Αναστασία Αντωνακάκη

Η Αναστασία είναι νέα συγγραφέας/σκηνοθέτης. Γράφει τις σκέψεις της, με αφορμή τον κινηματογράφο, το θέατρο και τον χορό. Είναι υποψήφια Διδάκτωρ για την Κίνηση και την Εικόνα. Της αρέσει να ασχολείται με πράγματα που δεν ξέρει. Και να συνδυάζει όλα αυτά που φαίνονται ασύνδετα. Την προβληματίζει το αδιέξοδο και η επιλογή. Πιστεύει ότι όποιος ψάχνει, βρίσκει. Αγαπάει πολύ την αλήθεια κι άλλο τόσο τα παραμύθια.

Ταξίδι Μιας Μεγάλης Νύχτας Μέσα Στην Μέρα – Αναστασία Αντωνακάκη

Έκανα τα πάντα για να μην γυρίσω στον φόβο μου. Φιλοξενήθηκα σε μουχλιασμένους τοίχους με εντομοκτόνα να απειλούν τον ύπνο μου – σκότωνα τα έντομα, για να μην μεταμορφωθώ σε αυτά. Κρεμάστηκα από μάγουλα ελαστικά σαν τις αρχές τους – επικαλέστηκα την αγάπη, μπας και μεταμορφωθώ σε αυτήν. Φόρεσα περούκες ξανθές και έκανα μπότοξ – έψαχνα την ειλικρίνεια, και τελικά μεταμορφώθηκα σε αυτήν. Δεν είμαι υπερήφανη για αυτό δεν κέρδισα κάτι δεν θα το συνιστούσα. – “Άφησε με να’ ρθω μαζί σου” παλιά νόμιζα ότι αυτό είναι ένα ποίημα ερωτικό τώρα πια ξέρω ότι απευθύνεται απλώς στον εαυτό. – Άφησα έναν εγκαταλελειμμένο ναρκομανή να με παρασύρει σε ταχύτητες θανάτου – με ρώτησε αν φοβάμαι. Του είπα όχι αλήθεια έλεγα – την ζωή φοβάμαι, όχι τον θάνατο. Περίμενα για ώρες μια παλιά φίλη να μου φέρει τα κλειδιά της – δίπλα σε κάτι λαμαρίνες, δεν υπάρχουν πια ούτε οι λαμαρίνες ούτε η φίλη. Έκανα μνημόσυνα σε πεζοδρόμια Φωνάζανε διάφοροι ότι αυτοί θα πούνε την τελευταία λέξη – αλλά αυτή δεν βγαίνει αν δεν έχεις περάσει έστω και ένα λεπτό μόνη σου με την ασχήμια σου. – “Άφησε με να’ ρθω μαζί σου” εκεί που έχει ένα διπλό κρεβάτι και προοπτική. – Κοιμήθηκα σε καναπέδες σκληρούς σε στρώματα χωρίς γοφούς – τα όνειρά μου ευτυχώς δεν πονούσαν. Έβγαλα πύρινους λόγους για αλλαγές κι αποκηρύξεις – ξέχασα ότι το άλφα στερητικό δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. Όσο πιο άγρια η χαρά τόσο πιο άγρια η πτώση κι όσο πιο – Βγήκα γυμνή στην αγορά προσπάθησα για την ελευθερία μου – απλώς τους τάισα αυτό που ήθελαν. Έκανα τα πάντα για να μην γυρίσω στον φόβο μου με τα ψηλά κάγκελα και τον λίγο ουρανό. Έκανα τα πάντα για να μην γυρίσω εκεί που δεν έχει αέρα που δεν έχει φωνή που δεν έχει αέρα. Εκεί που δεν έχει αέρα που δεν έχει αέρα δεν έχει αέρα. Δεν τα κατάφερα. Ίσως γιατί για να μην γυρίσω ποτέ ξανά στον φόβο μου πρέπει πρώτα να ζήσω μέσα σ’ αυτόν. Ναι, αυτό πρέπει να είναι. Ελπίζω να είναι αυτό. Θεέ μου, μακάρι να είναι αυτό. “Άφησε με να’ ρθω μαζί σου” πάρε με από δω –εκεί που έχει μουσική δυνατά όποτε θέλουμε. Ήρθε η ώρα να πάμε εκεί που έχει αέρα που έχει αέρα έχει αέρα. Έρχομαι μαζί σου. Επιτέλους. Αναπνέω.

Ταξίδι Μιας Μεγάλης Νύχτας Μέσα Στην Μέρα – Αναστασία Αντωνακάκη Read More »

Αυτή η Μέρα ( μέρος 2ο) – Αναστασία αντωνακάκη

Κι έτσι, όλοι οι άλλοι δεν σ’ αγαπούσανε κι έτσι ήταν το σωστό – αφού δεν αξίζεις ν’ αγαπηθείς – γι’ αυτό και τους αγόραζες. Αν τους αγοράζεις, όλοι σ’ αγαπάνε. Ξεκάθαρη συναλλαγή. Ξεκάθαρο όραμα. Ξεκάθαρα πράγματα. Ποια είσαι εσύ να το αρνηθείς αυτό; Ποιος αρνείται να τον αγοράσουν; Ποιος αρνείται να του κάνουν την ζωή πιο εύκολη; Επιλογή σου είναι, μου έλεγες. Η δυσκολία σου είναι επιλογή σου. Κι εγώ νόμιζα ότι μ’ αγαπούσες χωρίς όρους και όρια. Ναι, έτσι νόμιζα. Επιλογή σου είναι να νομίζεις έτσι, μου έλεγες. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Εσύ διαλέγεις να τα βλέπεις έτσι. Εσύ τα κάνεις όλα τραγικά. Κι εσύ που δεν τα κάνεις, γιατί έχεις να κοιμηθείς τρεις μέρες; Αυτό θα σε ρωτούσα, αν σου απαντούσα. Αλλά δεν σου απαντούσα ποτέ. Γιατί είχα τόση αγάπη να δώσω, που έφτανε και για σένα και για μένα. Κυρίως για σένα. Δεν σου απαντούσα ποτέ. Αντιπαθούσα πάντα την Μαλβίνα, μου φαινόταν αδιανόητο να κάνεις έτσι για την αγάπη. Μου φαινόταν απελπισμένη για αγάπη, πεινασμένη, λιμασμένη – και η απελπισία πάντα με απωθούσε. Τι ειρωνεία που, τελικά, σ’ αγάπησα με τον τρόπο της. Επιλογή σου είναι, θα μου έλεγες. Όταν πια εγώ άρχισα να σου απαντάω, τότε εσύ άρχισες να μου μιλάς λιγότερο. Επιλογή μου ήταν. Δεν με πειράζει τόσο που μια μέρα, απλώς σταμάτησες να μου μιλάς. Με πειράζει, μονάχα, που δεν με προετοίμασες λιγάκι. Που δεν σ’ ένοιαξε ούτε λίγο να κρύψεις την χρήση που μου έκανες. Το πώς μεταχειρίστηκες την ποίησή μου. Την κράτησες, μέχρι εκεί που σου ζέσταινε τα κρύα βράδυα σου στα βόρεια. Και μόλις νοτιέψανε τα βόρεια, η ποίησή μου σου ήταν πια άχρηστη. Είχαν ήδη περάσει χρόνια, κιόλας. Πάλι γκρινιάζεις, θα μου έλεγες. Κι έχεις δίκιο. Δεν έχει νόημα να μιλάω άλλο γι’ αυτό. Έτσι κι αλλιώς, οι σύζυγοι δεν στερούνται μαγείας. Στερούνται απόστασης. Δεν με πειράζει τόσο που μια μέρα, απλώς σταμάτησες να μου μιλάς. Με πειράζει, μονάχα, που δεν με προετοίμασες λιγάκι. Μου λείπει που ήξερες ποια είμαι. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Μου λείπει αυτό που νόμιζα. Και με πειράζει και κάτι ακόμη. Που νόμιζες πως θα σε περιμένω. Αν με ήξερες, θα ήξερες ότι δεν περιμένω. Θα ήξερες ότι, η στιγμή που με άφησες, είναι η ίδια εκείνη στιγμή που έφυγα. Ίσως, τελικά, αυτό που με πειράζει πιο πολύ απ’ όλα, είναι αυτό. Που νόμιζα λάθος. Ήμουν τόσο σίγουρη. Και πάντα είναι γελοία η σιγουριά. Νόμιζα λάθος. Δεν με ήξερες ποτέ. Μου λείπεις. Ξέρω ότι θα έρθει η μέρα που θα ξυπνήσω και δεν θα μου λείπεις πια. Και περισσότερο απ’ όλα, μου λείπει αυτή η μέρα. Η μέρα, που θα ξυπνήσω και δεν θα μου λείπεις πια.” Η Ω. έφτασε στο σπίτι του μαθητή της και χτύπησε το κουδούνι. Μπορεί το γράμμα να μην το έστειλε ποτέ, αλλά τουλάχιστον το έγραψε. Κάτι είναι κι αυτό. το 1o μέρος του γράμματος: https://pukkartstudio.com/ayti-i-mera/

Αυτή η Μέρα ( μέρος 2ο) – Αναστασία αντωνακάκη Read More »

Αυτή η Μέρα ( μέρος 1ο) – Αναστασία αντωνακάκη

Η Ω. περπατούσε στο υγρό πεζοδρόμιο και κοίταζε τα μικρά ουράνια τόξα που σχηματίζονταν στην διάρκειά του. Είχε λίγο ελεύθερο χρόνο, μέχρι να φτάσει στο επόμενό της μάθημα. Στον ελεύθερο χρόνο της, σκεφτόταν. Συνήθως, σκεφτόταν ό,τι ήθελε. Σήμερα, όμως, σκεφτόταν κυρίως ό,τι δεν ήθελε. Σκεφτόταν πόσο της λείπει. Και, όσο κι αν προσπαθούσε, σήμερα δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Σκεφτόταν ότι, αν μπορούσε, τώρα, αυτή τη στιγμή θα έγραφε ένα γράμμα. Που θα πήγαινε κάπως έτσι: “Μου λείπει να συζητάω μαζί σου τις ταινίες που βλέπω. Που ξέρω σε ποια σημεία γελάς και ποια σημεία βρίσκεις γελοία. Που ξέρω πού βρίζεις, πού χαίρεσαι και πού ελπίζεις. Μου λείπει να είμαι συνοδηγός σου – που ξέρω πώς παίρνεις τις στροφές, πότε χάνεις τον δρόμο, πώς σου φεύγει το χειρόφρενο. Μου λείπει να σε βλέπω να αλλάζεις προσωπικότητα όταν μπαίνεις στο αυτοκίνητο – και που εγώ ξέρω όλες σου τις προσωπικότητες.  Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Μου λείπει αυτό που νόμιζα. Μου λείπει που ήξερες ποια είμαι, που δεν χρειαζόταν να εξηγήσω τίποτα. Από πολύ νωρίς. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσω τίποτα. Μου λείπει που με φώναζες πριγκίπισσα και βανίλια, πριγκίπισσα βανίλια – με κορόιδευες, αλλά με αγαπούσες. Άλλωστε, αν δεν κοροϊδεύεις, δεν αγαπάς πραγματικά. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα. Ξέρεις, συχνά σκέφτομαι, ότι, μάλλον, όντως με αγαπούσες. Μπορεί και να με αγαπάς ακόμη. Εσένα, αυτός είναι ο τρόπος σου να αγαπάς. Κι εμένα μου έφτανε, τότε. Όμως, κανείς δεν χορταίνει για πάντα με τα ψίχουλα. Θα έπρεπε να το ξέρεις αυτό. Για μένα, τουλάχιστον, θα έπρεπε να το ξέρεις. Αν με ήξερες, θα το ήξερες. Μου σκότωνες την ποίηση. Έβαζες μπροστά μια λογική που ούτε εσύ την πίστευες. Αν την πίστευες, δεν θα έπινες κάθε βράδυ. Μου σκότωνες την τάξη. “Άμα είναι κανείς φτωχός και τουρτουρίζει, τους κακοφαίνεται των αλλωνών”, λέει ο Μπρεχτ. Δεν δέχτηκες ποτέ σου κανέναν που λυγίζει απ’ την φτώχεια. Η φτώχεια είναι επιλογή, έλεγες. Αν δεν αντέχεις να παλεύεις άλλο, απλώς διαλέγεις να είσαι αδύναμος. Πόλεμος είναι. Ο πόλεμος, άλλωστε, ήταν πάντα η φυσική σου κατάσταση. Μόνο εκεί έβρισκες τον εαυτό σου. Μόνο εκεί έβρισκες νόημα. Αν είναι να μην παλεύεις για κάτι, τι νόημα έχει; Βαθιά μέσα σου, ευχόσουν να ζούσες εσύ στην φτώχεια. Αν ζούσες στην φτώχεια, θα είχε πάντα νόημα η ζωή σου. Δεν θα χρειαζόταν άλλο πια να το εφευρίσκεις κάθε μέρα απ’ την αρχή. Θεέ μου, τόσο πλούσια η προσέγγισή σου. Μακάρι όλα τα πράγματα στην ζωή σου να’ ταν τόσο πλούσια, όσο οι προσεγγίσεις σου. Δεν άντεξες ότι είχα λιγότερα από’ σένα και έκανα περισσότερα από’ σένα. Κι όμως, έκανες τόσα πολλά πράγματα. Τόσα πολλά.  Αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετά για τους άλλους – για κείνους που πραγματικά σε πονούσε. Οπότε, δεν ήταν αρκετά και για σένα. Κι έτσι, όλοι οι άλλοι ήτανε καλοί, μέχρι εκεί που κατάφερναν λιγότερα από’ σένα. Κι έτσι, όλοι οι άλλοι δεν σ’ αγαπούσανε κι έτσι ήταν το σωστό – αφού δεν αξίζεις ν’ αγαπηθείς – γι’ αυτό και τους αγόραζες. Αν τους αγοράζεις, όλοι σ’ αγαπάνε. Ξεκάθαρη συναλλαγή. Ξεκάθαρο όραμα. Ξεκάθαρα πράγματα.” (συνεχίζεται…)

Αυτή η Μέρα ( μέρος 1ο) – Αναστασία αντωνακάκη Read More »

Η Δικαιοσύνη της Πτώσης – Αναστασία αντωνακάκη

Σταθμίστε το καλά αυτό, αγαπητέ κύριε. Ζούσα ατιμώρητος. Καμία ετυμηγορία δεν με αφορούσε, δεν βρισκόμουν στην σκηνή του δικαστηρίου, αλλά κάπου ψηλά κρεμασμένος, όπως εκείνοι οι θεοί που κατεβαίνουν κάθε τόσο με τη βοήθεια μιας μηχανής, για να μεταβάλουν τη δράση και να της δώσουν το πραγματικό της νόημα. Στο κάτω κάτω της γραφής, το να ζεις στα ψηλά αποτελεί τον μοναδικό τρόπο να σε βλέπουν και να σε χαιρετούν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Μερικοί απ’ τους καλούς μου εγκληματίες είχαν άλλωστε, σκοτώνοντας, προσεγγίσει το ίδιο συναίσθημα. […] Όπως πολλοί άνθρωποι, έτσι κι αυτοί δεν άντεχαν πια την ανωνυμία, κι η ανυπομονησία τούς είχε ίσως οδηγήσει, εν μέρει, σε δυσάρεστες ακρότητες. Για να γίνεις γνωστός αρκεί, εν ολίγοις, να σκοτώσεις την θυρωρίνα σου Οι δικαστές τιμωρούσαν, οι κατηγορούμενοι εξέτιαν την ποινή τους, κι εγώ, απαλλαγμένος από κάθε υποχρέωση, απαλλαγμένος τόσο από τη δικαστική κρίση όσο και από την τιμωρία, βασίλευα ανεμπόδιστα μέσα σ’ ένα παραδεισένιο φως. Τι σημασία έχει, στο κάτω κάτω; Μήπως τα ψέμματα δεν μας βάζουν τελικά στο δρόμο της αλήθειας; Κι οι ιστορίες μας, αληθινές ή ψεύτικες, δεν τείνουν όλες στον ίδιο σκοπό, δεν έχουν όλες το ίδιο νόημα; Οπότε, τι σημασία έχει αν είναι αληθινές ή ψεύτικες, αφού και στις δύο περιπτώσεις, είναι ενδεικτικές αυτού που υπήρξα κι αυτού που είμαι. Μερικές φορές, βλέπουμε πιο καθαρά στα λόγια εκείνου που βλέπει ψέμματα παρά στα λόγια του άλλου που λέει την αλήθεια. Η αλήθεια τυφλώνει όπως το φως. Απεναντίας, το ψέμα είναι ένα όμορφο λυκόφως που κάνει κάθε αντικείμενο να ξεχωρίζει. Τέλος πάντων, πάρτε το όπως θέλετε, αλλά με έχρισαν πάπα σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων. – Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από την “Πτώση” του Αλμπέρ Καμύ, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Νίκης Καρακίτσου-Ντούζε και Μαρίας Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν.

Η Δικαιοσύνη της Πτώσης – Αναστασία αντωνακάκη Read More »

Η Δικηγόρος – Αναστασία Αντωνακάκη

13 Μαΐου 2016 – 9:42 π.μ. Ο χρήστης Dorothy έγραψε: Μια φωνή μου τρυπάει τ’ αυτιά “είμαι άνεργη, τα παιδάκια μου πεινάνε, μια βοήθεια κυρία” – πάντα ζητάνε βοήθεια πρώτα απ’ τις κυρίες, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι πλατφόρμες τους φαίνονται πιο φιλάνθρωπες απ’ τα κοστούμια – δεν ξέρω αν λέει αλήθεια ή ψέμματα, ψέμματα θα λέει, θα’ ναι τσιγγάνα, πουτάνα, τεμπέλα, μπλεγμένη, βίαιη, αυτή φταίει, δεν φρόντισε να προφυλαχθεί, δεν κράτησε εκείνα τα χαρτιά, δεν είχε μαζέψει αρκετά έγγραφα για να τα αποδείξει, είναι ψεύτρα, αυτό σου μαθαίνει αυτή η δουλειά: όλοι λένε ψέμματα, κι επίσης, εσύ είσαι ο καλύτερος ψεύτης απ’ όλους. Εσύ τα προβλέπεις όλα. Ο πιο μάγκας καχύποπτος. Και να μην σε νοιάζει τι πιστεύουν οι άλλοι για εσένα. Άλλωστε, πιστεύουν απλώς αυτό που είσαι στ’ αλήθεια. Καταδικάζουμε την τέχνη απ’ όπου κι αν προέρχεται, εκτός αν πρόκειται για την τέχνη της εξυπηρέτησης πελατών, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, αλλά μόνο μπροστά του, πίσω του ισχύουν άλλοι νόμοι, μιλάμε για την τέχνη της επαγγελματικής αυτοπροστασίας, βέβαια, βεβαίως. Σ’ αυτή τη δουλειά δεν επιτρέπεται να κλαις ούτε να’ σαι ευαίσθητος. Αυτά είναι γυναικεία χαρακτηριστικά και δεν επιτρέπονται, εκτός κι αν αναλαμβάνεις κληρονομιές, διαζύγια συναινετικά και κτηματολόγια – αυτά που σου ταιριάζουν, δηλαδή, μιας που αύριο-μεθαύριο θα γίνεις μάνα. Δεν επιτρέπονται δεύτερες σκέψεις και αμφιβολίες. Σκληρότητα και ψυχραιμία. Έτσι είναι ο κόσμος. Γίνε σκληρός για να τον αντιμετωπίσεις. Μικρή είσαι ακόμα. Θα μάθεις. Έτσι είναι ο κόσμος, μείνε ψύχραιμος για να τον κουμαντάρεις και να φέρεις τα απόνερά του στη φορά των δικών σου νερών – εσύ είσαι καθαρός, νομίζεις, στέκεσαι πάνω από αυτούς όλους, ή μάλλον, δίπλα τους, παρ- ίστασαι – Έτσι είναι ο κόσμος, αποδέξου το και προσγειώσου επιτέλους στην πραγματικότητα. Όλοι λένε ψέμματα,  όλοι σε όλους, όλοι για όλα. Τρέχα στις δημόσιες υπηρεσίες να πνιγείς στη σκόνη των εγγράφων,  να γλιστρήσεις στα μελάνια των βαρεμένων και βαρετών σφραγίδων, να πέσεις στην άβυσσο του απογοητευμένου απ’ τη ζωή υπαλλήλου και του οριακά ανθρώπινου βλέμματός του να σου θυμίζουν όλα αυτά τον Κάφκα και να μην έχεις με ποιον να το μοιραστείς – στο διά ταύτα, να βρεις με ποια χαρτιά θα υπερασπιστείς καλύτερα την πλευρά του ψέμματος που διάλεξες. Γιατί διάλεξες. Αποδέξου το. Διάλεξες. – 14 Μαΐου 2016, 12:21 π.μ. Ο χρήστης Alkis έγραψε: Πολύ καλό, πολύ αληθινό, μόνο μην συμβιβαστείς με το τέλος… μην το αποδεχθείς – υπάρχουν πολλοί τρόποι για αυτό, θα το κουβεντιάσουμε κάποια στιγμή

Η Δικηγόρος – Αναστασία Αντωνακάκη Read More »

Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου / Μέρος 2ο – Αναστασία αντωνακάκη

Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου, όταν ήταν πιο νέος, είχε γνωρίσει μια γυναίκα που δεν ήθελε να κάνει παιδιά. Την αγάπησε τόσο πολύ, που προσπάθησε κι αυτός να μην θέλει να κάνει παιδιά. Τελικά, δεν τα κατάφερε. Κι αυτό ήταν σίγουρα λογικό.  Δεν θα ήταν ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου αν δεν προχωρούσε με συνέπεια προς τον προορισμό του. Κι ο προορισμός του ήταν να γίνει πατέρας. Υπάρχει μεγαλύτερος προορισμός από αυτόν; Και να σας πω και κάτι άλλο; Αν δεν γίνει πατέρας ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου, τότε δηλαδή ποιος θα γίνει; Για τον Καλύτερο Άνθρωπο του Κόσμου δεν έχουν σημασία οι λέξεις, αλλά οι πράξεις. Όλοι το λένε αυτό. Αλλά Αυτός, το εννοεί κιόλας. Σπάνιο πράγμα το να εννοεί κάποιος αυτά που λέει. Είναι όντως λογικό ότι αυτός που εννοεί αυτά που λέει, είναι ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου.  Γι’ αυτό και είναι μόνον Ένας. Μια φορά, στο πάρκο της γειτονιάς Του, ήταν κάτι μεγάλα παιδιά που είχαν εγκλωβίσει σε μια γωνία ένα μικρό παιδί. Το παιδί μάλλον δεν έμοιαζε τόσο με το φύλο του ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, υπήρχε κάποιο ζήτημα από αυτά της ατζέντας με τον αόριστο κακό σκοπό. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου μπήκε μπροστά, για να το σώσει. Εδώ, δεν υπάρχει καμία ατζέντα. Τον Καλύτερο Άνθρωπο του Κόσμου, το μόνο που τον νοιάζει, είναι το δίκαιο. Και δεν είναι δίκαιο δέκα να δέρνουν έναν. Κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν είναι δίκαιο. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου παίρνει πάντα το μέρος του πιο αδύναμου. Κι αυτό, είναι σίγουρα το πιο δίκαιο. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου δεν ξέρει τι σημαίνει “επιτελεστικότητα”, “αναπαράσταση”, “πρωταρχική συσσώρευση”, “αποστασιοποίηση”, “αναπόφευκτο”, “ρους”. Λέει “δικηγόρος” και εννοεί “εισαγγελέας”, γιατί “αφού όλοι την ίδια σχολή τελείωσαν”. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου αγαπάει πολύ τις αμερικανικές ταινίες δράσης και την Marvel. Είναι δύο ξεχωριστές κατηγορίες, λέει. Φέτος το καλοκαίρι, ανυπομονούσε να βγει το Deadpool & Wolverine. Του αρέσουν και κάτι κορεάτικα θρίλερ – δηλαδή νομίζω πως τα λένε θρίλερ, δεν είμαι και τόσο σίγουρη – που μοιάζουν κι αυτά με αμερικανικά, αλλά έτσι κι αλλιώς τι δεν μοιάζει με αμερικανικό. Τώρα, δηλαδή, που το σκέφτομαι, μάλλον θα του άρεσε ο Bong Joon-ho. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου βαριέται το αρχαίο ελληνικό θέατρο – βαριέται το θέατρο γενικά, εδώ που τα λέμε. Συγκινείται με τις ταινίες του Μιγιαζάκι. Και θαμπώνεται από το φως της Επιδαύρου. Απλώς, δεν έχει τις λέξεις να το περιγράψει.  Γιατί, το ένα πράγμα που δεν έχει ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου, είναι οι λέξεις. Μόνο αυτό του λείπει. Κι αναρωτιέμαι εγώ, τώρα. Αν τις είχε τις λέξεις, θα ήταν άραγε Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου; Δηλαδή, μεταξύ μας τώρα – τώρα που δεν μας βλέπει κανείς, πείτε μου την αλήθεια: σας έχει φερθεί ποτέ καλά άνθρωπος που χρησιμοποιεί τις λέξεις “καταστολή”, “αγωνιστής”, “επαναπροσδιορισμός”, “προτσές”; Εφ’ ενός ζυγού, άμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες, ω άνδρες Αθηναίοι, ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος. Και στο κάτω-κάτω, μεταξύ μας τώρα – τώρα που δεν μας βλέπει κανείς, ας είμαστε ειλικρινείς. Όντως. Τι δικηγόρος, τι εισαγγελέας. Αφού, έτσι κι αλλιώς, την ίδια σχολή τελείωσαν.

Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου / Μέρος 2ο – Αναστασία αντωνακάκη Read More »

Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου / Μέρος 1ο – Αναστασία αντωνακάκη

Γνώρισα τον Καλύτερο Άνθρωπο του Κόσμου. Και πρέπει να τον γνωρίσετε κι εσείς. Πάντα αναρωτιόμουν αν υπάρχει. Κι αν υπάρχει, στ’ αλήθεια, πώς μοιάζει.  Υπάρχει, λοιπόν, που λέτε και έμαθα γι’ αυτόν τα εξής. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου δεν βγάζει πολλά χρήματα. Θα ήθελε να βγάζει, αλλά δεν ξέρει πώς. Κι αυτό είναι σίγουρα λογικό. Γιατί, αν ήξερε πώς να βγάζει πολλά χρήματα, δεν θα ήταν ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου είναι άντρας, γιατί Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου-γυναίκα είναι μόνο η Σεν Τε στο Σετσουάν. Ε, και γιατί δεν κάνει να τα βάζεις με τον Μπρεχτ. Αυτό είναι σίγουρα λογικό. (Το “Σεν Τε” μοιάζει με το “CNT”. Σεν Τε, Σε-Εν-Τε. Αυτό δεν ξέρω καθόλου αν είναι λογικό, ξέρω όμως ότι σίγουρα είναι έτσι.) Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου αγκαλιάζει μια γυναίκα και μαζί με το σώμα της, αγκαλιάζει και τον κόσμο της. Όποιος κι αν είναι αυτός. Σημασία έχει, μόνο, που είναι δικός της.  Την αγαπάει αυτήν την γυναίκα που αγκαλιάζει. Ακόμη κι αν την αγκαλιάζει πρόσκαιρα. Εννοείται πως την αγαπάει. Αν την αγκάλιαζε χωρίς να την αγαπάει, δεν θα ήταν ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Κι αυτό είναι σίγουρα λογικό. Δεν καταλαβαίνει γιατί χρειάζεται να συζητάει κανείς για άντρες που φοράνε φουστάνια, για γυναίκες που βγάζουν μούσια ή για όλα αυτά τα πράγματα γενικώς, τέλος πάντων. Πιστεύει ότι όλες αυτές οι συζητήσεις είναι μέρος μιας ατζέντας που έχει έναν αόριστο κακό σκοπό – να αλλοιώσει το ανθρώπινο είδος, ή κάτι τέτοιο δυστοπικό, τέλος πάντων.  Κι αυτή η σκέψη είναι σίγουρα λογική, γιατί σε τι κόσμο θα φέρει τα παιδιά του, τέλος πάντων. Εν τω μεταξύ εγώ, όταν ακούω την λέξη “ατζέντα” σκέφτομαι πάντα το ματζέντα, το χρώμα, που πάντα στο μυαλό μου είναι ένα χρώμα που θα το έβαζε στις κουρτίνες του ο Λυντς. Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, ο Λυντς βάζει κουρτίνες στα δάση του, οπότε στο σαλόνι του μπορεί να μην τις θέλει και τόσο. Ταυτόχρονα, ή μάλλον, αμέσως μετά, σκέφτομαι ένα τετράδιο που είναι ατζέντα και έχει χρώμα ματζέντα και το ανοίγεις και σημειώνεις κάτι τις, ας πούμε τον αόριστο κακό σου σκοπό για την αλλοίωση του ανθρώπινου είδους. Κι αυτή η σκέψη είναι σίγουρα λογική. Που λέτε, για να γυρίσουμε στο θέμα μας, ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου έχει παιδιά. Δύο. Παιδιά. “Όνομα ουσιαστικόν, πολύ ουσιαστικόν”, πληθυντικού αριθμού, γένους και θηλυκού και αρσενικού, “γένους ανυπεράσπιστου”. Όταν ήταν πιο νέος, είχε γνωρίσει μια γυναίκα που δεν ήθελε να κάνει παιδιά. Την αγάπησε τόσο πολύ, που προσπάθησε κι αυτός να μην θέλει να κάνει παιδιά. Τελικά, δεν τα κατάφερε. Κι αυτό ήταν σίγουρα λογικό.  Δεν θα ήταν ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου αν δεν προχωρούσε με συνέπεια προς τον προορισμό του. Κι ο προορισμός του ήταν να γίνει πατέρας. Υπάρχει μεγαλύτερος προορισμός από αυτόν; Και να σας πω και κάτι άλλο; Αν δεν γίνει πατέρας ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου, τότε δηλαδή ποιος θα γίνει;

Ο Καλύτερος Άνθρωπος του Κόσμου / Μέρος 1ο – Αναστασία αντωνακάκη Read More »

Το Κόκκαλο της Πτώσης – Αναστασία Αντωνακάκη

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ Πτώση, Η (Π.) Κόκκαλο, Το (Κ.) (Πάνω στην σκηνή υπάρχει στα αριστερά, ένα δέντρο κι ένα σκοινί, στο κέντρο ένα τραπέζι και δυο σκαμπό μπαρ και στα δεξιά ένα μικρόφωνο και φτερά αγγέλου ζωγραφισμένα στον τοίχο. Μπαίνουν η Π. και από πίσω το Κ., συζητώντας.) Π: …γιατί, το να ορίζεις τη διάθεσή σου αποτελεί προνόμιο των μεγάλων ζώων. Κ: Όμως, αν συναντήσεις τον Λακάν θα πρέπει να του πεις ότι δεν θεραπεύτηκα. Γιατί δεν είμαι άρρωστος. Π: Όταν έχεις μελετήσει επισταμένως τον άνθρωπο, επαγγελματικά ή από ενδιαφέρον, νοιώθεις πού και πού νοσταλγία για τους πιθήκους. Δεν έχουν υστεροβουλίες αυτοί. Κ: Εσύ, όμως, ακολουθείς την Πανούκλα και θα πρέπει να θυμάσαι πως όλοι αυτοί που διαχειρίζονται την πανούκλα, είναι η πανούκλα. Π: Ο οικοδεσπότης μας, για να λέμε την αλήθεια, έχει μερικές, παρόλο που τις κρατάει μυστικές. Υστεροβουλίες εννοώ. Με το να μην καταλαβαίνει όσα λέγονται μπροστά του, έγινε δύσπιστος. Σ’ αυτό οφείλεται η καχύποπτη σοβαρότητά του, θαρρείς και το λιγότερο που υποπτεύεται είναι πως κάτι δεν πάει καλά με τους ανθρώπους. […] Στο σημείο αυτό, η κοινωνία – οφείλουμε να το παραδεχτούμε – διαστρέβλωσε ολίγον τι την άδολη απλότητα του χαρακτήρα του. Κ: Ναι, αλλά δεν θέλουν εμένα. Θέλουν την ιδέα που έχουν για εμένα. Π: Εξάλλου, αρσενικά και θηλυκά, είναι όλοι τους ιδιαιτέρως αστικά πλάσματα που κατέληξαν εδώ, ως συνήθως, από μυθομανία ή από βλακεία. Από υπερβολική φαντασία ή από έλλειψη φαντασίας, τελικά.  Κ: Γιατί όμως; Δεν μπορώ να καταλάβω πώς οι άνθρωποι δεν διαμαρτύρονται, ενώ υποφέρουν. Π: Πού και πού οι άνθρωποι αυτοί, οι κύριοι δηλαδή, χρησιμοποιούν τα μαχαίρια ή τα πιστόλια, μα μη νομίζετε πως τους αρέσει. Ο ρόλος το απαιτεί, αυτό είν’ όλο, και πεθαίνουν από φόβο όταν ρίχνουν τις τελευταίες σφαίρες τους. Πέραν τούτου, τους θεωρώ πιο ηθικούς από τους άλλους, εκείνους που σκοτώνουν αθόρυβα, αργά και υπομονετικά. Κ: Τότε λοιπόν γιατί το έργο δεν πήγε καλά σ’ αυτά τα αστικά πλάσματα; Όλα τα έχει. Αιμομιξία έχει, πατροκτονία έχει. Αίμα έχει, απελπισία έχει. Γιατί δεν πήγε καλά; Π: Δεν προσέξατε ότι η κοινωνία μας έχει οργανωθεί για τέτοιου είδους εκκαθαρίσεις; Θα’ χετε ακούσει, σίγουρα, για κείνα τα μικροσκοπικά ψάρια στα ποτάμια της Βραζιλίας, που επιτίθενται κατά χιλιάδες στον απρόσεχτο κολυμβητή και τον καθαρίζουν στο άψε σβήσε με μικρές γρήγορες μπουκιές, αφήνοντας μόνο έναν πεντακάθαρο σκελετό. Ε, λοιπόν, τέτοια είναι η οργάνωσή τους. «Θέλετε μια καθαρή ζωή; Όπως όλος ο κόσμος;». Λέτε, ναι, φυσικά. Πώς να πείτε όχι; «Σύμφωνοι. Θα σας καθαρίσουμε. Ορίστε ένα επάγγελμα, μια οικογένεια, οργανωμένες ψυχαγωγίες». Και τα μικρά δόντια επιτίθενται στο ψαχνό, μέχρι βαθιά, στο κόκαλο. Μα είμαι άδικος. Δεν θα’ πρεπε να λέω η οργάνωσή τους. Στο κάτω κάτω, είναι η δική μας οργάνωση. Το θέμα είναι ποιος θα καθαρίσει τον άλλο. Κ: Αυτό είναι το θέμα. Γι’ αυτό, αυλαία πάνω. Λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια, λόγια. Αυλαία κάτω. Μα πώς τα μαθαίνετε τόσα λόγια; ΤΕΛΟΣ Ό, τι λέει η Π., προέρχεται από την “Πτώση” του Αλμπέρ Καμύ, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Νίκης Καρακίτσου-Ντούζε και Μαρίας Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, με κάποιες ελαφριές παραλλαγές για τις ανάγκες του κειμένου. Ό, τι λέει το Κ., προέρχεται από την θεατρική παράσταση “Κόκκαλο” σε σκηνοθεσία της Ιόλης Ανδρεάδη και κείμενο της Ιόλης Ανδρεάδη και του Άρη Ασπρούλη, με κάποιες ελαφριές παραλλαγές για τις ανάγκες του κειμένου.

Το Κόκκαλο της Πτώσης – Αναστασία Αντωνακάκη Read More »

ΥπερΈκθεση – Αναστασία Αντωνακάκη

“Εδώ τους δίνεις πάρα πολλά στο πιάτο. Θα πρέπει να το δώσεις λίγο πιο υπαινικτικά, δεν χρειάζεται να τα αποκαλύπτεις όλα. Άστους να σκεφτούν και τίποτα. Δεν χρειάζεται να καταλαβαίνουν κι ακριβώς τι εννοείς.” είπε ο επιμελητής στην Ω. “Συμβουλές σου δίνω, από την εμπειρία μου. Για να σε βοηθήσω.” Η Ω. αναρωτήθηκε, γιατί ο επιμελητής άραγε παρεμβαίνει στο περιεχόμενο μ’ αυτόν τον τρόπο. Αναρωτήθηκε από μέσα της, γιατί ο επιμελητής είναι παιδί του εκδότη και η Ω. δεν είναι παιδί κανενός. Και δεν γίνεται να περάσει μια ζωή μέσα στην μιζέρια για αυτά που θα μπορούσε να καταφέρει αν – έτσι, ξεκίνησε να προσπαθεί να γίνει παιδί ολωνών. Βγαίνοντας απ’ το γραφείο του επιμελητή, προσπάθησε να σκεφτεί γιατί της τα είπε όλα αυτά. Υποθέτει ότι μάλλον, τους ενοχλεί η θεματολογία. Αλλά οι χαρακτήρες είναι της μοδός, οπότε το θέλουν. Κι αφού το θέλουν, προσπαθούν να το ισιώσουν. Να μην πάρει τον στραβό τον δρόμο. Η Ω. αναρωτήθηκε, πώς αλλιώς θα μπορούσε να μιλήσει για τα χρήματα. Γιατί δεν μιλάει, πια, κανείς για τα χρήματα; Ίσως γιατί η αποδοχή είναι μέσα στις επαγγελματικές απολαβές. Ανταγωνιστικό περιβάλλον, προοπτικές εξέλιξης, μικρότερη αμοιβή, μεγαλύτερη αποδοχή. Και, αλήθεια, πώς αλλιώς να υπάρξεις; Και η ίδια της προτιμάει να μην απλώνονται χέρια πάνω της στην δουλειά και να παίρνει λιγότερα χρήματα, παρά το αντίστροφο. Γιατί, όμως, πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο; Πότε έγινε αυτό; Η Ω. θέλει να μιλήσει για τα χρήματα. Είναι λίγο αστείο, βέβαια, να θέλεις να βγάλεις χρήματα, μιλώντας για τα χρήματα – για τα χρήματα που δεν έχεις ή μάλλον, για τα χρήματα που δεν βρήκες. Αλλά, απ’ την άλλη, γιατί όχι; Η Ω. θέλει να μιλήσει για όλα και θέλει να τα βάλει με όλα – αλλιώς, τι νόημα έχει; Αν δεν τα βάζεις με όλα, σημαίνει ότι κάπου έχεις βρει την απόλυτη αλήθεια. Η Ω. δεν την έχει βρει και σίγουρα ζηλεύει πολύ αυτούς που την έχουν βρει. Τους ζηλεύει πιο πολύ κι από αυτούς με τα πολλά χρήματα. Η Ω. θέλει να μιλήσει για όλους αυτούς που γεννήθηκαν στον πλούτο και παρ’ όλα αυτά, γκρινιάζουν για το ότι δεν έχουν χρήματα να βάλουν βενζίνη. Ή να πάρουν τσιγάρα. Ή να πληρώσουν το ενοίκιο. Ή να φάνε έξω. Όταν ήταν μικρότερη και άκουγε κάτι τέτοιο, το πίστευε. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κάποιος να πει ψέμματα για κάτι τέτοιο. Γιατί να’ χεις λεφτά και να θες να παριστάνεις ότι δεν έχεις; Καθώς μεγάλωνε, η Ω. έβλεπε τους ανθρώπους που έλεγαν ότι δεν μπορούν να αγοράσουν τσιγάρα, να αποκτούν σπίτια στα βόρεια προάστια, αυτοκίνητα, καινούργιες ηλεκτρικές συσκευές τελευταίας τεχνολογίας. Κι ακόμη ένα εξοχικό, κι ακόμη ένα τετραώροφο στην επαρχία, κι εκείνο το άλλο το σπίτι στο χωριό, και στο άλλο το χωριό – δύο γονείς, δύο χωριά – και τα λεφτά στην τράπεζα για να σπουδάσει το παιδί, να πάρει σπίτι το παιδί, να παντρευτεί το παιδί, να πάει το εγγόνι σε καλό σχολείο είπε η γιαγιά και ο παππούς Α’ που είχαν κάτι κτήματα με ελιές στο χωριό που τα δούλευαν οι Αλβανοί και τα είχαν βάλει και στο ΕΣΠΑ και η νονά με την μόνιμη δουλειά που μπήκε εγγυητής για εκείνο το μεγάλο το δάνειο των γονιών για να πάρουν εκείνη την γκαρσονιέρα απέναντι, για να’ χει ένα νοίκι να παίρνει το παιδί. Φτάνοντας σπίτι, η Ω. θυμήθηκε εκείνον τον μαθητή της με το σπίτι δίπλα στην πρεσβεία του Ισραήλ, που είχε μια καστρόπορτα για να μπεις μέσα και έναν μεγάλο καταπράσινο κήπο με ελάφια και κυνηγόσκυλα, που της είχε κάνει δώρο κάποια Χριστούγεννα μια πετσέτα θαλάσσης. Τι να την κάνω, τον ρώτησε, είναι Δεκέμβριος, κάνει κρύο. Για να μπαίνετε στην πισίνα σας, κυρία, της απάντησε. Θυμήθηκε που το αγόρι αυτό μεγάλωσε και έφυγε, για λίγο, από το σπίτι δίπλα στην πρεσβεία και άρχισε να κάνει παρέα με αυτούς που καταζητούσαν οι πρεσβείες. Φόρεσε άλλα ρούχα, για να τους μοιάζει, μα ήταν τόσο λευκός, τόσο λεπτός, τόσο καθόλου ταλαιπωρημένος, που ποτέ δεν τα κατάφερε. Δεν θα άντεχε, έτσι κι αλλιώς. Η Ω. θυμήθηκε μια φορά που τον είχε συναντήσει, ήταν ντυμένος με μαύρα ρούχα και γυαλιά Rayban και της είπε “δεν έχω λεφτά να πάρω τσιγάρα”. Η Ω. έκανε μια κίνηση προς την τσάντα της. Το αγόρι, καθώς περίμενε την Ω. να του δώσει χρήματα, έβγαλε το κινητό του. Η Ω. είδε να καθρεφτίζονται στα Rayban νούμερα και δείκτες. Στο χρηματιστήριο, είχε επενδύσει σε μία καινούργια εταιρεία. Η Ω. σταμάτησε να κινείται προς την τσάντα της και σήκωσε το κεφάλι της ψηλά. Στα δευτερόλεπτα που τον κοίταξε, πριν του μιλήσει, σκέφτηκε ότι πέρασε όλη της την ζωή μαθαίνοντας να μην εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Κι όμως, μέχρι και σήμερα, είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως. Δυστυχώς. Καλή συνέχεια, του είπε. Η Ω. έκλεισε την πόρτα πίσω της, έβγαλε τα παπούτσια της και ξάπλωσε στον καναπέ. Ποια ταινία να δω σήμερα, αναρωτήθηκε. Ευτυχώς, έχει έναν φίλο που της στέλνει συνέχεια ταινίες. Ποια ταινία να δω σήμερα; Τι ωραίο που είναι να σε απασχολεί αυτό. Το ποια ταινία θα δεις σήμερα. Τι ωραίο. Ειρήνη. Η ειρήνη που συμβαίνει όταν είσαι ανεπίδεκτη μαθήσεως. Ευτυχώς. Γιατί, αλλιώς, πώς θα είχε βρει τον φίλο που της στέλνει συνέχεια ταινίες; Καλή προβολή.

ΥπερΈκθεση – Αναστασία Αντωνακάκη Read More »

Το έυκολο και το Αδύνατο – Αναστασία Αντωνακάκη

“«Αδύνατο» είναι ο ορισμός ενός γεγονότος μία στιγμή προτού συμβεί.” “Σήμερα εσείς είστε ένα είδος κοσμικού ασκητή, απομονώνεστε σε ένα έρημο μέρος για να μην μοιραστείτε το παρόν.” “Κάνετε λάθος ως προς το παρελθόν, δε μένει ανέπαφο. Ο χρόνος είναι λέπρα, το ξεφτίζει και το σκορπίζει.” “Δε μου έρχεται στο μυαλό ταπείνωση χειρότερη από εκείνη ενός παιδιού που βάζει τα δυνατά του και δέχεται κατάμουτρα την χλεύη των ενηλίκων.” “Όμως, ποιον μπορεί να ενδιαφέρει ο χαρακτήρας μου; […] Δεν είναι ζήτημα προσωπικότητας, δεν έχω κάποια δική μου. Έχω μία πολλαπλή, μία απ’ όλους μας […].” “Παλιότερα φανταζόμουν πως ήμουν μόνος σε μια ταβέρνα να μονολογώ, τώρα μου φαίνεται ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια βουβή συνέλευση, σ’ ένα πλήθος απόντων, μπροστά στους οποίους κάνω την παρέμβασή μου.” “Είναι ένας τόπος για ανθρώπους μόνους, ένας διάδρομος με μονά κελιά, σαν μοναστήρι χωρίς τις προσευχές. Οι μοναχοί εδώ εμπιστεύονται δικηγόρους, αυτοί φροντίζουν για τις προσευχές.” “Πιο πολύ από το να κάθομαι στην ίδια θέση, μετράει για μένα να βρισκόμαστε μέσα στα ίδια λεπτά της μέρας. Μου αρέσει αφάνταστα να σε ρωτάω τι ώρα είναι, για ν’ ακούω από σένα πως είναι ίδια με την δική μου. Μου αρέσει η φωνή σου που μου το επιβεβαιώνει ενοχλημένη.” “- Έχετε την τάση να διαγράφεστε από παντού; – Μπορεί. Το αντίθετο όμως είναι να υπογραμμίζει κανείς την παρουσία του, η ιδεοληπτική επιθυμία να αφήνει ίχνη, εικόνα, έκφραση. Να θέλει να προσθέσει το όνομά του στη λίστα των διασημοτήτων, που είναι αμέτρητες, τόσο που συμπίπτουν με των ανωνύμων. Η μανία να με θεωρούν οι άλλοι σημαντικό δε με αφορά.” “[…] Η αλήθεια βρίσκεται στον πάτο του πηγαδιού κι αν κάποιος σκύψει από πάνω βλέπει την αντανάκλαση του ήλιου ή του φεγγαριού. Όμως, αν κατέβει στο πηγάδι, δεν θα βρει ούτε τη μία ούτε την άλλη. Θα βρει την αλήθεια. Έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει ή να κατεβείς ή να πέσεις μέσα.” Δεν λέω πως είναι εύκολο. Λέω, απλώς, πως δεν είναι αδύνατο. Όλα τα αποσπάσματα που βρίσκονται σε εισαγωγικά προέρχονται από το βιβλίο “Το Αδύνατο” του Erri De Luca, σε μετάφραση της Άννας Παπασταύρου, από τις εκδόσεις Κέλευθος (Αθήνα, 2022).

Το έυκολο και το Αδύνατο – Αναστασία Αντωνακάκη Read More »

Κύλιση στην κορυφή