούτε που σκέφτηκα, ότι η κανέλα δημιουργεί διαστολή στις πεταλίδες σας!»   Άνθρωπος πεταλίδα: «Ναι. Η κανέλα ανοίγει τις πεταλίδες μου… το άρωμα της είναι γλυκό… Χμμμ… για να σε δω! Από που ξεφύτρωσες; Εσύ δεν ανήκεις στο χοροχρόνο μου»   Παραμυθένια: «Ξέρετε… δεν είμαι μόνη μου, έχω παρέα,  υπάρχει ακροατήριο με παιδιά, που θέλουν να μάθουν την ιστορία σας…»   Άνθρωπος πεταλίδα: Καλύτερα να πάτε σε ένα άλλο παραμύθι. Πίνεις και νερό με κανέλα, ξεσηκώνεις τις πεταλίδες μου, ανοιγοκλείνουν τα πέταλα τους! Ταράζεις την ηρεμία μου»   Παραμυθένια: «Ε,τί να κάνω; Η κανέλλα αποτοξινώνει τον οργανισμό και βοηθάει την υγεία! Όταν έχω φάει παραπάνω παγωτά, για λίγες μέρες κάνω νηστεία, αποφεύγω τα γλυκά και πίνω νερό με κανέλα, για να βοηθήσω τον οργανισμό μου!»   Άνθρωπος πεταλίδα:  «Ο δικός μου, όμως, οργανισμός ταράζεται. Ορίστε, άνοιξαν οι πεταλίδες και αυτό μου προκαλεί σύγχυση. Φύγε»   Παραμυθένια: «Δε φεύγω. Για να ξεκίνησα ταξίδι στο παραμύθι σου κάποιος λόγος υπάρχει. Έστω για λίγο ακόμη, θα μείνω, πώς να φύγω χωρίς ένα αναμνηστικό; Χωρίς το δίδαγμα του παραμυθιού;»   Άνθρωπος πεταλίδα: «Τί είσαι; Από πού ήρθες; Τί θέλεις;»   Παραμυθένια: «Παραμυθένια, είμαι η Παραμυθένια! Έρχομαι από το μέλλον που εσύ κρύφτηκες για πολλά πολλά χρόνια και θέλω να μας πεις την ιστορία σου, δεν είμαι μόνη μου, υπάρχει ακροατήριο με παιδιά που αγαπάνε τα παραμύθια και ενδιαφέρονται να ακούσουν  την ιστορία σου! Δες πως κοιτάνε! Πόσο ήσυχα περιμένουν! Εσένα περιμένουν!»   Άνθρωπος πεταλίδα: «Εμένα;»   Παραμυθένια: «Φυσικά!»   Άνθρωπος πεταλίδα:  «Μα… Άσε με… πες τους να μη βλέπουν…»   Παραμυθένια:  «Πώς να μη βλέπουν; Αφού παρέα μπήκαμε στο παραμύθι που είσαι ο κυρίαρχος ήρωας!»

Το παιχνίδι της πεταλίδας – Καλλιόπη Παπαπδοπούλου Read More »

Το καρακαξάκι – Μάνος Αμπλιανίτης

Μια φορά κι ένα καιρό, σ’ ένα μικρό δασάκι, το οποίο κάποτε ήταν μεγαλύτερο και πιο παλιά ακόμα πιο μεγάλο, πάνω σ’ ένα απ’ τα πολλά κυπαρίσσια του, ένα ζευγάρι καρακάξες κοιτάζει με λύπη τη φωλιά του. Εκείνο το πρωί, προτού πετάξουν για να βρουν τροφή στα φρεσκοοργωμένα χωράφια της περιοχής, είχαν αφήσει πίσω τέσσερα μικρά πιτσιλωτά γαλάζια αυγά. Εκείνο το πρωινό οι δύο γονείς είχαν διαισθανθεί πως η ώρα που τα λεπτά τσόφλια θα ράγιζαν και θα φανερώνονταν τα μικρά χνουδωτά πουλάκια τους, ζύγωνε. Χωρίς να το πολυσκεφτούν άφησαν τη φωλιά τους αφύλακτη κι έφυγαν μαζί για να μαζέψουν μπόλικη τροφή, επειδή σύντομα τα μικρά τους πουλάκια θα έρχονταν στον κόσμο πεινασμένα. Το δάσος που έμεναν ήταν ήσυχο και εκτός από εκείνους πολλές άλλες οικογένειες από καρακάξες το είχαν επιλέξει για να μένουν, επειδή είχε πυκνά δέντρα, ήταν δροσερό και ήταν το σπίτι για πολλά έντομα και μικροσκοπικά ζωύφια. Παρότι λοιπόν το δάσος, τους παρείχε άφθονη τροφή, η μυρωδιά του φρεσκοανακατεμένου χώματος που έφτανε από τα κοντινά χωράφια τους είχε σπάσει τη μύτη και τους παρέσυρε. Ακόμα και οι γλάροι που προτιμούν να τρέφονται με ψάρια, την εποχή του οργώματος αφήνουν τους κοφτερούς κι απόκρημνους βράχους τους και ταξιδεύουν ίσαμε δω για να βρουν τους μεγάλους και ζουμερούς σκουλίκους που φέρνει στην επιφάνεια το υνί του αγρότη που ανοίγει την ξερή γη.  Η αλήθεια είναι πως από τη μέρα που η μητέρα καρακάξα είχε γεννήσει τα τέσσερα αβγουλάκια, οι δύο γονείς δεν είχαν αφήσει αφύλακτη τη φωλιά τους ούτε στιγμή. Πότε πήγαινε να φέρει τροφή ο ένας και πότε ο άλλος. Εκείνο το πρωί όμως έκαναν το λάθος να φύγουν και οι δύο, με αποτέλεσμα τώρα να κάθονται πάνω στη φωλιά τους και να αντικρίζουν λυπημένοι το ένα και μοναδικό αβγουλάκι που απέμεινε ατόφιο. Τα υπόλοιπα, για άγνωστο λόγο, ήταν σπασμένα, με τα τσόφλια ριγμένα μέσα στη φωλιά και τα μικρά πουλάκια να λείπουν.  Την ώρα που οι γονείς περίλυποι συνέχιζαν να κοιτάζουν το αποτέλεσμα που είχε προκαλέσει η απουσία τους, το αβγουλάκι που είχε μείνει άθικτο άρχισε να ραγίζει και τελικά να σπάει. Ένα μικρό άσχημο κεφαλάκι με ανοικτό το στόμα και κλειστά τα μάτια φανερώθηκε. Οι γονείς άφησαν την λύπη τους στην άκρη και ξεκίνησαν να βάζουν μικρά φρέσκα σκουλικάκια στο λαίμαργο στόμα που έχασκε. Λίγες μέρες αργότερα όλο το δάσος μπορούσε να ακούει τις φωνές του μικρού! << Δεν θέλω να φύγω από τη φωλιά! Πάει και τελείωσε!>> << Καλό μου παιδί έπρεπε ήδη να πετάς! Μα καλά δεν σ’ ενδιαφέρει να πας σε άλλα δέντρα, να κάνεις φίλους; Δεν θέλεις να πετάξεις πάνω από το δάσος να δεις πως φαίνεται από ψηλά;>> του έλεγαν οι γονείς του. << Δεν με ενδιαφέρει καθόλου σας λέω! Το μόνο που θέλω είναι περισσότερο φαγητό και παρακαλώ όχι πεταλούδες γιατί τις αγαπώ και μου αρέσει να τις βλέπω να πετούν. Α! Και κάτι άλλο… Με τη φωλιά τι θα κάνετε; Θα την μεγαλώσετε καθόλου;  Όταν γυρίζετε το βράδυ να κουρνιάσετε, στριμώχνομαι… >> Είδαν κι απόειδαν οι γονείς ότι ο γιός τους δεν έπαιρνε από λόγια κι αποφάσισαν πως είχε έρθει ο καιρός να του δώσουν ένα μάθημα. Τις επόμενες μέρες δεν θα περνούσαν από τη φωλιά τους για να του αφήσουν φαγητό και τα βράδια θα πήγαιναν για ύπνο σε ένα άλλο δέντρο εκεί κοντά. Είχαν φροντίσει επίσης να περάσουν κι από τις γειτονικές φωλιές που έμεναν άλλες καρακάξες και να τους ενημερώσουν για το σχέδιο που είχαν για να κάνουν τον γιό τους να πετάξει. Τους ζήτησαν λοιπόν να ρίχνουν που και που διακριτικά καμιά ματιά στη φωλιά τους, αλλά να μην βοηθούσαν σε καμία περίπτωση τον γιό τους.  Το πρώτο βράδυ το μικρό καρακαξάκι πίστεψε πως το σκοτάδι είχε πιάσει τους γονείς του κάπου στον δρόμο και για αυτό δεν είχαν έρθει. Τη δεύτερη μέρα άρχισε να ανησυχεί περισσότερο αλλά και να πεινάει καθώς λαίμαργο καθώς ήταν είχε φάει όλη την τροφή που υπήρχε στη φωλιά. Την τρίτη μέρα ανήσυχο, νηστικό και διψασμένο άρχισε να κρώζει όλη μέρα ζητώντας βοήθεια, μάταια όμως, καθώς κανένας γείτονας δε φάνηκε. Το πρωινό της τέταρτης μέρας, απελπισμένο πια, ανέβηκε στο χείλος της φωλιάς κι άρχισε να κρώζει με όλη του τη δύναμη, μέχρι που ζαλίστηκε, έχασε την ισορροπία του και άρχισε να πέφτει προς τα κάτω. Είδε το έδαφος να έρχεται κατά πάνω του και άρχισε δυνατά και άτσαλα να κουνάει τα φτερά του, μέχρι τελικά να καταφέρει τελικά να συντονίσει την κίνηση τους και λίγο πριν σωριαστεί φαρδύ πλατύ στο έδαφος να πάρει ύψος και να γραπώσει το πρώτο κλαδί που βρήκε μπροστά του. Η πρώτη του πτήση του φάνηκε αιώνας και πίστεψε πως είχε πετάξει πολύ μακριά. Πήρε μερικές ανάσες γιατί είχε λαχανιάσει από την προσπάθεια και γύρισε να δει που βρίσκονταν. Είδε στο απέναντι δέντρο τη φωλιά του και πάνω σε αυτή τους γονείς να έχουν ξεκαρδιστεί στα γέλια.  Αυτό ήταν! Το μικρό καρακαξάκι θα μπορούσε πλέον να ανακαλύψει τον κόσμο που μέχρι πρότινος αρνιόταν να γνωρίσει. Ήταν γλυκό το αίσθημα του πετάγματος!  Από ‘κείνη τη μέρα κι ύστερα σπάνια γυρνούσε στη φωλιά πριν νυχτώσει και συνέχεια δοκίμαζε νέες τακτικές πτήσης και τις αντοχές του. Σε μία από τις εξορμήσεις του σε ένα κοντινό άλσος σε ένα ψηλό δέντρο είδε να κάθεται ένας νεαρός κόρακας. Διψασμένο για παρέα και νέους φίλους το μικρό καρακαξάκι πέταξε προς τα εκεί και κάθισε δίπλα του.  << Ε φίλε! Καλημέρα>> Ο μικρός κόρακας δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει. <<Ωραία μέρα σήμερα>> <<Καλή είναι…>> του αποκρίθηκε ανόρεχτα ο κόρακας. <<Θες να γίνουμε φίλοι; Μένω με τους γονείς μου στο διπλανό δάσος με τα κυπαρίσσια, έχεις έρθει ποτέ;>> <<Έχω έρθει και τι μ’ αυτό;>> <<Σου άρεσε; Θέλεις να ξανάρθεις να δεις και το σπίτι μου;>> <<Μπα δεν νομίζω… Μου αρέσει περισσότερο το δικό μας δάσος>> Το καρακαξάκι κατάλαβε ότι ο μικρός κόρακας δεν ήταν πολύ φιλικός όμως επέμεινε. <<Οι γονείς μου βρίσκουν τα καλύτερα έντομα του δάσους. Μου είπαν ότι αύριο θα φάμε ζουμερές ακρίδες. Θέλεις να έρθεις να φας μαζί μας;>> Ο μικρός κόρακας γύρισε το κοίταξε και του είπε με

Το καρακαξάκι – Μάνος Αμπλιανίτης Read More »

Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα – Μαρία Θωμαΐδου

΄΄Ηρθε η στιγμή,παιδιά ετοιμαστείτεεεεε΄΄ , φώναξε ο Αστεράτος, το χαρούμενο, λαμπερό αστέρι ,καμαρωτός- καμαρωτός ο αρχηγός των στολιδιών! Και πώς να μην καμαρώνει άλλωστε , αφού κάθε χρόνο τον τιμούν με την πιο όμορφη, πανοραμική θέση ,την κορυφή! ΄΄Χέι, ποιος με έσπρωξε; Χέι εκεί πίσω, τι νομίζετε πως κάνετε παιδιά ;΄΄ γκρίνιαξε ο παππούς Μπαλίτσας, το γηραιότερο στολίδι της στολιδοκοινότητας. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο μπάρμπα Χρήστος το αγόρασε από την παραδοσιακή χριστουγεννιάτικη αγορά της Βιέννης. Στρογγυλό , κατακόκκινο, με μια ωραία χρυσαφιά κλωστή ,έλαμπε από μακριά ! Παρά τα χρονάκια του, ο παππούς Μπαλίτσας βάζει κάτω πολλές νεώτερες μπάλες!                                                    ΄΄το πάν σε αυτήν ζωή είναι να μπορείς να αντέχεις, να αντέχεις και να αντιμετωπίζεις την κάθε δυσκολία με δύναμη, υπομονή, αισιοδοξία και με χαμόγελο ΄΄ , έλεγε , ΄΄ κοιτάξτε εμένα χαχαχα…΄΄ και κουνιόταν πάνω κάτω.  Το αγαπούσε πολύ αυτό το στολίδι ο  μπάρμπα Χρήστος ,όχι μόνο επειδή ήταν το αρχαιότερο στολίδι του και που είχε κατορθώσει να μην σπάσει τόσα χρόνια παρά τις δυσκολίες, αλλά και επειδή του θύμιζε πολλά. Αναμνήσεις γλυκές, γεμάτες ζεστασιά , γεμάτες Αγάπη. Του θύμιζε την γυναίκα του που καιρό τώρα την είχε χάσει από την ΄΄κακιά΄΄ ασθένεια και τα παιδιά του την Αννούλα και τον Μανωλάκη, γιατροί και οι δύο ,μετανάστες στην Αμερική, χρόνια έχουν να έρθουν στην πατρίδα και να περάσουν αυτές τις άγιες μέρες μαζί με τον πατέρα τους. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που ο μπάρμπας Χρήστος κάθε Χριστούγεννα είναι θλιμμένος! Μόνος, με μοναδική παρέα το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα στολίδια του! ΄΄…κουκλάκιααααα μου στις θέσεις σας,βγαίνουμεεεεε, βλέπω Φώς…΄΄είπε η Φτερωτούλα. Παράξενο όνομα έτσι; Στρογγυλή, γεματούλα κόκκινη μπάλα που πάνω της ήταν κολλημένα μικρά όμορφα φτερά, θαρρείς και θα πετάξει από κλαδί σε κλαδί. Παρεϊτσα της και άλλες  τέσσερις ολόιδιες πιο μικρές μπαλίτσες. ΄΄…για να δώ και εγωωώ….΄΄ φώναξε η Χρυσαφένια ,η τσαχπίνα χρυσαφιά γιρλάντα, ΄΄καλέ αφήστε με να περάσω και εσύ αλογάκι, πρόσεχε μην με πατήσεις, δεν θα΄θελα να βγώ τσαλακωμένη, χμ γιατί ξέρετε χωρίς εμένα δεν θα υπάρξει ομορφιά σε αυτό το δέντρο!…΄΄ Ναι ναι, καλά καταλάβατε η χρυσή γιρλάντα , όχι μόνο ήταν η τσαχπίνα της παρέας , μιας που με τα κουνήματα της στόλιζε όλο το δέντρο, αλλά ήταν και νάρκισσος. Θεωρούσε τόσο όμορφο τον εαυτό της που αρκετές φορές γινόταν αγενής! ΄΄….σιγά τσαχπινογαργαλιάρα μου…΄΄ ακούστηκε μια αργή βραχνιασμένη φωνή , ΄΄…ας μην ανάψω εγώ  όλες τις σειρές μου και να δώ μετά πως θα κοκορεύεσαι…χαχαχα΄΄ γέλασε δυνατά ο Λαμπίκος το μεγάλο καλώδιο με τα πολύχρωμα λαμπάκια. Είχε και μηχανισμό που αναβόσβηναν και μαζί με αυτόν γέλασαν και όλα τα στολίδια μαζί.                                                  Τα επτά ξύλινα αλογάκια, αγορασμένα από ένα χριστουγεννιάτικο παζάρι στην Στοκχόλμη , τα πέντε ξύλινα στρατιωτάκια , ΄΄οι γερμανοί ΄΄, όπως τους φώναζε ο μπάρμπα Χρήστος και τα οποία  τα είχε αποκτήσει πριν πολλά χρόνια  προπαραμονές Χριστουγέννων στην χιονισμένη Νυρεμβέργη, (παλαιότερα ταξίδευε πολύ η οικογένεια του μπάρμπα Χρήστου) , τα τέσσερα πολύχρωμα τυμπανάκια με καταγωγή την χριστουγεννιάτικη αγορά της Πράγας, καμιά δεκαπενταριά κόκκινες μπαλίτσες και μικρά χρυσά αστεράκια.Τα τέσσερα αγγελάκια , ξύλινα και αυτά προσπάθησαν να κρατήσουν ένα επίπεδο, αλλά ξέρετε τώρα στα κρυφά γέλασαν και αυτά!                                                  Είπαμε η οικογένεια του μπάρμπα Χρήστου ταξίδευε πολύ παλαιότερα , κυρίως Χριστούγεννα , έτσι λοιπόν όλο και κάποιο στολιδάκι θα βρισκόταν στις αποσκευές τους στον γυρισμό , σουβενίρ από κάποιο όμορφο χιονισμένο παζάρι. Στην στολιδοκοινότητα υπήρχαν και πολλά άλλα φυσικά στολίδια , κανέλες , αποξηραμένα μήλα και πορτοκάλια, κάστανα, φουντούκια, καρύδια…Πολλά και ξεχωριστά στολίδια, με διαφορετική καταγωγή το κάθε ένα, διαφορετική κουλτούρα και παραδόσεις, ήθη και έθιμα. Ξεχωριστά , άλλα πιο χρωματιστά , άλλα πιο φανταχτερά, άλλα πιο απλά, άλλα φασαριόζικα, άλλα ήσυχα …Όλα όμως μια όμορφη παρέα που ζούσαν στην στολιδοκοινότητα , με αρμονία, με ηρεμία και με σεβασμό  στην διαφορετικότητα ! Ήταν όλα στολίδια ! Πανέμορφα , ξεχωριστά, διαφορετικά, λαμπερά στολίδια! Όπως άλλωστε  και εμείς οι άνθρωποι! Ζούμε σε διαφορετικά σημεία της Γής, όλοι διαφορετικοί, όλοι ξεχωριστοί, όλοι πανέμορφοι , όλοι μοναδικοί , όλοι λαμπεροί και το μόνο που πρέπει να κάνουμε τι είναι ; Να ζούμε όπως και τα στολίδια , αρμονικά και με σεβασμό για τον διπλανό μας! Χρίτς –χράτς-χρούτς  και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά από τις κούτες το γνώριμο αυτό χαμογελαστό, γαλήνιο, ήρεμο πρόσωπο του μπάρμπα Χρήστου. Πόσο του άρεσε να στολίζει το δέντρο, να τοποθετεί με στοργή και με απόλυτη προσοχή ένα- ένα τα στολίδια και να τραγουδά παράλληλα ΄΄άγια νύχτα σε προσμένουν..΄΄ Πρώτα έβγαλε προσεκτικά το δέντρο, το άνοιξε, το έστησε και άπλωσε τα φουντωτά κλαδιά του. Έτοιμος Ο Δεντρούλης, ένα πανέμορφο φουντωτό και πυκνό δέντρο, θα νόμιζε κανείς πώς ήταν αληθινό! Ανάσανε βαθειά καθώς ήταν χαρούμενο και ξεκούραστο και τους καλωσόρισε όλους με μια βαθιά υπόκλιση.  Βλέπετε  ξεκουράστηκε έναν ολόκληρο χρόνο και περίμενε με υπομονή τους φίλους του από την στολιδοκοινότητα! Αφού όλα τα κουτιά τοποθετήθηκαν γύρω γύρω από το δέντρο,ο μπάρμπα Χρήστος ξεκίνησε και ένα ένα έπαιρνε την νέα του θεσούλα  με χαρά .Κάθε χρόνο και σε διαφορετική θέση, για να μην έχει κανένα στολιδάκι παράπονο.  Το τραγούδι είχε αρχίσει, όλα μαζί καθώς είχαν ζεσταθεί από τα πυκνά κλαδιά του Δεντρούλη και το θερμό γεμάτο στοργή χεράκι του μπάρμπα Χρήστου τραγουδούσαν το ΄΄Αχ ‘Ελατο, αχ έλατοοο ΄΄  Ο μπάρμα Χρήστος δεν τα άκουγε φυσικά, που να καταλάβει την στολιδογλώσσα, αυτό όμως που θα μπορούσε να καταλάβει είναι την χαρά τους, την χαρά τους που δεν ήταν πια κλεισμένα σε ένα κουτί αλλά εκεί καμαρωτά καμαρωτά να ομορφαίνουν τον Δεντρούλη! Αυτό  ήταν και το νόημα της ζωής των στολιδιών, να εκπέμπουν ομορφιά, ζεστασιά και χαρά! Αυτό δεν είναι εξάλλου κ το νόημα των Χριστουγέννων ; Ζεστασιά, Χαρά , Αγάπη… Η Φάτνη ήταν φτιαγμένη από ξύλο βελανιδιάς σε σχήμα κουφάλας, σαν μια μικρή ξύλινη σπηλιά , σκαλισμένη με προσοχή, με μπόλικο τεχνητό χορτάρι και άχυρο , με αρκετό

Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα – Μαρία Θωμαΐδου Read More »

Το αγόρι και η χήνα – Γιώργος Αρώνης

Μία φορά και έναν καιρό ένα αγόρι, ο Λίαμ, ζούσε μαζί με την μητέρα  του σε μια από τις ομορφότερες πόλεις της Γαλλίας, στο Παρίσι. Εκεί ζούσε πλουσιοπάροχα σε ένα μεγάλο σπίτι έχοντας ότι επιθυμούσε. Η  μητέρα του, η Ολίβια, είχε μια δίκη της επιχείρηση, ένα βιβλιοπωλείο,  από τα πιο δημοφιλή του Παρισιού. Δούλευε καθημερινά σε αυτό το  βιβλιοπωλείο προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομικά τον γιο της  ώστε να μην του λείπει ποτέ τίποτα. Όταν έλειπε η μητέρα του από  το σπίτι, τον πρόσεχε η υπηρέτρια του σπιτιού, η Ιζαμπέλα. Πολλές  φορές εκείνη φρόντιζε για την καλή αγωγή και για την σωστή  συμπεριφορά του μικρού Λίαμ, αν και εκείνος δεν έδειχνε να  κατανοεί καθώς δεν ενδιαφερόταν τόσο για τους καλούς τρόπους,  αλλά έδινε περισσότερη σημασία στο χρήμα.  «Τι να σου κάνουν η καλοσύνη και οι καλοί τρόποι αν δεν είσαι  πλούσιος;», της έλεγε απορημένος.  «Το παν στην ζωή δεν είναι το χρήμα μικρέ μου Λίαμ!», του θύμιζε  συνεχώς η Ιζαμπέλα.  Εκείνη την στιγμή, το αγόρι είδε από το παράθυρο την μητέρα του να  φτάνει εξαντλημένη από την δουλειά. Η μητέρα μπήκε στο σπίτι με  το χαμόγελο κρατώντας ένα γράμμα. Ήταν από τον πατέρα της, τον  Μπέντζαμιν που έγραφε ότι τους περιμένει με χαρά στο σπίτι του στο  Μοντρέσορ. Η μητέρα τότε σκέφτηκε πως θα ήταν μια ευκαιρία για  τον Λίαμ, περνώντας λίγο χρόνο οικογενειακά με τον παππού του,  ίσως θα καταλάβαινε πόσο σημαντική είναι η αξία της οικογένειας.Ο  μικρός Λίαμ φάνηκε ενθουσιασμένος που θα γνώριζε τον παππού του  και την επόμενη μέρα ετοίμασαν βαλίτσες για το Μοντρέσορ.   Φτάνοντας στο χωριό Μοντρέσορ, κατευθύνθηκαν προς την πλατεία  του χωριού, όπου εκεί θα τους περίμενε μια άμαξα και θα τους  πήγαινε στο σπίτι του παππού Μπέντζαμιν. Αφού έφτασαν στην αυλή  του σπιτιού, είδανε ένα τεράστιο αρχοντικό που ήταν πέντε φορές  μεγαλύτερο από το σπίτι τους γεμάτο υπηρέτες. Ο παππούς  Μπέντζαμιν καθόταν ήσυχος στην πολυθρόνα του δίπλα στο τζάκι και  περίμενε.   «Παππού, παππού!», φώναζε ο Λίαμ και τότε ο παππούς Μπέντζαμιν  συγκινημένος τον είδε και τον αγκάλιασε.  «Χαίρομαι τόσο που σε βλέπω Λίαμ! Πέρασαν πολλά χρόνια, αλλά  τόσο καιρό έλειπα σε μακρινά ταξίδια λόγω δουλειάς.», είπε ο  Μπέντζαμιν στον μικρό, αν και ο Λίαμ δεν έδινε σημασία στα  λεγόμενα του, απορροφημένος από τα ακριβά και σπάνια πράγματα  που έβλεπε γύρω του.  Η Ολίβια συγκινημένη, καθόταν σε μια γωνιά και έβλεπε τον παππού  Μπέντζαμιν μαζί με τον μικρό να του λέει ιστορίες με τις περιπέτειες  του στο εξωτερικό. Κάποια στιγμή φτάνει μια άμαξα έξω από την  αυλή του σπιτιού. Ο Λίαμ βλέπει έξω από το παράθυρο να έρχεται μια  γυναίκα φορώντας ακριβά ρούχα και κοσμήματα. Στο σπίτι είχε  φτάσει η θεία Ντριζέλντα, η μεγάλη αδερφή της Ολίβιας και η κόρη  του κυρίου Μπέντζαμιν. Άνοιξε την πόρτα με δύναμη, και άρχισε να  δίνει διαταγές σε όλο το υπηρετικό προσωπικό. Η θεία Ντριζέλντα κοιτούσε συνεχώς με στραβό μάτι τον μικρό Λίαμ. Όταν ο παππούς  και ο Λίαμ είχαν βρεθεί μόνοι τους, άρχιζαν να συζητάνε.  «Ξέρεις Λίαμ, θα μου άρεσε αν μένατε εδώ με την μητέρα σου. Θα  έχουμε και τον χρόνο να γνωριστούμε καλύτερα, τι λες;» «Αν μείνω όμως εδώ, όλα αυτά θα είναι δικά μου;», τον ρώτησε  ενθουσιασμένος.  «Εννοείται μικρέ, θα σου αρέσει και ο μεγάλος κήπος με την χήνα  που έχω στην αυλή.», του είπε ο Μπέντζαμιν.  Εντωμεταξύ η θεία Ντριζέλντα καθόταν πίσω από την πόρτα και τους  άκουγε.  «Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, αν μείνει εδώ ο μικρός τότε η  περιουσία του Μπέντζαμιν θα γίνει δική του.» σκεφτόταν η  Ντριζέλντα θέλοντας να δράσει.   Όταν ο μικρός Λίαμ καθόταν έξω στον κήπο, ήρθε η θεία Ντριζέλντα  βάζοντας τον να καθαρίσει όλον τον κήπο. Μετά τις φωνές της θείας,  ο Λίαμ ξεκίνησε αμέσως το καθάρισμα. Μέσα στον κήπο ζούσε μια  γέρικη χήνα που τον λέγανε Μορίς. Ο Μορίς φρόντιζε τον κήπο μέχρι  που όταν είδε το ξένο αγόρι να πλησιάζει, τον έβαλε σε μπελάδες.  Έκανε συνεχώς σκανταλιές ξανά και ξανά μέχρι που γέμισε με λάσπες  όλον τον κήπο. Ο Λίαμ όταν είδε την χήνα να λερώνει τα πάντα,  άρχισε να την κυνηγά. Τρέχανε γύρω γύρω από την κήπο καταστρέφοντας όλα τα λουλούδια που υπήρχαν εκεί. Η μητέρα του  όμως βλέποντας την κατάσταση είπε:  «Λίαμ, εσυ τα έκανες όλα αυτά; Ντροπή σου!», και αμέσως έστειλε τον Λίαμ τιμωρία στο δωμάτιο του.  Το επόμενο πρωί, το αγόρι καθόταν στο δωμάτιο του και κοιτούσε  έξω από το παράθυρο. Ξαφνικά βλέπει κάποιος να μπαίνει στον κήπο με τα ζώα και να αρπάζει την χήνα. Ο Λίαμ απορημένος σκέφτηκε τι  μπορεί να συμβαίνει με αυτήν την χήνα. Βγήκε από το δωμάτιο του  και ακολούθησε αυτόν τον παράξενο κύριο που πήγαινε μέχρι το  μαγειρείο. Από τα ρούχα που φορούσε και τον μπαλτά που κρατούσε,  σκέφτηκε ότι είναι ο μάγειρας και ότι πρόκειται να μαγειρέψει την  χήνα. Ο μάγειρας έβαλε την χήνα σε ένα κλουβί στην αποθήκη μαζί  με τα υπόλοιπα πουλερικά. Ύστερα έκατσε στο σκαμπό του και πήρε έναν βαθύ υπνάκο φορώντας στο λαιμό του το κλειδί της αποθήκης.  Ο μικρός Λίαμ τότε σκέφτηκε πως ήταν κρίμα για την καημένη την  χήνα να την βρει ένα τέτοιο τέλος, ακόμη και για τις σκανταλιές που  έκανε στον κήπο. Γι αυτό έκρινε πως έπρεπε να την σώσει.  Χρησιμοποίησε λοιπόν το κοντάρι μιας σκούπας και προσπαθούσε να  βγάλει το κλειδί από τον λαιμό του μάγειρα χωρίς να τον ξυπνήσει. Αφού ο Λίαμ τα κατάφερε, πήγαινε με σιγανά βήματα προς την  αποθήκη. Άνοιξε την πόρτα, ξεκλείδωσε το κλουβί, πήρε αγκαλιά τον  Μορίς την χήνα, και έφυγε. Το ανοιχτό κλουβί όμως που υπήρχε  κρεμασμένο εκεί, έπεσε στο πάτωμα μαζί με αλλά πράγματα της  αποθήκης προκαλώντας έναν μεγάλο σαματά. Τότε ξύπνησε ο  μάγειρας και είδε το αγόρι μαζί με την χήνα να προσπαθούν να  ξεφύγουν.  «Γύρνα αμέσως πίσω παλιό ζιζάνιο!», φώναζε δυνατά ο μάγειρας  κυνηγώντας τον Λίαμ με τον Μορίς σε όλο το σπίτι.  Ο Λίαμ εν τέλη κατάφερε να ξεφύγει από την πίσω πόρτα του σπιτιού,  βγαίνοντας έξω στην αυλή. Ήταν τόσο τρομαγμένος που έτρεξε όσο  πιο γρήγορα μπορούσε, τραβώντας από το φτερό τον Μορίς στο  δάσος. Τρέχανε όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που κάποια στιγμή είχαν  χαθεί μέσα

Το αγόρι και η χήνα – Γιώργος Αρώνης Read More »

Η Μαγική Μελωδία ενός Κοχυλιού Και η Δημιουργία Ενός Μοναχικού χορού – Παναγιώτα Δόντα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Τότε που υπήρχαν μόνο αστέρια χωρίς ίχνος ανθρώπινης ζωής, κάπου στα περατά του ουρανού ένα μαγικό κοχύλι παίζει μια γλυκιά μελωδία από το μέλλον.  Πρώτη φορά που σε αγαπωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω και το ω φτάνει ως τα περατά του αστρικού σύμπαντος οπού ,δυο υπέρλαμπροι αστέρες , δυο γίγαντες του ουρανού καλοσυνάτοι, αγέρωχοι ερωτευμένοι ως τα μύχια της ψυχής τους ,ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν τρόπο να είναι μαζί όμως αλίμονο εάν πλησιάσουν πολύ ο ένας τον άλλον θα γίνουν αστερόσκονη.  Παιδιά δύο κομητών που πέθαναν στο ίδιο μέρος ,μόλις γέννησαν τα αστέρια τους. Από την  βαθιά θλίψη του θανάτου στην απολυτή ολοκληρωτική χαρά της γέννησης, της δημιουργίας δύο μοναδικών αστερίων του Αστέρη και της Μαλαματένιας. Από παιδιά μαζί λαχταρούν να βρεθούν ο ένας στο πλάι του άλλου. Αγαπάνε. Λατρεύουν ποθούν ο ένας τον άλλον όμως αλίμονο εάν πλησιάσουν ο ένας τον άλλον θα εξιλεωθούν. Ανεκπλήρωτος πόθος, ανάγκη για την αγάπη την συντροφικότητα τον σεβασμό όλα τα ωραία πράγματα που μας  κάνουν όλους χαρούμενους. Όσο περνάει ο καιρός τόσο  μεγαλώνει η αγάπη αλλά και η απελπισία τους. – Τι θα κάνουμε μην πλησιάζεις θα χαθείς . -Δεν αντέχω να μην σε έχω.  -Πρώτη φορά που σε αγαπώ πρώτη που σε λατρευωωωωωωωωωω. -Τι είναι αυτό Αστέρη; -Δεν ξέρω ψυχή μου όμως λειτουργεί σαν βάλσαμο στην ψυχή  -Έχει ρυθμό ε-να δυο τρία τέσσερα παύση πε-ντε έξι εφτά οχτώ και εννιά. Χόρεψε μαζί μου αγαπημένη χόρεψε.  Και χωρίς να το καταλάβουν πλησίασαν αρκετά εκστασιασμένοι από τον χορό ενωθήκαν έκαναν μια τελευταία εντυπωσιακή φιγούρα στροφή νομίζω την ονόμασαν αργότερα και έγιναν αστερόσκονη. Όμως ποιος χορός έβγαλε τόσο πόνο τόση έκσταση και τόση ολοκλήρωση. Ζεϊμπέκικος έτσι τον ονόμασαν στο μέλλον έτσι θα τον λεμέ και εμείς ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ Όμως ήταν δυνατόν το αδυσώπητο και αχανής συμπάν να αφήσει να χαθεί μια τέτοια αγνή και μοναδική αγάπη ; Φυσικά και όχι Η αστερόσκονη του Αστέρη και της Μαλαματένιας ταξίδευαν επί αιώνες προσπαθώντας να βρουν τις αδελφές ψυχές που θα τους ένωναν για πάντα . Όμως η αναζήτηση τους ήταν μάταιη .Ώσπου έφτασαν πάνω από την Θράκη στην Ελλάδα την εποχή οπού βασίλευε  ο  Μέγας Αλέξανδρος  στην Μακεδονία και την Θράκη. -Αστέρη τι συμβαίνει χάνομαι κάτι με τραβάει κάτω ,  αντίο αγαπημένε. -Μαλαματένια τι συμβαίνει χάνομαι και εγώ κρατήσου αγαπημένη. Όμως η μοίρα είχε βρει τις αδελφές ψυχές  που θα πήγαιναν ο Αστέρης και η μαλαματένια Η αστερόσκονη της Μαλαματένιας βρήκε καταφύγιο στην ψυχή της Καλλιστώς  αρχηγού μιας φυλής της Θράκης που κατοικούσε σε μια περιοχή που ονομάζονταν Λιβάδι πανέμορφος τόπος αγέρωχοι μοναδικοί εργατικοί  άνθρωποι αλλά το ζωνάρι τους μονίμως λυμένο για καυγά. Η αρχηγός τους η Καλλιστώ μια  κούκλα αγέρωχη γενναιά πρώτη στο σπαθί αρνιόταν πεισματικά να δήλωση υποταγή στον καθένα. Απέναντι  τους η περιοχή ονομαζόταν Βουνό. Αν τις έβλεπες από ψηλά φαίνονταν σαν μια περιοχή πανέμορφη , αρμονική τους χώριζε ένας ποταμός ο ανδρείος ήταν λες και κάποιος είχε πάρει ένα μαχαίρι και τους είχε κόψει στην μέση. Στο Βουνό κατοικούσαν το ίδιο πανέμορφοι άνθρωποι όμορφοι πράοι που φρόντιζαν μόνο για το καλό του τόπου τους αρχηγός τους ο Λέανδρος ένας ρωμαλέος άνδρας γενναίος υπερήφανος που αρνιόταν και αυτός την υποταγή εκεί κούρνιασε η ψυχή του Αστέρη. Ο Λέανδρος και η Καλλιστώ είχαν πολλά κοινά χαρακτηριστικά και πολλά κοινά βιώματα. Είχαν αγαπήσει, πονέσει και προδοθεί πολύ. Έπαψαν και οι δυο να πιστεύουν στην ομορφιά της ζωής. Είχαν κάνει μια άτυπη ανακωχή όμως αλίμονο εάν έστεκε γαϊδούρι περνούσε από το ένα μέρος στο άλλο . Γινόταν ο κακός χαμός. Όμως η μοίρα είχε αλλά σχέδια… Ο  Μέγας Αλέξανδρος,  έχει σχεδόν ετοιμαστεί για την εκστρατεία του . Έχει ετοιμαστεί ο στρατός οι προμήθειες το βοηθητικό προσωπικό όλα έτοιμα. Έχει χωρίσει την χωρά του σε τοπικά δουκάτα έχει βάλει δικούς του εμπίστους ανθρώπους στην κυβέρνηση έχει αφήσει και τον κατάλληλο στρατό.  Ωστόσο ,υπάρχουν και αυτοί οι δύο κουφιοκεφαλάκηδες που αρνούνται την υποταγή. Κάθε φορά που στέλνει αγγελιοφόρους ο ένας γυρνάει καλυμμένος με πίσσα και με πούπουλα και ο άλλος με μελί αλεύρι και σουσάμι. Αυτή η Καλλίστω τον καλλωπίζει  κιόλας λες και είναι χαλβάς ο άνθρωπος. Έξαλλος ο Μέγας Αλέξανδρος, αφού και οι 2 τελευταίοι αγγελιοφόροι του έχει περάσει μια βδομάδα και ακόμα να καθαριστούν. Φωνάζει τους συμβούλους τους. Αυτοί οι δύο θεοπάλαβοι το είχαν παρακάνει. Κινδυνεύαν να τιναχτούν όλα τα σχέδια του στον αέρα για δυο παρανοϊκούς, άκου πούπουλα και αλεύρι. Οι σύμβουλοι του τον συμβουλεύαν να τους αφανίσει όμως αυτό θα αποδιοργάνωνε και θα αποσυντόνιζε όλη την εκστρατεία . Αυτό δεν μπορεί να γίνει έλεγε ο Μέγας Αλέξανδρος. Πρώτον είναι και οι δυο λιοντάρια κρίμα να χαθεί τόση γενναιότητα και δεύτερον και πιο σημαντικό παράοροι εάν αφανίζω τα χωριά τους πως θα πολεμήσουν για μένα οι στρατιώτες που είναι και το πιο επίλεκτο μου τμήμα και κατάγονται από κείνα τα μέρη; Όλοι έσκυβαν το κεφάλι και ήταν μέσα στην απόγνωση. Εκείνο τον καιρό είχε προσέλθει στην αυλή του ένας Σαλαμίνος πανέξυπνος ονόματα Σκαρπέτος που πρότεινε στον Μέγα Αλέξανδρο το εξής: -Έχω να σου προτείνω το εξής έχω μαζί μου ένα μαγικό κοχύλι που βγάζει μια θεσπέσια μουσική εδώ έχω ένα βιβλίο που δείχνει τις φιγούρες αυτού του χορού,που το χορεύεις με αυτήν την μελωδία. -Προτείνω λοιπόν να τους διδάξουμε αυτόν τον χορό και να τους βάλουμε να διαγωνιστούνε φυσικά θα μάθουμε και σε άλλους όμως είμαι σίγουρος ότι κανένας δεν θα τους ξεπεράσει γιατί είναι και οι δυο τρομερά ανταγωνιστικοί και εγωιστές για να χάσουν. -Και πως είσαι σίγουρος ότι το μαγικό κοχύλι θα λειτουργήσει; Ρώτησε με αδημονία ο Μέγας Αλέξανδρος. -Θα σου διηγηθώ την ιστορία του : -Εγώ όπως όλοι γνωρίζετε κατάγομαι από την Κουλούρη ένα παραθαλάσσιο μέρος που βρίσκεται στην Σαλαμίνα. Η δουλειά μου ήταν έμπορος ψαριών και συνεργαζόμουν με τους καλυτέρους. Ένα  ξημέρωμα αφού είχα περάσει μια όμορφη νύχτα στην αγκαλιά μιας ζουμερής ζωντοχήρας βρέθηκα μπροστά σε ένα αλλόκοτο θέαμα άκουσα ένα κοχύλι να βγάζει μια μελωδία διαφορετική από τις άλλες .Συρματοπλέγματα βαριά ζώνουν την δόλια μου καρδιά. Και έναν άνθρωπο να χορεύει  με αλλόκοτα βήματα . Εκστασιάστηκα αφού τέλειωσε σήκωσε τα χεριά του ψηλά. Και μπήκε στην βαρκάτου και γύρισε με ένα

Η Μαγική Μελωδία ενός Κοχυλιού Και η Δημιουργία Ενός Μοναχικού χορού – Παναγιώτα Δόντα Read More »

Κύλιση στην κορυφή